O Διονύσης Σαββόπουλος διηγείται σε μία συνέντευξη-ποταμό που δημοσιεύουμε σε συνέχειες, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει όταν στις αρχές της δεκαετίας του 60 φτάνει στην Αθήνα. «Πήγα στο Παρκ να ζητήσω δουλειά από τον Λοΐζο. Όταν ήμουνα στη Θεσσαλονίκη υπήρχε μία εκπομπή του Β’ Προγράμματος ραδιοφώνου που λεγόταν, “Οι Νέοι συνθέτες”.
Ένοιωσα αμέσως ότι αυτό με αφορούσε. Δεν παίζανε και πολλά τραγούδια, δεν υπήρχαν και πολλά τραγούδια νέων συνθετών τότε. Νέοι συνθέτες ήταν ο Σταύρος Ξαρχάκος, κανά δυο τραγούδια είχε δισκογραφήσει ο Γιάννης Μαρκόπουλος, κι επίσης είχε γράψει δύο τραγούδια ο Μάνος Λοΐζος πάνω σε στοίχους του Λόρκα, και κάποια άλλα πράγματα.
Ήθελα να τους συναντήσω αυτούς τους ανθρώπους, ήθελα να κατέβω στην Αθήνα. Ήθελα να τους πω ότι “να, κι εγώ γράφω”, ήθελα να γνωριστούμε. Να γνωριστώ με τους ομοτέχνους μου, της γενιάς μου.
Δουλειά δεν μπόρεσα να βρω σχετική, ούτε και ήξερα και τίποτα να κάνω σχετικό. Τα πρώτα ακόρντα εμένα μου τα έμαθε ο Φώντας Λάδης και ο Μάνος Λοΐζος. Νομίζω ότι ως μαθητής του γυμνασίου είχα στείλει κάποιο τραγούδι στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, αλλά απερρίφθη. Το 1961 ήταν μάλλον.
Ήμασταν τότε και στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής όπου υπήρχε μία χορωδία η οποία τραγουδούσε κυρίως Μίκη Θεοδωράκη και Μάνο Χατζιδάκι. Και συμπεριέλαβε η χορωδία αυτή κάποια στιγμή στο ρεπερτόριό της και κάτι δικό μου, κάτι του Μάνου Λοΐζου, του Χρήστου Λεοντή, του Γιάννη Μαρκόπουλου. Για ένα διάστημα ήμουνα και ο μαέστρος της χορωδίας.
Η γνωριμία με τον Θεοδωράκη έγινε στη Θεσσαλονίκη. Στείλανε τον Μίκη Θεοδωράκη από τα κεντρικά στη Θεσσαλονίκη για να μας τραβήξει λίγο το αυτί, διότι ως Αριστερή Νεολαία προβάλαμε κάποια πράγματα υπέρ-επαναστατικά, μαξιμαλιστικά.
Εμείς πάλι, όταν ήρθε, νοιώσαμε ότι θίγεται η αυτονομία μας. Πρέπει να πω ότι γενικά υπήρχε αυτονομία στο φοιτητικό κίνημα, εκείνη την εποχή. Οι άνθρωποι που μετείχανε μπορεί να ανήκανε σε κάποια κόμματα, δεν ενεργούσαν όμως βάσει υποδείξεων των κομμάτων, ενεργούσαν αυτονόμως. Μιλάω για το κίνημα του “1-1-4”. Αυτό δεν κράτησε πολύ, βέβαια, κάποια στιγμή επενέβησαν τα κόμματα και το ελέγξανε αυτό το πράγμα.
Είχε γίνει μία θυελλώδης συζήτηση για το εάν θα μπει ένα άρθρο του Ψυρούκη για το κυπριακό στην Πανσπουδαστική. Πέρασε η άποψη της συντακτικής επιτροπής και μπήκε. Και κατέβηκε ο συμπαθέστατος φίλος μας από το κόμμα στο υπόγειο τυπογραφείο, το βράδυ, και την άλλη μέρα βγήκε η Πανσπουδαστική και τρίβαμε τα μάτια μας, δεν υπήρχε το άρθρο μέσα.
Αυτή η στιγμή σήμαινε συμβολικά και το τέλος τής αυτονομίας του κινήματος και του εντύπου του. Πρέπει να έγινε το 1964 αυτό. Τέλος πάντων, τελείωσε η θυελλώδης συζήτηση, και τα λοιπά, και βγήκαμε στην Τσιμισκή, περπάτησα για λίγο μαζί με τον Μίκη, εννοείται εγώ γεμάτος από θαυμασμό και χαρά που περπατάω δίπλα του, αλλά ταυτόχρονα αυτοσαρκαζόμουν και λίγο που χαιρόμουνα που ήμουνα δίπλα του.
Είπα «ναι, ας περπατήσουμε λίγο μαζί για λόγους κοινωνικής προβολής, να μας δει η λεωφόρος Τσιμισκή». Όταν το διηγούνταν αυτό μετά από χρόνια ο Θεοδωράκης έλεγε ότι του είχα πει να περπατήσουμε μαζί για να μας δει η θεία μου. “Μα μπερδεύεις την Τσιμισκή με την θεία μου”. Και κάθε φορά κλείνει με το ίδιο καλαμπούρι: «Η θεία σου, πάντως, τι κάνει;»
Η πρώτη μου εμφάνισή ήταν στο Κερατσίνι, σ’ ένα κινηματοθέατρο. Και είπα το τραγούδι «Ήλιε – ήλιε αρχηγέ». Πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία. Αισθάνθηκα πάρα πολύ ωραία. Είχα πει και το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη», το «Τα πουλιά της δυστυχίας».
Αρκετά μετά, το φθινόπωρο του 1964 εμφανίζομαι στη “Στοά”, στη μπουάτ του μακαρίτη πια Γιώργου Κούνδουρου, ήταν στην οδό Ξάνθου στο Κολωνάκι, τώρα είναι παπουτσάδικο, δεν ξέρω τι είναι. Ήταν πολύ ωραίο μπαρ, ένα νεοκλασικό, το είχε ζωγραφίσει όλο ο Αλέκος Φασιανός. Φτιάξαμε ένα πρόγραμμα ο Μάνος Λοΐζος, η Μαρία Φαραντούρη κι εγώ.
Ήτανε καταπληκτικό πρόγραμμα και το μπαρ είχε πάρα πολύ κόσμο. Ερχόντουσαν οι φίλοι μας ή ερχόντουσαν οι Λαμπράκηδες. Ο Γιώργος Κούνδουρος, όμως, μας σταμάτησε μετά από κάποιο καιρό. “Καλά”, τον ρωτάγανε, “γιατί το έκανες αφού είχανε επιτυχία τα παιδιά;”. Και ο Κούνουδρος έστριβε το μουστάκι του κι έλεγε:
«Ερχόντουσαν οι θαμώνες στις 21:00, παραγγέλνανε ένα καφέ και στις 2:00 η ώρα όταν τους έλεγες, “τι θα πάρετε;”, κάνανε το πέτο έτσι και σου δείχνανε το σήμα του Λαμπράκη». Εξαιρετικός ήταν ο Γιώργος.
Και μετά άρχισα να παίζω στο «Συμπόσιο», στην Πλάκα, και σε διάφορες μπουάτ. Στα «Δειλινά» έπαιξα το 1969. Κάθε φορά που έπαιζα στην μπουάτ, στο κλαμπ, πάντα κάτι με έτρωγε μέσα μου. Αισθανόμουνα σαν να τραγουδάω μέσα σε ένα στενό κύκλο.” Άραγε, πως είναι ο κόσμος έξω; Πως είναι ο άλλος κόσμος; Πως είναι το μεγάλο κοινό;”.
Πάντα το είχα αυτό, ποτέ δεν μου έφυγε. Σκεπτόμουνα ότι αν κανείς μπορεί να βρει το κοινό στοιχείο που δένει εκατό ανθρώπους και να το εκφράσει με την τέχνη του, τότε θα έχει βρει και το κοινό στοιχείο που μπορεί να δένει εκατό χιλιάδες ανθρώπους.
Φαίνεται όμως ότι ο συλλογισμός μου αυτός πάσχει σε κάτι. Όταν πας σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους ή εν πάση περιπτώσει σε πολλούς εκατοντάδες ανθρώπους, απαιτείται οργάνωση και προετοιμασία που εγώ από ταπεραμέντο δεν την είχα ποτέ μου. Έτσι όλες μου οι προσπάθειες να παίξω στο μεγάλο κοινό άλλες φορές πετυχαίνανε, άλλες φορές όχι.
Στα «Δειλινά» δεν πήγα καλά, δεν μου άρεσε αυτό που γινότανε. Μου πετάγανε λουλούδια. Εκνευρίστηκα τόσο πολύ που έσπασα την κιθάρα μου. Σταμάτησα το πρόγραμμα και δεν ξαναεμφανίστηκα. Με πήγε στα δικαστήρια ο επιχειρηματίας.
Και με καταδίκασε το δικαστήριο να αποζημιώσω τον ιδιοκτήτη του κέντρου διότι ο δικαστής δεν μπορούσε να καταλάβει. «Τι κακό πάθατε δηλαδή, λουλούδια σας πετάξανε τι σας πειράζει;». Μα, με πείραζε πάρα πολύ. Τον πλήρωσα τον ιδιοκτήτη των «Δειλινών».
Αντιθέτως, ήταν πετυχημένη η τηλεοπτική εκπομπή «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι». Να κάτι που απευθύνεται στον πολύ κόσμο. Το Ολυμπιακό Στάδιο όμως δεν ήταν πετυχημένο, δεν μου άρεσε καθόλου. Είχαμε πάρα πολύ κόσμο, ήταν μεγάλη επιτυχία, αλλά είχε και πολλά προβλήματα οργανωτικά, ηχητικά, δεν το ευχαριστήθηκα.
Δεν μου άρεσε ούτε το πρόγραμμα που κάναμε με τον Πάριο στο «Ρεξ». Αλλά μου άρεσε το πρόγραμμα που κάναμε με τον Παπάζογλου στον «Κεραμεικό». Μου άρεσε στους μεγάλους χώρους με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Όχι με τον Νίκο Πορτοκάλογλου.
Μου άρεσε επίσης πάρα πολύ το Παλαί Ντε Σπορ, επάνω στη Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1983. Είναι δύσκολο, είναι οργανωτικά τα προβλήματα.
Απ’ αυτή την άποψη, μοιάζω λίγο με την Αριστερά.
Υπήρξε συχνά αξιόλογη σε μικρό μέγεθος. Αλλά όταν απλώνονταν κι έμπαινε στην εξουσία, εκεί συνέβαιναν απρόβλεπτα πράγματα. Δεν ξέρω, χρειάζεται να τριφτεί κανείς, χρειάζεται χρόνος για να μάθει. Έχω γράψει κι στοίχο γι’ αυτό, το 1989: “Ήμασταν πάντοτε μιας ήττας που νικάει την εξουσία και ξαφνικά μας παρεδόθη αληθινά, τι τραγωδία”».
Για τις ανάγκες μιας σειράς ντοκιμαντέρ για τη δεκαετία του ’60, ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε παραχωρήσει μία μεγάλη συνέντευξη στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα. Το Tvxs δημοσιεύει σε συνέχειες αποσπάσματα από τη μυθιστορηματική ζωή του σπουδαίου δημιουργού, που έφυγε από τη ζωή.
*Διαβάστε την Παρασκευή το τρίτο μέρος…«Φορτηγό» και ο χαφιές που μας ακολουθεί
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


