Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η ποίηση είναι “φιλοσοφικότερη” από την ιστορία, γιατί ασχολείται με πράγματα που έχουν γενική ισχύ, με τα καθόλου, όχι με τα συγκεκριμένα γεγονότα. Μολονότι από τα ποιητικά είδη εξετάζει μόνο την τραγωδία και το έπος αποκλείοντας από τη μελέτη του τη λυρική ποίηση, επειδή δεν είναι μιμητική τέχνη, ο φιλόσοφος δεν ταυτίζει την ποίηση με το μέτρο, αφού τονίζει ότι ένα έργο σε έμμετρη μορφή δεν είναι κατ' ανάγκην ποιητικό (κεφ. Ι, 1447b). Σε έναν τέτοιο δρόμο κινείται και η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Κωσταρή, «εθεάθην μισός» (Κέδρος, 2017).

Με οδηγό τις αισθήσεις και το συναίσθημα ο Κωσταρής φιλοσοφεί για τη ζωή και την κοινωνία (το αγόρι της παλίρροιας). Θρυμματισμένες και συχνά θολές εικόνες (καρφιά, παράκληση, φιμέ πόλη, η κάθε πρώτη φορά, οι ώρες) ξεπηδούν από τη στιχουργική του, δείχνοντας μία ξεχωριστή φροντίδα στην εικονοπλασία. Στη συνειρμική κίνηση του στίχου οι εικόνες συνδέονται ως ψηφίδες στο στοχαστικό ποιητικό του κάδρο (ατρομάτομα, η γυναίκα στο παράθυρο του κόσμου, φορητό σαρκίο, τα ονειροσάββατα).
Μέσα όμως από την εικονοποιία του αυτές οι ψηφίδες αναδεικνύονται ως σύμβολα (ζωονομία Ι, πόρτες) που εκφράζουν μία κοινωνική και υπαρξιακή αγωνία για τον ανθρώπινο βίο (ατρομάτομα, το τόξο). Την ίδια στιγμή λυρικές πνοές ανατέλλουν (χρωματική αντίστιξη, η ραψωδία της μεταμόρφωσης, αγάπη, πάροδοι αντοχής) μέσα από το στίχο που εντάσσονται αρμονικά στο ίδιο πλαίσιο αναζητήσεων (το ξέφωτο της Χαράς).

Με οδηγό την ανοικείωση οι εικόνες του ξαφνιάζουν και δημιουργούν σπάνιου βάθους αλληγορικές διακυμάνσεις. Ωστόσο, ο Κωσταρής αποφεύγει να επιφέρει κάποια κρυπτικότητα στην στιχουργική του. Αντίθετα, η αμεσότητα του μεταφορικός του λόγου εξακοντίζει το συναίσθημα βαθύτερα στην καρδιά του αναγνώστη/ακροατή.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι εμφανής είναι η διάθεση πειραματισμού που διακρίνει τον ποιητή. Οι μικρές συνθέσεις που διαχωρίζονται σε ενότητες με την ίδια φόρμα και θεματική αποκαλύπτουν αυτήν ακριβώς την ροπή (ζωονομία Ι, cosmos Ι, αισθάνομαι σαν…). Και αυτό γίνεται φανερό στις μεγαλύτερες συνθέσεις και συλλογής (ατρομάτομα, πάροδοι αντοχής) ακολουθώντας την τάση της "ποίησης της αγανάκτησης" προς ενιαία έργα ως ποιητικές συνθέσεις.

Αντιθέσεις ή αντιθετικά σχήματα και αρνήσεις (γύρω-γύρω όλοι, το ξέφωτο της Χαράς, Big Bang, Αθήνα, φορητό σαρκίο, τους τιμώ) δίνουν μία ειρωνική διάθεση αποκαλύπτοντας τα αδιέξοδα του ποιητικού υποκειμένου απέναντι σε μία κανιβαλιστική κοινωνία (τανιπέρλα, over). Ταυτόχρονα, έξοχα επιμύθια (άνθρωπος, το ξέφωτο της Χαράς) με ισχυρό συναισθηματικό βάρος ολοκληρώνουν τις συνθέσεις της συλλογής ενισχύοντας τη στοχαστική προσέγγιση (Big Bang, το τόξο, τα ονειροσάββατα). Και παράλληλα ελέγχουν απόλυτα τη στιχουργική ένταση κλιμακώνοντας το συναίσθημα (μάταιον όρος, αγάπη, καρφιά).

Ξεχωριστή όμως μνεία οφείλουμε να κάνουμε στη θεατρικότητα της ποίησης του Γιάννη Κωσταρή. Και είναι πολύ ενδιαφέρον να βλέπουμε νέους δημιουργούς να συνδέουν τον ποιητικό λόγο με την τέχνη που υπηρετούν. Τούτοι οι πειραματισμοί δεν ανανεώνουν απλώς την στιχουργική έκφραση, μα την ίδια στιγμή συνεισφέρουν δυναμικά στην διακαλλιτεχνική ζύμωση.
Άλλωστε, αυτό που εξέλιπε τις τελευταίες δεκαετίες από την τέχνη ήταν τούτη η καλλιτεχνική σύζευξη. Κι ενώ η γενιά του ’30 είχε να παρουσιάσει καλλιτέχνες που εντρύφησαν σε δύο συχνά τέχνες, τούτο χάθηκε μέχρι περίπου την "ποιητική της αγανάκτησης", όπου δειλά-δειλά έρχεται ξανά στην επιφάνεια.

Και ο Κωσταρής ακριβώς συνδέει την ηχητική/ακουστική παράδοση της ποίησης με τη θεατρική τέχνη και την σύγχρονη στιχουργική έκφραση. Και ο διπλός αυτός συνδυασμός μαζί με τη θρυμματισμένη εκφραστική και τη στοχαστική διάθεση δημιουργούν ένα σπάνιου ενδιαφέροντος αμάλγαμα σκηνικής ποίησης.

Και τούτη η σκηνικότητα διαμορφώνεται με διαλόγους (ένα βροχερό απόγευμα στην Αθήνα, over, νεβρόζ) ή με θεατρικόμορφα ποιητικά κείμενα (Διόνυσος, πάροδοι αντοχής). Εξάλλου, η συχνή παρουσία του β' ενικού προσώπου (εθεάθην μίσος, άνθρωπος, το αγόρι της παλίρροιας, ηχώ εσωτερικού χώρου, παράκληση, Big Bang, το τόξο) διαμορφώνει ένα διαλογικό ύφος που προσδίδει μία θεατρικότητα στη στιχουργική του. Αναλόγως η συχνή αξιοποίηση του α' ενικού προσώπου διαμορφώνει ένα ύφος μονολόγου (φορητό σαρκίο, η αναφορά ήταν λειψή, τους τιμώ, Αθήνα, η ανοησία πια πληγή), ενώ την παραστατικότητα ενισχύει το συλλογικό υποκείμενο που αποδίδεται με το α' πληθυντικό (καρφιά, αγάπη, τα ονειροσάββατα, χρόνος).

Και τούτη η θεατρικότητα αποτελεί ένα εκφραστικό μέσο, ώστε ο ποιητής να αγγίξει πιο βαθιά το κοινό. Μέσα από τη σκηνική αυτή διάσταση αναδύονται αργότερα οι στοχαστικές αναζητήσεις (οι Ώρες, το τόξο). Ενδιαφέρον δε την ίδια στιγμή είναι ότι παρά την θεατρική αυτή ζωντάνια της ποίησης του Κωσταρή το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η μοναξιά. Αυτή μοιάζει να αποτελεί το κυρίαρχο μοτίβο, ενώ την ίδια στιγμή απουσιάζουν στην εικαστική του πολλοί άνθρωποι εικόνες.