Κάθε ψυχαναλυτική κατασκευή είναι υποχρεωτικά αποσπασματική και ελλειπτική, κάθε κατασκευή είναι «ημιτελής και περιλαμβάνει μόνο ένα μικρό κομμάτι από το ξεχασμένο γίγνεσθαι»(1). Γι’ αυτό δρα ψυχαναλυτικά αναθεωρούμενη και μετατρέψιμη από το ίδιο το αποτέλεσμά της, ανα-κατασκευαζόμενη από αυτό που η ίδια κατασκεύασε.
 

Σε ορισμένες κλινικές συνθήκες, η κατασκευή μιας ιστορίας γίνεται κυριολεκτικά επινόηση μιας ιστορίας. Αναφέρομαι σε ορισμένες περιπτώσεις υιοθεσίας, πρώιμης απώλειας ή θανάτου του ενός ή και των δύο γονέων, όπως επίσης σε καταστάσεις όπου το υποκείμενο γίνεται ασυνειδήτως φορέας ενός οικογενειακού μυστικού ή του αποδίδεται η θέση ενός απολεσθέντος προσφιλούς προσώπου που το πένθος του δεν έγινε ποτέ.
 
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον αρθεί μεταβιβαστικά η απαγόρευση και η ενοχή του υποκειμένου ν’ αναρωτηθεί για την ψυχική λειτουργία του οικογενειακού περιβάλλοντός του, δημιουργείται ένα πεδίο πολλαπλών κατασκευών και τελικά επινόησης της ιστορίας του απόντος αλλά ψυχικά δρώντος αντικειμένου.
 
Ανάλογες συνθήκες παρατηρούνται σε αναλυόμενους που υπήρξαν παιδιά ψυχωτικών γονέων(2). Η ανασύνθεση μέσω κατασκευών  και η μεθύστερη κατανόηση της παραληραματικής γονεϊκής σκέψης που παρασιτεί και ταυτίζει το υποκείμενο, όπως αναλύσαμε στην περίπτωση του νεαρού «άναρχου», αποκτούν τεράστια σημασία.
 
Αυτή η «κληρονομιά» επηρεάζει αναπόφευκτα την επιθυμία τεκνοποίησης αυτών των αναλυομένων και επιπλέον εξηγεί ορισμένες αμετακίνητες καταστάσεις ψυχογενούς στειρότητας.
 
Όλες αυτές οι κλινικές συνθήκες, στις οποίες εν συντομία αναφέρομαι, θέτουν ένα γενικότερο ερώτημα σε σχέση με τη χρήση από τον αναλυτή των ιστορικών στοιχείων και γεγονότων που αναφέρονται στις συναισθηματικές, σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες της πρώτης και της μετέπειτα παιδικής ηλικίας όπως και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν από το περιβάλλον.
 
Σε κάθε περίπτωση, ο κίνδυνος είναι να δοθεί μια μονολιθική εκδοχή με αναφορά στα γεγονότα και στα πληροφοριακά στοιχεία ή ακόμη ο αναλυτής να βασιστεί για τις κατασκευές του μόνο στη θεωρία ή αποκλειστικά στην αντιμεταβίβασή του, παραβλέποντας την ιστορική πραγματικότητα.
 
Στο ερώτημα αυτό θ’ απαντήσω επικαλούμενος ορισμένες θέσεις του Σερζ Βίντερμαν, που με οδηγούν στην εξής αντιθετική διατύπωση:

  • Αφενός υπάρχει αναγκαιότητα «να πούμε στον ασθενή την αλήθεια», ότι δεν ξέρουμε τίποτε για την ιστορικότητα της σκηνής που κατασκευάζουμε, και ίσως, έτσι, ξαναβρούμε την ελευθερία της φαντασμάτευσης που θα του επέτρεπε να συνειδητοποιήσει το μόνο που είμαστε «πραγματικά» σε θέση να συλλάβουμε, δηλαδή τη «συνολικότητα των αντιφατικών του επιθυμιών»(3).
  • Αφετέρου, τα γεγονότα της ιστορίας έχουν τεράστια σημασία «γιατί μόνο τα ιστορικών βεβαιωμένα στοιχεία που επεξεργάζεται ο ασθενής μπορούν να του προσφέρουν βεβαιότητα τόσο για την κατασκευή όσο και για τη δρώσα μέσα του πραγματικότητα των φαντασιώσεων που κατασκευάζουμε με αφετηρία αυτό που διασώθηκε από την ιστορία του»(4)

Διακινδυνεύοντας μιαν αναλογία, θα ισχυριστώ ότι όπως η σεξουαλικότητα του υποκειμένου βρίσκει έρειση (Anlehnung) στη βιολογική λειτουργία, η λιβιδινική του ιστορία ερείδεται επί της ιστορικής πραγματικότητας.
 
Ο αναλυτής καλείται να λάβει υπ’ όψιν μια σειρά παραμέτρων που αφορούν την ιστορία του σώματος, την ιστορία των σχέσεων του infans με το πρωταρχικό ψυχικό περιβάλλον και με την ψυχική ιστορία του μητρικού αντικειμένου.
 
Όλες αυτές οι «ιστορίες» προκαλούν ανεξίτηλες εμπειρίες και δημιουργούν ψυχικές εγγραφές απροσπέλαστες μέσω του ελεύθερου συνειρμού και της αναμνημόνευσης μέσα στη μεταβίβαση.
 
Ο αναλυτής καλείται τότε να φανταστεί, με αφετηρία τα διατηρούμενα ίχνη, τις μεταβιβαστικές ενδείξεις και την αντιμεταβίβαση.
 
Με άλλους όρους, καλείται να εργαστεί μαζί με τον αναλυόμενο για την κατασκευή ενός παραστασιακού χώρου που ελλείπει και για την εγκατάσταση μιας σχέσης με τον άλλον που δεν είναι δεδομένη.
 
Είναι «αμφίβολο αν οποιοδήποτε ψυχικό μόρφωμα μπορεί πράγματι να καταστραφεί εντελώς», τονίζει ο Φρόυντ στο κείμενο για τις κατασκευές. Και στη συνέχειά του μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τίποτε δεν χάνεται οριστικά για την ψυχή, όπως μάλιστα ο ίδιος επιπλέον υποστηρίζει, «είναι ζήτημα της ψυχαναλυτικής τεχνικής αν μπορεί να επιτευχθεί η πλήρης ανάδυση [του αρχαϊκού ψυχικού μορφώματος] στη μνήμη».
 
Η ερμηνευτική κατασκευή γεννά μνημονικά ίχνη ακόμη και όταν υπήρχαν από πριν, με τον ίδιο τρόπο που η σαγήνευση στην υστερία αποκτά ψυχική σάρκα εκ των υστέρων.
 
Δια της εγγραφής τους, υπονοώ σε μια χρονικότητα που προσεγγίζει το αρχαϊκό μέσα από το δευτερογενές και το επίκαιρο, μέσω δηλαδή των μεταβλητών εκδοχών μιας ιστορίας αγκυροβολημένης στο αμετάβλητο των πρωταρχικών στοιχείων που καθορίζουν την επιθυμία.
 
Με ποιες λέξεις, όμως, θα γραφεί αυτή η ιστορία; Με τις λέξεις που δανείζει ο αναλυτής, μέχρις ότου ο αναλυόμενος πάψει να αγνοεί ότι ήδη τις κατείχε από πάντα, ή μήπως μ’ ένα κεφάλαιο λέξεων και παραστάσεων που ο αναλυτής δανείζει στον αναλυόμενο για να μπορέσει να δημιουργήσει ο ίδιος τις δικές του λέξεις και παραστάσεις; Διπλή εναλλακτική προοπτική, που σηματοδοτεί τη χρήση των ερμηνευτικών κατασκευών στην παθολογία της νεύρωσης και πέραν αυτής.
 
Η γραφή της λιβιδινικής ιστορίας, η κατασκευή του παρελθόντος, η αιτιολογική επανερμηνεία των παιδικών εντυπωμάτων σεξουαλικής και επιθετικής φύσεως, οι μετασχηματισμοί τους, όλη αυτή η αυτοδημιουργική ψυχική εργασία, που γίνεται σιωπηρά ή θορυβωδώς, δραματικά ή σχετικώς ανώδυνα, δημιουργεί μορφώματα και συμπτώματα, συμπερασματικές αποκρυσταλλώσεις αλλά και παραληρηματικές πεποιθήσεις.
 
Εγγράφεται στην πορεία ποιήσεως εαυτού με συνοδοιπόρους τον Έρωτα και τον Θάνατο, τη δημιουργικότητα και την καταστροφικότητα […]

Απόσπασμα από το βιβλίο «Κατασκευές της ψυχανάλυσης. Κατασκευή του ψυχαναλυτή. Αναζητώντας μιαν αλήθεια που γιατρεύει» του Γεράσιμου Στεφανάτου, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Η ψυχανάλυση είναι χώρος αναζήτησης μιας αλήθειας που γιατρεύει, θεμελιωμένης στην ανάγκη του ανθρώπινου υποκειμένου να δημιουργεί μορφές νοήματος και αιτιότητας ικανές να στηρίξουν την ύπαρξή του στη σκηνή του κόσμου. Το υποκείμενο ποτέ δεν σταματά να κατασκευάζει κατασκευαζόμενο, να ποιεί ποιούμενο, με συνοδοιπόρους στην αχαρτογράφητη αυτή διαδρομή τον Έρωτα και τον Θάνατο, την αυτοδημιουργία και την καταστροφή.

Μακριά από αβαθείς θεωρήσεις και μετανεωτερικούς σχετικισμούς, το εν λόγω βιβλίο επανεξετάζει την φροϋδική έννοια της κατασκευής, διευρύνοντας το περιεχόμενο και τη χρήση της. Ερευνά το έργο ποιήσεως εαυτού και κόσμου όπως ο ψυχαναλυτής το συναντά στις παιδικές σεξουαλικές θεωρίες, στο παραλήρημα, στις αυτοκαταστροφικές παθολογίες. Αλλά και όπως αυτό εκφράζεται στην αυτοβιογραφική στοχαστικότητα, στη γραφή και στη μετάφραση, στις εκλεκτικές τους συγγένειες με την ψυχανάλυση.

Πώς κατασκευάζεται όμως η ίδια η ψυχανάλυση ως ιδιαίτερη κλινικο-θεωρητική πρακτική που αναφέρεται στις ασυνείδητες ψυχικές δομές, ενώ ταυτόχρονα δομείται από αυτές; Τι συνιστά τη μοναδικότητα της φροϋδικής μεθόδου; Ακόμη, πώς κατασκευάζεται ο ψυχαναλυτής σε μια διά βίου διαδικασία διαμόρφωσης, με καταγωγική αρχή τη δική του ψυχανάλυση; Τι αποκομίζουμε από τη διεθνή εμπειρία και από τη "μετεμφύτευση" των ψυχαναλυτικών θεσμών στην Ελλάδα;

Συνομιλώντας με τον άλλον και τους άλλους στο δι-αναλυτικό και διεπιστημονικό πεδίο, ο συγγραφέας του βιβλίου διατυπώνει μια πολυδιάστατη ψυχαναλυτική θεώρηση ανοικτή στο κοινωνικοϊστορικό και στην φροϋδική Kulturarbeit, χωρίς να διστάζει να αναλογιστεί -μαζί με το Κακό- τη βαρβαρότητα στον σύγχρονο πολιτισμό.

---
Tvxs - επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

---
Παραπομπές:

  1. Κατασκευές στην ψυχανάλυση, ό.π.
  2. Για την ιδιαίτερη προβληματική των παιδιών με ψυχωτικούς γονείς και την αντίστοιχη ερμηνευτική και κατασκευαστική εργασία του αναλυτή, βλ. Ποταμιάνου, Τα παιδιά της τρέλλας, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1988, και επίσης Μ. Enriquez “Le delire en heritage”, Topique 38, 1986, s. 41-47.
  3. S.Viderman, “La psychanalyse commence ainsi”, Topique, 45.
  4. S. Viderman, “Le celeste et le sublunaire, ό.π. σ. 334.