Ο Διονύσης Σαββόπουλος διηγείται σε μία συνέντευξη-ποταμό που δημοσιεύουμε σε συνέχειες, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 φτάνει στην Αθήνα.

Ads

«Μερικές φορές αναγκαζόσουνα να παζαρέψεις με τους λογοκριτές. “Τι βλέπω εδώ, κύριε Σαββόπουλε;”, μου είπε κάποτε ένας κριτής. “Τι;”, λέω. “Άσμα για τα κορίτσια που πηγαίνουν δύο – δύο;”. “Μάλιστα”. “Και το οποίο λέει εδώ ότι τη μαμά τους την ρωτάνε κάθε μήνα μια φορά”. Έτσι ήταν ο στίχος. “Λοιπόν;”. “Τι λοιπόν;”. “Θίγετε ένα λεπτό θέμα γυναικολογικής φύσεως”.

“Ναι” λέω, “αλλά με τρυφερότητα, κατανόηση και με ταλέντο, εάν έχετε υπόψη σας”. “Έτσι λέτε εσείς. Το άσμα απορρίπτεται. Πηγαίνετε”. “Να πηγαίνω”, του λέω, “αλλά δεν είστε μάνα και δεν μπορείτε να καταλάβετε”.

Βέβαια, η λογοκρισία ήταν και από την πλευρά της Αριστεράς, ένα γενικό πράγμα. Αυτό που με ταλαιπωρούσε κυρίως εκείνο τον καιρό ήτανε η λογοκρισία του υπουργείου της Προεδρίας, και είχε γίνει μία σχετική συζήτηση.

Ads

Μας κάλεσε τους νέους συνθέτες, νομίζω η απογευματινή εφημερίδα Δημοκρατική Αλλαγή, να μιλήσουμε για το πρόβλημα της λογοκρισίας. Όμως, οι ομιλητές και αυτοί που μας προσκάλεσαν, μας μίλησαν λιγάκι σαν να μας νουθετούσαν, σαν να μας βοηθούσανε να συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα.

Εμένα δεν μου αρέσουν αυτά τα πράγματα. Δηλαδή, ήταν σχεδόν σαν να μας λέγανε ότι για να έχει μία ουσία η καταγγελία εναντίον της λογοκρισίας και να καταγγελθεί η λογοκρισία, πρέπει να πάει καλύτερα στις εκλογές η ΕΔΑ. Με την ΕΔΑ ήμουνα εγώ, αλλά δεν μου αρέσουν αυτά τα πράγματα.

Αισθάνομαι ότι υπάρχει έλλειψη σεβασμού προς τον δημιουργό όταν μου μιλάνε έτσι. Ο δημιουργός που ξέρει μέσα του τι έχει και τι θέλει να πει, θα βρει τον τρόπο να το πει, όποιος και αν είναι ο λογοκριτής, είτε είναι της κυβέρνησης, είτε είναι κάποιου κόμματος, είτε κάποιας Νεολαίας, είτε είναι κάποιου ραδιοφωνικού σταθμού, δεν λείπουν οι λογοκρισίες από πουθενά.

Το ξέρει ο δημιουργός αυτό το πράγμα, και αν δεν το ξέρει, το μαθαίνει, και πρέπει να βρίσκει πάντα τον τρόπο. Ο Ντοστογιέφσκι λογοκρινότανε από τον Τσάρο τον ίδιο. Αν ο Ντοστογιέφσκι τα κατάφερνε με τον Τσάρο, δεν θα τα κατάφερνα εγώ με τους πολύ χαμηλότερης νοημοσύνης λογοκριτές του υπουργείου ή των κομμάτων ή των ραδιοφωνικών σταθμών;

Γι’ αυτό υπήρξα ειρωνικός σε εκείνη τη συζήτηση. Δεν θυμάμαι τα λόγια μου ακριβώς. Τα θυμάται καλύτερα ο Γκιώνης που τα έχει καταγράψει κάπου. Πάντως ό,τι και να είπα, ήτανε μία ειρωνεία απέναντι στις ευκαιριακές συλλογικότητες.

Το 1967, η ΕΦΕΕ ήθελε να κάνει μια συναυλία με τον Μάνο Λοΐζο, ο οποίος θα παρουσίαζε τα «Νέγρικα». Είχε φτιάξει ένα γκρουπ ο Μάνος, το οποίο πιέστηκε από την αστυνομία και τον άφησε σύξυλο. “Τι θα κάνουμε τώρα;”. Φτιάξαμε εκ των ενόντων μία ορχηστρούλα, πολύ ερασιτεχνική.

Εγώ πήρα μια ηλεκτρική κιθάρα, στο πιάνο ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος, μπάσο έπαιζε ο Πετροπουλάκης που πλέον είναι παραγωγός θεαμάτων, δεν ξέρω, κάτι φέρνει από το εξωτερικό. Ποιος ήταν ντράμερ; Α, ο Τζιμόπουλος, έτσι νομίζω λεγότανε. Νομίζω και ο αδελφός τού Θάνου κάτι έκανε μέσα εκεί, και η Φαραντούρη, βέβαια.

Κάναμε την συναυλία στο Κεντρικό, καλά πήγαμε, μολονότι δεν ξέραμε πολύ καλά και τι παίζαμε, αλλά είχαμε πάθος. Την ίδια μέρα παίζανε οι Ρόλιγκς Στόουνς στο Παναθηναϊκό, η συναυλία τους έμεινε στη μέση. Πήγε να πετάξει γαρύφαλα ο Μικ Τζάγκερ και μπήκε μέσα η αστυνομία και τους σταμάτησε. Μάλιστα, συνέβη κάτι πολύ αστείο.

Μετά, στα πρώτα επίκαιρα της χούντας, δεν ξέρω, από κάποιο τεχνικό λάθος η ταινία από τη συναυλία των Ρόλιγκς Στόουνς χρησιμοποιήθηκε για να φιλμαριστεί κάτι που είχε κάνει ο Μακαρέζος, και εμφανιζότανε διπλοτυπία. Ήταν, ας πούμε, ο Παττακός και από πίσω έβλεπες τον Κιθ Ρίτσαρντ, τον Μικ Τζάγκερ, πολύ αστείο.

Τέλος πάντων, επειδή, λοιπόν, η συναυλία η δικιά μας στο “Κεντρικό” πήγε καλά, είπαμε να την επαναλάβουμε. Να την επαναλάβουμε παρακαλώ στις 21 ή στις 22 Απριλίου, δεν θυμάμαι ακριβώς. Η συναυλία τελείωσε θριαμβευτικά με το “Δεν θα περά-, δεν θα περάσει ο φασισμός”. Την άλλη μέρα, δεν ξέραμε τι να κάνουμε.

Ήμασταν αισιόδοξοι ότι δεν θα γίνει τίποτα. Ο Λεωνίδας Κύρκος μάς καθησύχαζε, “το 1966 δεν είναι 1936”. Τελικά, με συνέλαβαν τον Αύγουστο του 1967 και με ρωτούσαν πράγματα για τα οποία δεν είχα ιδέα, δεν καταλάβαινα τι με ρωτούσαν.

Πράγματι, δεν ήξερα που είναι ο Μίκης Θεοδωράκης, δεν είχα ιδέα. Από πού φέρανε τον πολύγραφο, δεν είχα ιδέα. Όμως και αυτοί πώς θα βεβαιώνονταν αν είχα ή δεν είχα ιδέα; Ο μόνος τρόπος για να βεβαιωθούν ήταν με το να δέρνουν.

Ε, μετά από κάνα δίωρο σου λέει, “δεν μπορεί αυτός να έχει και τόση πολύ αντοχή, μάλλον δεν θα ξέρει τίποτα”. Έμεινα μέσα σαράντα μέρες. Ήμασταν στην υπόγα, πηγάδα την λέγαμε, και κάθε φορά φώναζε ένας φρουρός “όλοι κάτω” και κατεβαίναμε όλοι κάτω.

Στην αρχή δεν κατάλαβα γιατί. Το έκαναν αυτό όταν περνούσαν κάποιο ξυλοκοπημένο και τραυματισμένο, ανίκανο να περπατήσει δηλαδή, και δεν έπρεπε να δούμε ποιος ήταν αυτός. Διότι τον πηγαίνανε μέσα από την αυλή όπου ήμασταν και εμείς σε κάποιο απομονωτήριο.

Είναι τρομερό, αλλά το συνηθίζεις μετά από μερικές φορές. Και όταν τελείωσε η δικιά μου ιστορία από την ταράτσα και με κατεβάζανε υποβασταζόμενο, εγώ ήμουνα χαρούμενος που ξαναγυρνάω στο τσιμέντο όπου ήταν πια η πατρίδα μου, που θα ξαναγυρίσω στην αυλή εκεί πέρα που είναι οι άλλοι οι συγκρατούμενοι.

Και καθώς ανοίγει η πόρτα και με μπάζουν μέσα στην άδεια αυλή, συνειδητοποιώ τότε ότι το “όλοι κάτω” εκφωνήθηκε για μένα. Κι έτσι πέρασα μια νύχτα σε μία άδεια τσιμεντένια αυλούλα, μπήκα μέσα στα απομονωτήρια, όπου κάθισα δεκαπέντε βράδια και έγραψα μέσα εκεί δύο τραγούδια, το “Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή”, και “Η Θεία Μάρω”.

Αποφυλακίστηκα και μετά παντρεύτηκα, έφυγα στο εξωτερικό, αλλά έμεινε εκεί έγκυος η Άσπα και λέω, “τώρα τι κάνουμε; Είτε πρέπει να γυρίσουμε πίσω ή πρέπει να κάνουμε έκτρωση στην Ευρώπη”. Έτσι, αποφάσισα να γυρίσω.

Ήτανε πια Οκτώβρης ή Νοέμβρης του 1968. Δεν είχα διαβατήριο. Είχα φύγει με μία άδεια για ταξίδι του μέλιτος, δεκαπέντε μέρες μου δώσανε, αλλά αυτό είχε παρέλθει πια και με συλλάβανε όταν γύρισα στο αεροδρόμιο. Ζητούσαν να παρουσιάζομαι στο Τμήμα και να δίνω το παρόν.

Με τη δικτατορία ταλαιπωρηθήκαμε πολύς κόσμος και η καλλιτεχνική έκφραση ασφαλώς πιέστηκε πάρα πολύ. Δεν της βγήκε σε κακό όμως, εν τέλει, αν κρίνω από το πόσοι ενδιαφέροντες δίσκοι μουσικής βγήκαν στη διάρκεια της επταετίας, πόσα ενδιαφέροντα βιβλία και φιλμ.

Επίσης, με τον αρνητικό τους τρόπο η χούντα μάς βοήθησε να συνειδητοποιήσουμε ποιο είναι το κύριο θέμα. Το κύριο είναι η δημοκρατία, οι κανόνες του παιχνιδιού, οι θεσμοί. Και αυτά τα μαξιμαλιστικά για τη διάλυση του κράτους, τη δικτατορία του προλεταριάτου, όλ’ αυτά ανεβλήθησαν για ένα μακρινό, πιθανό μέλλον».

Διαβάστε επίσης

Για τις ανάγκες μιας σειράς ντοκιμαντέρ για τη δεκαετία του ’60, ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε παραχωρήσει μία μεγάλη συνέντευξη στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα. Το Tvxs δημοσιεύει σε συνέχειες αποσπάσματα από τη μυθιστορηματική ζωή του σπουδαίου δημιουργού, που έφυγε από τη ζωή.

*Διαβάστε την Κυριακή το πέμπτο μέρος…Aριστερή συμπεριφορά και συντηρητική ψυχοσύνθεση