Ο Διονύσης Σαββόπουλος διηγείται σε μία συνέντευξη-ποταμό που δημοσιεύουμε σε συνέχειες, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 φτάνει στην Αθήνα. Αυτό είναι το πέμπτο και τελευταίο μέρος.

Ads

«Είχαμε πάντοτε πολιτικό πρόβλημα στην Ελλάδα. Τα παλιά χρόνια τουλάχιστον, οι πολίτες ήταν πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Αυτοί που είχαν σχέση με την Αριστερά ή με τη δημοκρατική παράταξη, υπήρξαν εποχές που ούτε άδεια αυτοκινήτου δεν μπορούσαν να βγάλουνε, χρειαζόντουσαν πιστωτικό κοινωνικών φρονημάτων.

Ads

Το έχω ξαναπεί ως καλαμπούρι που δεν στερείται όμως πραγματικής βάσεως. Ήταν έτσι τα πράγματα στη δεκαετία του 1960 αλλά μετά ήρθανε τα ανάποδα στη χούντα. Δηλαδή, αν πριν τη χούντα ούτε άδεια αυτοκινήτου δεν μπορούσες να βγάλεις εφόσον ήσουνα Αριστερός, μετά τη χούντα εάν δεν ήσουνα Αριστερός δεν μπορούσες να βγάλεις ούτε γκόμενα.

Ads

Από το 1981 και μετά, με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, άρχισε να γίνεται αυτό επιτέλους που έπρεπε να γίνει. Δηλαδή να αποκτούνε πια πρόσβαση στην εξουσία και οι πολίτες που δεν είχανε μέχρι τότε. Η β’ κατηγορία άρχισε και αυτή να γίνεται όπως και η άλλη.

Ads

Αυτό έγινε με έναν τρόπο πολλές φορές χυδαίο, αριβίστικο. Εάν υπήρχε μία Αριστερά που να ξέρει, που να καταλαβαίνει το πρόβλημα, θα μπορούσε αυτό να γίνει με λιγότερο χαοτικό τρόπο. Η Αριστερά όμως εσύρθη από έναν νεφελώδη προοδευτισμό εκείνης της στιγμής και δεν μπόρεσε να κρατήσει τα μπόσικα. Δηλαδή, γι’ αυτό το λαϊκισμό που επεκράτησε στη δεκαετία του ’80, είναι υπεύθυνα και τα κόμματα της Αριστεράς.

Οι στίχοι δεν πρέπει να κρίνονται ξεχωριστά. Υπάρχει κριτική βέβαια μέσα στα τραγούδια μου και αυτοσαρκασμός, και λυρισμός υπάρχει, και ντοκιμαντέρ υπάρχει.

Με ενδιέφερε πάντοτε ένα τραγούδι που να βγαίνει από μέσα και που να μην μπορείς να πειράξεις τίποτα απ’ αυτό. Να μην μπορείς να κουνήσεις μία λέξη ή μία νότα. Να γίνονται αυτά τα δύο πράγματα ένα μαζί με την φωνή.

Υπάρχουν πολλά καλά τραγούδια, παλαιότερα ή νεότερα, στα οποία αν τους αλλάξεις τα λόγια ή λίγο την εισαγωγή, δεν παθαίνουν και τίποτα. Δοκιμάστε όμως να αλλάξετε κάτι από την «Συννεφιασμένη Κυριακή» ή από το «Χάρτινο το φεγγαράκι», δεν μπορείτε.

Αν πειράξετε κάτι θα πέσει όλο μαζί. Τέτοια τραγούδια ήθελα πάντα να φτιάχνω. Και τη θέλω, με εμπνέει, με ενέπνεε πάντοτε η συλλογικότητα, η κοινωνία, αλλά όπως την αισθάνομαι μέσα μου. Ο άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, όχι μόνο ο δημιουργός, πρέπει να προχωράει με την προσωπική του ευθύνη στα πράγματα.

Εάν πρέπει για οτιδήποτε κάνει, είτε επιχειρηματικό, είτε ερωτικό, είτε επιστημονικό, είτε καλλιτεχνικό, να εξασφαλίζει πρώτα την έγκριση του περιβάλλοντός του, του μικρού ή του μεγαλύτερου, τότε αλίμονο, δεν θα προχωρήσει τίποτα.

Βεβαίως, λογοδοτώ απέναντι στην κοινωνία και απέναντι στη συλλογικότητα όπως την νοιώθω μέσα μου. Δεν θέλω να μου λένε τι θα κάνω, όμως. Και μου έκανε εντύπωση ότι τους ήταν πάντα πολύ εύκολο να λένε στον καλλιτέχνη τι πρέπει να κάνει, σαν να ήταν κάποιος ανήλικος, σαν να είναι κάποιος ανεύθυνος. Με εξενεύριζε αυτό, πάντοτε.

Και ιδιαίτερα όταν δεν προέρχονταν από ‘κει που περίμενε κανείς να προέλθει, από συντηρητικές, ας πούμε, προελεύσεις, αλλά προέρχονταν από πράγματα που είχαν έναν μανδύα προοδευτικό, έναν μανδύα αριστερό, δημοκρατικό.

Η γεύση από τη δεκαετία του ’60 είναι μια γλυκιά συλλογικότητα και ταυτόχρονα μία ισχυρή ανάγκη να βγεις απ’ αυτήν και να προχωρήσεις μόνος για το καλό της συλλογικότητας. Να προχωρήσεις με τη δική σου ευθύνη για το καλό όλων. Αυτό αισθάνθηκα εκείνη την εποχή και αυτό με γλυκαίνει κάθε φορά που το αισθάνομαι.

Εμείς τότε προλάβαμε να ζήσουμε και τα δύο, και τη μοντέρνα ζωή που απλώνονταν σε όλο τον πλανήτη και την παραδοσιακή, των γονιών μας και των παππούδων μας.

Αυτό που θέλαμε ήτανε η ατομική μας ελευθερία, αλλά να μην χαθούνε και οι μεγάλες αξίες του παρελθόντος, να γίνει μία σύνθεση αυτών των δύο πραγμάτων. Και νομίζω ότι σε κάποιο σημαντικό βαθμό το πάλεψε αυτό το πράγμα η γενιά μου. Το έχω ξαναπεί, ότι είμαστε αριστερής συμπεριφοράς και συντηρητικής ψυχοσύνθεσης.

Το λέω στο τραγούδι, «Εμείς του ’60»: «Εμείς μιας δίψυχης ωδής παράλογα ανοικτής με συμπεριφορές ανατροπής, και της βαθιάς μας ζωής της συντηρητικής, εμείς οι εκκρεμείς».

Διαβάστε επίσης

Για τις ανάγκες μιας σειράς ντοκιμαντέρ για τη δεκαετία του ’60, ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε παραχωρήσει μία μεγάλη συνέντευξη στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα. Το Tvxs δημοσίευσε σε συνέχειες αποσπάσματα από τη μυθιστορηματική ζωή του σπουδαίου δημιουργού, που έφυγε από τη ζωή.