Ένα παιδί με ρώτησε κάποτε πώς μυρίζει ο Θεός. Μου το ρώτησε, εκείνο το περιορισμένο ανοιξιάτικο διάστημα που το άρωμα απ’ τις νεραντζιές θριαμβεύει πάνω στο καυσαέριο και τα σκουπίδια, χαρίζοντας για ένα δεκαήμερο στην ομορφιά την τελευταία λέξη. Σκέφτηκα τότε πως ο Θεός είναι η τελευταία λέξη, αλλά κάτι μέσα μου επέμενε πως είναι και η πρώτη και η ενδοιάμεσες και όλες όσες αποτελούν τη ζωή σ’ αυτό τον κόσμο..." H συγγραφέας Ελεονώρα Σταθοπούλου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs.gr, για το αφήγημα: Εκείνος ΙΙ, μία νέα, ξαναδουλεμένη και εμπλουτισμένη έκδοση από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

" ...Σκέφτηκα δηλαδή πως ο Θεός δεν πρέπει ν’ αναγνωρίζεται μόνο από την κατάληξη, αλλά κι απ’ την πορεία κι αναρωτήθηκα πώς να μυρίζει άραγε η πορεία αυτή, και ψάχνοντας έγραφα ότι καταλάβαινα. Ένα απ’ τα λίγα που κατάλαβα έχει για τίτλο «Το λεωφορείο» και λέει τα εξής:

«Ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω τις πολυκατοικίες να μπούνε. Το γαλάζιο πιάτο του ουρανού με μια κηλίδα γάλα.

Όρθιος στο μπαλκόνι μου, με τις παλάμες ενωμένες, επικαλούμαι το άγνωστο: Το αστροπελέκι που θα γράψει στον γρανιτένιο βράχο μια λέξη του Θεού.

Προσεύχομαι για τη σωστή ερμηνεία της λέξης. Προσεύχομαι να εκμηδενιστώ για να μπορέσω να την καταλάβω. Έτσι απλά, όπως κανείς με την όσφρηση αναγνωρίζει το γιασεμί. Άμα δεν σκέφτεσαι, τότε οι λέξεις μυρίζουν: θειάφι, απόβροχο, γάλα που βράζει.

Δεν μπορείς ποτέ να μπερδευτείς. Θα γίνω το λαγωνικό του Θεού που οσφραίνεται το Λόγο του. Δυο ρουθούνια ακριβείας που εισπνέουν τον κόσμο Του.

Α, ο κόσμος του! Α, ο λόγος του Θεού στον βράχο! Μυρίζει σαν… Μυρίζει σαν… όλα μαζί τα ιδρωμένα σώματα που ταξιδεύουν πατικωμένα σ’ ένα μεσημεριανό λεωφορείο. Ξινά και γλυκά και βαριά, ταυτόχρονα.

Ο Λόγος του Θεού μυρίζει σαν τον ιδρώτα των ανθρώπων, όταν ιδρώνουν από κούραση, από φόβο, από έρωτα, ξυπνητοί και κοιμισμένοι, με το στεφάνι του μαρτυρίου στο μέτωπο και με το στεφάνι της δόξας και με το στίγμα της αμαρτίας και με το παράσημο της αρετής. Όλοι οι άνθρωποι του λεωφορείου, που δε σταματά ποτέ ,ούτε για να ξεφορτωθεί τα πτώματα.

Επιβαίνω κι εγώ, κρεμασμένος σε μια χειρολαβή, και πίσω μένουν οι πόλεις και μπρος ξανάρχονται.  Τον οδηγό ποτέ κανένας δεν τον είδε. Μονάχα τους εισπράκτορες, που μπαίνουν μέσα ξαφνικά και σου ζητάν τα νιάτα, την υγεία, και ό,τι αγαπάς περισσότερο.

Τα δίνεις θες δε θες κι εξακολουθείς με ό,τι απόμεινε. Γι’ αυτό κι οι άνθρωποι μες το λεωφορείο βρομάνε. Γι’ αυτό με συγκλονίζει η μυρωδιά του ανθρώπινου πόνου. Του χαμένου χαδιού, της χαμένης ευκαιρίας, της χαμένης υπόληψης, του χαμένου χρόνου.

Χώνω τη μύτη μου παντού. Γρυλίζω από συγκίνηση και εισπνέω αχόρταγα το βαρύ άρωμα του Θεού μέσα στο λεωφορείο."
 

ΕΚΕΙΝΟΣ ΙΙ – Αφήγημα
 
Βιβλιοπωλείον της Εστίας  
σελ. 188
 
"ΚΑΙ ΤΟΤΕ, ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΦΡΙΚΗΣ, ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ: ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ σπρώχνω κι εγώ!

Μάλιστα πάτησα και το πόδι του νέου που μου είχε δώσει το σκαμνί. Κωπηλατούσα με τους ώμους, με τους αγκώνες, προσπαθώντας να βρεθώ κοντά στη φωτιά. Και τελικά τα κατάφερα! Τι τέλεια που ήταν! Τι θαλπωρή! Τι συναρπαστικό να βλέπεις τα σανίδια να σκαν και να πετάν σπίθες ολόγυρα. Έτριψα τα χέρια μου κι ένιωσα το αίμα μου, βραστό, να επιστρέφει στην καρδιά και στο κεφάλι μου.

Ένιωσα ευτυχία. Κάποιος με σκούντηξε, τον σκούντηξα κι εγώ. Γύρισα και είδα τα σκαμμένα μάγουλα του γέρου που πριν από ένα μήνα είχε παραμερίσει για το κοστούμι μου. Τώρα ήταν η σειρά μου να παραμερίσω.

Αυτή τη φορά δεν τα ’χασε. Αντίθετα, με προσπέρασε ευχαριστημένος που πλησίαζε ένα βήμα κοντύτερα στον τενεκέ. Θυμήθηκα τα κοπάδια με τα αδέσποτα που μαζεύει ο μπόγιας κάθε τόσο, κι ένιωσα πως επιτέλους αποτελώ κι εγώ μέλος αυτού του κοπαδιού σκυλιών που δαγκώνονται, γρυλίζουν, διασχίζουν τις λεωφόρους χωριστά και τελικά κοιμούνται γούνα με γούνα. Κατάλαβα πως οι άνθρωποι έχουμε γεννηθεί για να τρώμε με μικρές μπουκιές ο ένας τον άλλον.

Πως για ν’ αλληλοσπαραχτούμε ερχόμαστε στον κόσμο και να κλάψουμε μετά, ο καθένας μας στην αγκαλιά του εχθρού του. Κι ακόμα κατάλαβα πως η οποιαδήποτε επαφή, ακόμα και η χειρότερη, είναι μετάληψη της ζωής του άλλου. Πως εγώ δεν μετάλαβα ποτέ κανέναν. Δεν περιείχα και δεν με περιείχε κανείς. Τώρα με περιέχουν όλοι εκείνοι που έσπρωξα και που με σπρώξαν. Τους περιέχω κι εγώ. Κι όλους μαζί μάς περιέχει η ζέστη που βγάζουν τα κομμένα ξύλα καθώς καίγονται."

Η ζωή του Χριστού γραμμένη σήμερα, παράλληλα με άλλες ζωές, όμοιες με τις δικές μας, που βρίσκονται σε διάλογο με τον Λόγο Του. Κι αυτός ο διάλογος είναι άλλοτε τραχύς, άλλοτε ερωτικός και άλλοτε εναγώνιος, αλλά πάντα ειλικρινής και γι’ αυτό αναγκαίος.

---
Η Ελεωνόρα Σταθοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Σπούδασε θέατρο στη Σχολή Καρόλου Κουν και στο Εθνικό. Έπαιξε στην τηλεόραση, το θέατρο και τον κινηματογράφο, όπου πήρε δύο κρατικά βραβεία Α΄ γυναικείου ρόλου για τις ταινίες 1922 του Νίκου Κούνδουρου και Ένας ήσυχος θάνατος της Φρίντας Λιάππα.

Λίγο αργότερα εγκατέλειψε την ηθοποιία για να ασχοληθεί με την αγιογραφία, τα εικαστικά, το ραδιόφωνο και το γράψιμο. Αγιογράφησε πολλά εκκλησάκια, έκανε δύο εκθέσεις στην γκαλερί «Αστρολάβος» και εξέδωσε τα βιβλία Εκείνος, Barbara: διάλογος με μια περσόνα (εκδ. Οδός Πανός) και Καλό αίμα, κακό αίμα (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας).

Επτά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του Εκείνος, το ξανάγραψε για τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας.