Η ποίηση ως μορφή τέχνης οφείλει και να τέρπει. Όλα τα είδη τέχνης μαζί με το περιεχόμενο ψυχαγωγούν το κοινό, καθιστώντας έτσι πιο εύληπτο το μήνυμα. Η εμμονή σε έναν αμιγώς φιλοσοφικό αναστοχασμό αποπέμπει το συναίσθημα από την ποίηση και στην πραγματικότητα την ακρωτηριάζει. Σε μία τέτοια σύνδεση τέρψης και μηνύματος κινείται και η πρώτη ποιητική συλλογή της Δήμητρας Κουβάτα «σκυλί δεμένο» (Μανδραγόρας, 2017).

Η πρώτη εμφάνιση της Κουβάτα στα γράμματα αφήνει μία πνοή ωριμότητας. Η δημιουργός μολονότι πρωτοεμφανιζόμενη ελέγχει τα εκφραστικά μέσα και τη συναισθηματική ένταση. Η ποιητική της διακρίνεται για το μειλίχιο ύφος του εικονοποιητικού της λόγου. Προσωποποιήσεις (η τέλεια, νήπιες λέξεις) και μεταφορές (αστική ευγένεια, βορινό παράθυρο, τα μαθηματικά της ύπαρξης) προκαλούν την προσοχή του ακροατή/αναγνώστη και τον ταξιδεύουν στη νήσο της ποίησης. Στην πραγματικότητα συχνά ο συνυποδηλωτικός λόγος μετατρέπει όλη τη σύνθεση σε μία μεγάλη παρομοίωση (η τελεία, στις παρυφές της πόλης, νήπιες λέξεις) που με ευαισθησία αισθητοποιεί συναισθήματα μοναξιάς και πόνου (βορινό παράθυρο, θεμέλιος λίθος, πριν τον ύπνο, τα μαθηματικά της ύπαρξης, η μάνα μου, νυχτερινό άλγος, στην τοπική διάλεκτο των πουλιών) ή οργής (αλυσόδεση).

Με επίκεντρο το πρωτοενικό υποκείμενο η δημιουργός με έναν ατομικό προσανατολισμό εκθέτει υπαρξιακές αγωνίες. Συχνά υιοθετεί ένα αφηγηματικό ύφος (βορινό παράθυρο, θεμέλιος λίθος, εαρινή κόπωση, οικιακή οικονομία, ανοιχτοί λογαριασμοί) που κινείται στην αυτοαναφορικότητα του ποιητικού υποκειμένου, ενώ άλλοτε έναν μονολογικό ή εξομολογητικό λόγο (διανυκτερεύον, πριν τον ύπνο, νήπιες λέξεις η μάνα μου).

Εικόνες κοινωνικών παραστάσεων συμπλέκονται με οδηγό τις μεταφορές και τη συνειρμικότητα  με το στοχαστικό υλικό (πριν τον ύπνο, διανυκτερεύον, αναρρίχηση, κάποιος να γράψει), ενώ άλλοτε πλάνα με πυρήνα τη φύση φωτίζουν τη μελαγχολική διάθεση (τέλος εποχής, θεμέλιος λίθος, διανυκτερεύον, αναρρίχηση, στην τοπική διάλεκτο των πουλιών) μετατρέποντας έτσι το φυσικό περιβάλλον με τον λυρισμό του στο ασφαλές ποιητικό καταφύγιο που αναζητά η δημιουργός καταπιεσμένη από τις δυσκολίες που καλείται συναισθηματικά να αντιμετωπίσει.

Με αγωγό τη συνυποδηλωτική δύναμη των λέξεων και την απεικονιστική τους συνειρμική ισχύ η Κουβάτα πλάθει παραμύθια (με τον τρόπο τον ξωμάχων, αναρρίχηση) αναζητώντας την έξοδο από όσα την πληγώνουν. Στοχάζεται για το όνειρο (θεμέλιος λίθος, πριν τον ύπνο,  η κοίμηση) και τη ζωή (η τέλεια, εαρινή κόπωση, με τον τρόπο των ξωμάχων, στη Σταύρωση) ή την ποίηση (νήπιες λέξεις, διανυκτερεύον). Θυμάται αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν (comme il faut, οικιακή οικονομία, στην τοπική διάλεκτο των πουλιών, υπνική άπνοια η μάνα μου, τα μαθηματικά της ύπαρξης) ή αναζητεί μία ερμηνεία στο χρόνο που φεύγει (στις παρυφές της πόλης, ανοιχτοί λογαριασμοί).

Οι μεταφορές, τόσο αρμονικά δεμένες με την εικαστική της, συνεπαίρνουν το κοινό εξακοντίζοντας το συναίσθημα βαθιά στην καρδιά. Γιατί η ποίηση είναι συναίσθημα και Κουβάτα το γνωρίζει πολύ καλά (στην τοπική διάλεκτο των πουλιών, τα μαθηματικά της ύπαρξης, η τελεία, στις παρυφές της πόλης, ας υποθέσουμε ένα ανοιχτό παράθυρο, η σοφία των πελμάτων).