Τα διηγήματά μου, αν μη τι άλλο, είναι η απόδειξη του βιωμένου χρόνου. Τα γράφω και τα ξεχνάω. Κι εκείνα αυξάνονται και κατακυριεύουν τη μνήμη του υπολογιστή" η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική εμπειρία -από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο- του νέου της βιβλίου "Λαμπερή μέρα" των εκδ. Καστανιώτη.

"Τα διηγήματα είναι η παρηγοριά μου. Στις δύσκολες στιγμές διαβάζω Τσέχοφ ή Άλις Μονρό- κάτι πρέπει να σημαίνει αυτό.  Μ’ένα διήγημα ξεκίνησα ως συγγραφέας το 1993, πριν ασχοληθώ με το μυθιστόρημα.

Και στο διήγημα επέστρεψα το 2005, γράφοντας το “Θα ήθελα” ένα υβριδικό είδος, διηγηματομυθιστορήματος. Γράφω ακόμη διηγήματα- χωρίς σύστημα, με βουλιμικό τρόπο, όπως τρώει κανείς μικρά σοκολατάκια.  Τα διηγήματά μου, αν μη τι άλλο, είναι η απόδειξη του βιωμένου χρόνου. Τα γράφω και τα ξεχνάω. Κι εκείνα αυξάνονται και κατακυριεύουν τη μνήμη του υπολογιστή. 

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα από τη Γερμανία το 2010 έμπαινα κάθε εβδομάδα στο Bonsai, τον ιστότοπο του ποιητή Γιάννη Πατίλη με μικρά διηγήματα, για να πάρω τη δόση μου. Δεν έγραφα. Μόλις είχα εκδώσει το μυθιστόρημα “Πώς να κρυφτείς”, κι εξάλλου αυτό που συνέβαινε στην ελληνική κοινωνία, αυτό για το οποίο θα ήθελα κάποια μέρα να γράψω, χρειαζόταν χρόνο για να βιωθεί, για να εξηγηθεί. Χρόνο και μια αίσθηση προοπτικής που δεν υπάρχει ακόμη. 

Άρχισα τότε να γράφω σουρεαλιστικές νουβέλες εκτός τόπου και χρόνου. Ξανάπιασα και τα διηγήματα. Κι ενώ τα δούλευα, δούλευε ερήμην μου και η μοίρα: την Πρωτομαγιά του 2011 πέθανε ξαφνικά ένας πολύ αγαπημένος μου άνθρωπος, συγγενής και φίλος μαζί. Η απώλειά του προστέθηκε σε μια λίστα δυσθεώρητων απωλειών. Είχα ήδη χάσει τη δουλειά μου και τον πατέρα μου (με αυτή τη σειρά, σε απόσταση ενός μήνα) και μαζί κάθε έννοια σιγουριάς και ασφάλειας. 

Η επιστροφή στην Ελλάδα, ύστερα από την επταετία του Βερολίνου, ήταν επίσης ένα είδος απώλειας. Αυτό που χάθηκε για μένα ήταν η εύκολη ανώδυνη ζωή, τα χρόνια του νηπιαγωγείου, όπως τα αποκαλώ. Στη θέση τους ξεπετάχτηκε μια άγρια και δύσκολη συγκυρία- οικονομική, κοινωνική, καλλιτεχνική. 

Μέσα σε αυτή τη δραματική ένταση, τα διηγήματα φωτίστηκαν με νέο φως. Συνειδητοποίησα, σε μια από αυτές τις πολυσυζητημένες στιγμές όπου η έμπνευση χτυπάει σαν κεραυνός, ότι ένας χαλαρός ιστός διέτρεχε μερικές ιστορίες: το ζήτημα της απώλειας. Αποφάσισα να εστιάσω εκεί, να γράψω κι άλλα διηγήματα με αυτό το θέμα. Δεν ήταν μια εγκεφαλική απόφαση. Ήταν, και το έβλεπα πια καθαρά, το πρόβλημα της ζωής μου. Ο μεγαλύτερος φόβος μου. 

Πρόσθεσα ιστορίες που είχαν γραφτεί στα ελληνικά αλλά είχαν κυκλοφορήσει μόνο σε αγγλική ή γερμανική μετάφραση. Ξανακοίταξα ακόμη και παλιές, πολύ παλιές ιστορίες που υπό αυτό το πρίσμα μου φάνηκαν νέες.  Κι έγραψα πολλές νέες ιστορίες με αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, όπως “Το φθινόπωρο στο Φρίουλι”, “Δεν θα πεθάνεις ποτέ”, “Ελάφια στα δάση” και την ίδια την “Αυτοβιογραφία”.

Σε αυτές τις ιστορίες χάνονται αντικείμενα, βεβαιότητες, ακόμη και άνθρωποι. Στόχος μου όμως δεν ήταν η καταγραφή, αλλά η αποδοχή της απώλειας. Ήθελα να περιγράψω την απώλεια χωρίς μοιρολατρία, σαν την άλλη πλευρά της κτήσης. Κάτι που συμβαίνει με φυσικό τρόπο, όπως τα φύλλα των δέντρων που πέφτουν το χειμώνα. Μια φυσική ιστορία της καταστροφής. 

Άρχισε να ωριμάζει μέσα μου η ιδέα ότι αν μπορέσω να περιγράψω την απώλεια σαν κάτι φυσικό για το οποίο δεν ευθυνόμαστε πάντα εμείς –ή μόνο εμείς- θα το πιστέψω κιόλας. Ο αυτοπεριορισμός μου, όσο έγραφα, ήταν μια στιγμιαία ανακωχή με τη μοίρα. Σύμφωνοι, σκεφτόμουν, τρομερά πράγματα συμβαίνουν. Μίλα γι αυτά, αλλά όπως θα τα έλεγες σε έναν άγνωστο, που δεν θα ξαναδείς ποτέ, στο βαγόνι ενός τρένου. Δεν θέλεις να φορτώσεις τον ξένον άνθρωπο με το πρόβλημά σου, θέλεις απλώς να του πεις την ιστορία. Αυτή η σκέψη ήταν ο υφολογικός μου οδηγός. 

Πιο δύσκολο από τα διηγήματα ήταν το στήσιμο του βιβλίου, η ενορχήστρωση όλων αυτών των παραλλαγών απώλειας. Μόνο προς το τέλος ξεπήδησε πάλι μια σωτήρια ιδέα. Πες την αλήθεια- σκέφτηκα. Πότε και που γράφτηκε τι. Και ταυτόχρονα: δες τη χωροταξία σαν ένα συμβολικό πλαίσιο. Κι έτσι οι ιστορίες σχημάτισαν τρεις ζώνες: “Εδώ κι εκεί” (τα χρόνια της ξενιτείας). “Εκεί, τότε” (μερικές παλιές ιστορίες). “Εδώ, τώρα”. 

Λόγω του φετιχισμού που με διακρίνει δυσκολεύτηκα όπως πάντα με το εξώφυλλο και τον τίτλο, με τις γραμματοσειρές, με τα πάντα. Όλα είχαν πάρει το δρόμο τους όταν το Πάσχα, στην Αίγινα, ο άντρας μου έβγαλε τη φωτογραφία ένα κοριτσιού, σκαρφαλωμένου σ’έναν τοίχο. Έκανε το σήμα της νίκης με τα χέρια ανοιχτά προς τον ουρανό. Αυτό είναι το εξώφυλλο είπα, φέρνοντας τα πάνω κάτω ακόμη μια φορά.

Αλλά με έχουν συνηθίσει στις εκδόσεις Καστανιώτη και κάνουν υπομονή μαζί μου. Να το πω, γιατί να μην το πω; Ένας εκδοτικός οίκος είναι το άθροισμα των ανθρώπων που έχουν μαζευτεί γύρω του, της οικογένειας που έχει σχηματιστεί και από αυτή την άποψη είμαι πολύ τυχερή. Το σημειώνω αυτό επειδή πολλά πράγματα τείνουν να γίνουν απρόσωπα τώρα με την κρίση- απρόσωπα και δημοσιουπαλληλικά. Νομίζω ότι η μόνη λύση σε αυτές τις δύσκολες εποχές  είναι η αλληλουποστήριξη και η αληθινή, έως βλακείας, αγάπη για το βιβλίο.-"
 

12/6/2012, 8μμ
Το 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των Εκδόσεων Καστανιώτη σας προσκαλεί στην παρουσίαση του νέου βιβλίου της Αμάντας Μιχαλοπούλου Λαμπερή μέρα.
Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, ο Ηλίας Μαγκλίνης, ο Γιώργος Πυρπασόπουλος και η Μαριέττα Φαφούτη μιλούν, διαβάζουν και τραγουδούν με αφορμή το βιβλίο.

104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης
Θεμιστοκλέους 104
Αθήνα , 210 3826185