Η Ιωάννα Κοσιώρη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Με ρίζες από την Ορεινή Αρκαδία, την Ικαρία και την Σαντορίνη. Όπως χαρακτηριστικά λέει «Από την Αρκαδία πήρα το αίσθημα επιβίωσης. Από την Ικαρία, την τρέλα της σκέψης. Και από την Σαντορίνη, δεν πήρα τίποτα…» 

Έχει σπουδάσει Νοσηλευτική στα ΤΕΙ Αθηνών όπου και αποφοίτησε το 2004. Για 4 χρόνια δούλεψε σε γνωστό ιδιωτικό θεραπευτήριο και τα τελευταία 10 χρόνια είναι διορισμένη σε δημόσιο νοσοκομείο. Για 12 συναπτά έτη εργάστηκε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Τον τελευταίο χρόνο κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στα Νευρολογικά Νοσήματα. Δουλεύει από 17 ετών, παράλληλα με τις σπουδές της όχι από ανάγκη, μα από άποψη ζωής. 

Είναι χρέος προσωπικό του καθενός να μοχθεί για τις προσωπικές του ανάγκες. Μόνον έτσι θα εκτιμήσει τον κάθε είδους πλούτο, συχνά λέει. Παρ’ όλα αυτά, δηλώνει έμπρακτος μαχητής του κοινωνικού συνόλου, με προσωπικές και συλλογικές δράσεις ανθρωπιστικής βοήθειας. Η μισή ζωή της, αφιερωμένη στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, και η άλλη μισή, στο γράψιμο. Θυμάται πάντα ένα χαρτί και ένα μολύβι στην τσάντα, στο γραφείο, στο κομοδίνο. Η έμπνευση γι’ αυτήν κρύβεται σε ματιές περαστικών ανθρώπων, σε ένα τραγούδι, σε ένα σώμα που υποφέρει στο νοσοκομειακό κρεβάτι, σε ένα παιδί που ζητιανεύει, στον πόνο, στην χαρά, στον έρωτα, στην στιγμή… Η ποιητική συλλογή «ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΑΥΣΤΑ» είναι η πρώτη που εκδίδει από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Σε πρώτο πρόσωπο…

Η «Φαύστα». Φαντάζει όνειρο ετών. Το τρίτο μου παιδί, που επιτέλους ήρθε η ώρα να γεννήσω.!  Το κυοφορούσα χρόνια, χωρίς να γνωρίζει κανείς. Είναι το νόθο μου. Είναι και το πιο αγαπημένο, αφού, προέκυψε από έρωτα και μόνο. Και όχι, δεν ευθύνεται καμιά ανθρώπινη ύπαρξη. Ή συνουσία είναι εγκεφαλική. Εγώ και οι «λέξεις» τα μπλέξαμε με και κάθε βράδυ, απρόσμενης επαφής, γεννούσαμε ποίημα. Πολλά από αυτά μετρούν χρόνια ύπαρξης. Ίσως και 10 χρόνια. Διάσπαρτα στον χώρο, μα καλά κρυμμένα σε συρτάρια. Γραμμένα όπως όπως σε σελίδες βιβλίων, σε λευκές κόλλες, ακόμη και σε χαρτοπετσέτες. Τα αγαπώ όλα. Το καθένα, μια μοναδική ύπαρξη κρύβει την δική του ιστορία που μόνο εγώ γνωρίζω. Η δημιουργία της «Φαύστας» έχει διπολική αφορμή. Η καθημερινή επαφή με τον ανθρώπινο πόνο, η καθημερινή συμβίωση με τον θάνατο λόγο δουλειάς, με προσγείωσε νωρίς και απότομα. Διαπίστωσα, πώς τελικά τίποτε δεν μένει. Μόνο τα γραπτά. Κι αν θέλω κάτι και εγώ να αφήσω πίσω, την ψυχή μου σε υλική μορφή, θα έπρεπε να υπάρξει η «Φαύστα». Να μπορώ, όταν πια δεν θα έχω την δύναμη να θυμάμαι, τουλάχιστον να με ξεφυλλίζω. Σαν διπολική, κρύβει και κάτι ακόμη. Είναι μια ελεγεία στην μάνα. Χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε τίποτα. Ούτε η αφορμή, ούτε η σκέψη, ούτε η δημιουργία. Με βαθύτατη εκτίμηση το ονόμασα «Φαύστα», ένα όνομα – παρωνύμιο της ίδιας μου της μάνας, που της δόθηκε από τον Γιάννη Μανούσακα στο ξεκίνημα της μεταπολίτευσης, το Μάιο του ’74 για λόγους ασφάλειας. Την ευχαριστώ για όλα. 

Η επιρροή της ελληνικής κρίσης…

Όχι. Η κρίση δεν γέννησε μήτε γονάτισε τον λόγο μου. Η κρίση ήρθε και με βρήκε. Ποιήματα όπως η «ΕΙΣΒΟΛΗ», μετρά τουλάχιστον 10 χρόνια ύπαρξης. Σαν να γράφτηκε για να περιμένει την Ελληνική κρίση, την ανθρώπινη φτωχοποίηση, των μαρασμό συναισθημάτων. Νομίζω τα γραπτά μου, ξεπερνούν την επιρροή της κρίσης. Νιώθω πως έχουν λειτουργική προέλευση. Ναι! Με θλίβουν οι συνθήκες. Στην πραγματικότητα με φοβίζουν! Ο λόγος μου όμως, παραμένει ελεύθερος και έτσι είναι φρόνιμο να μείνει. Η έκφραση πρέπει να είναι δεξαμενή συναισθημάτων, χωρίς καλούπια και ενδοιασμούς. Ένα είδος προσωπικής κατάχρησης, που θα μου έδινε διπλή ικανοποίηση, αν κάποιος που παλεύει με τις λέξεις, βρει στις δικές μου την χρήση, να εκφραστεί και να υπάρξει συναισθηματικά.

Για τη λογοτεχνία…

Η λογοτεχνία υπήρχε πάντα στο σπίτι μας. Περιφερόταν στα δωμάτια σαν ανθρώπινη παρουσία.  Βιβλία παντού.! Επιθυμούσαν αναγνώστες. Έτσι, δεν άργησα να αφεθώ στο κάλεσμα. Θυμάμαι από πολύ μικρή καταπιάστηκα με συγγραφείς όπως Γκόργκι, Ντοστογιέφσκι, Καμύ, Έσσε, Παβέζε.. Έτυχε να υπάρχουν εκεί, για μένα. Έτυχε βέβαια και εγώ να θέλω. Η λογοτεχνία, αν μη τι άλλο, αρχικά, φάνταζε μια πόρτα στο άγνωστο. Ταξίδια του μυαλού, σε τόπους, σε εποχές, σε συνθήκες πέρα από κάθε τωρινή πραγματικότητα. Και έπειτα οι χαρακτήρες. Άλλοτε ταυτιζόμουν μαζί τους, και άλλοτε τους μισούσα και τους καταδίκαζα.. Όλα αυτά στα πλαίσια της ανάγνωσης. Στα πλαίσια της συγγραφής, η εσωτερική τριβή έχει έντονη παρουσία. Μια δυνατή εμπειρία, συνήθως με καταθλιπτικό υπόβαθρο, χωρίς να χαρακτηρίζεται αναγκαστικά βιωματική. Η επιβαλλόμενη διαδικασία καταγραφής οργανωμένης σκέψης, νομίζω απαριθμεί παθολογικά αίτια. Όλα συμβαίνουν την στιγμή της γέννας του λόγου. Η σεροτονίνη είναι, αυτή που εκτοξεύεται και τα παρασύρει όλα. Αυτός ο μικρός και άγνωστος για πολλούς, νευροδιαβιβαστής του εγκεφάλου, που ευθύνεται για την ευφορία της στιγμής. Τις ώρες εκείνες, οι λέξεις ξεπηδούν, ενώνονται και χορεύουν στο μυαλό μου.. Μικροί ψίθυροι που γίνονται κραυγές, φωνάζουν «κράτα μας», κι έτσι εγώ, αδύναμη να αντιδράσω, απλά γράφω. 

Επόμενα συγγραφικά σχέδια…

Νομίζω δεν τελείωσα εδώ. Εντέλει δεν είναι τόσο απλό, όσο αρχικά φαινόταν. Είμαι σίγουρη πια πώς κάτι καινούργιο θα προκύψει. Η ποίηση ξεχειλίζει εντός μου. Μια συνεχής πλημμυρίδα που καλύπτει κάθε βραχώδη επιφάνειά μου. Η μεγάλη μου όμως επιθυμία και τόλμη, θαρρώ πώς είναι μια αυτοβιογραφία, έχοντας ένδεια συναισθημάτων, που απλά θα περιγράφει την καθημερινότητα μιας μάνας που θρέφει ένα αυτιστικό παιδί. Αυτό το εγχείρημα είναι το προσωπικό μου στοίχημα.