Για τις ανάγκες μιας σειράς ντοκιμαντέρ για τη δεκαετία του ’60, ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε παραχωρήσει μία μεγάλη συνέντευξη στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα. Το Tvxs δημοσιεύει σε συνέχειες αποσπάσματα από τη μυθιστορηματική ζωή του σπουδαίου δημιουργού, που έφυγε από τη ζωή.

Ads

«Ήμουν πρωτοετής φοιτητής στη Θεσσαλονίκη όταν είδα κρεμασμένη στο περίπτερο την Πανσπουδαστική, το περιοδικό των φοιτητών. Στο εξώφυλλο ήταν τραυματισμένος ο γιατρός Μυλωνάκης, φοιτητής τότε, και τον κουβαλούσαν στους ώμους οι συμφοιτητές του.

Ads

Ήταν καταπληκτική φωτογραφία. Αυτός ήταν τραυματισμένος και όμορφος, και οι φίλοι του από κάτω τον κρατούσαν. Ηθελα να δω από πού βγαίνει η δύναμη αυτής της φωτογραφίας, ποιο είναι το πάθος που γεννάει μία τέτοια φωτογραφία. Και βρήκα τις άκρες, πήγα και τους βρήκα, στη Θεσσαλονίκη εννοώ. Μπήκα στη Νεολαία της ΕΔΑ. Αυτά το 1962-3. “1–1–4”, λεγότανε το κίνημα

Ads

Λίγο μετά, τον Απρίλιο του 1963, ιδρύεται η ΕΦΕΕ. Είμαι ιδρυτικό μέλος της. Κατέβηκα με άλλους συναδέλφους μου φοιτητές από τη Θεσσαλονίκη, αντιπροσωπεύαμε το επάνω πανεπιστήμιο, και ήρθαμε στην Αθήνα για να λάβουμε μέρος στις εργασίες που κατέληξαν στην ίδρυση της ΕΦΕΕ.

Ads

Λίγο πριν, είχε γίνει και η πρώτη πορεία ειρήνης με τον Λαμπράκη. Και εμείς είχαμε συγκεντρωθεί εκεί που είναι σήμερα το γραφείο μου, στους Αμπελόκηπους, αλλά μας διέλυσε η αστυνομία, τον Απρίλιο του 1963. Καθώς μας κυνηγούσε η αστυνομία, έτρεχα προς το Σύνταγμα, τέλος πάντων, δεν ήξερα καλά την Αθήνα και ακόμα δεν την έχω μάθει.

Και όπως έτρεχα καταδιωκόμενος και τρώγοντας ξύλο, είδα ένα γυναικείο παπούτσι να φεύγει, προφανώς από κάποια κοπέλα, και άπλωσα το χέρι για να πιάσω την συνοδοιπόρο μου, αλλά κάποιος μου κράτησε το χέρι και ήταν αστυνόμος αυτός.

Μας πήγανε στη Σχολή Αστυνομίας, έτσι νομίζω λέγεται, κάπου στον Περισσό, κι εκεί βγάλαμε όλη την ημέρα. Περάσαμε όλοι από έναν αξιωματικό υπηρεσίας ,μας εξετάσανε και βρήκανε επάνω σε μένα ένα μπλοκάκι όπου έγραφα στίχους.

Ο αξιωματικός άνοιξε το μπλοκάκι, είδε τους στίχους αλλά δεν καταλάβαινε, δεν έβγαζε νόημα, δεν ήτανε μέσα στα πλαίσια της δικής του αισθητικής οι στίχοι μου και νόμιζε ότι ήταν συνθηματικά, ότι ήταν κώδικες. Μαζεύτηκαν όλοι από πάνω και το κοιτάζανε.

Τότε κάναμε κι έναν πολιτιστικό σύλλογο, τη “Φοιτητική Πνευματική Κίνηση, ‘Η Ροτόντα’», έτσι λεγότανε. Εμείς ήμασταν φοιτητές της Νομικής και μαζί με άλλους συμφοιτητές, από άλλες σχολές, που ασχολούνταν με τα γράμματα, με τις τέχνες, με τη ζωγραφική, με τη μουσική, συζητήσαμε να κάνουμε ένα σύλλογο, ένα σωματείο για διαλέξεις. Πώς να το πούμε;

Όλοι γύρισαν και κοίταξαν εμένα, φαίνεται ότι είχα από μικρός ταλέντο. “Να το πούμε «Η Ροτόντα»”, είπα. Διότι παραπέμπει σε κύκλο και αναφέρεται και στο μνημείο της Θεσσαλονίκης. Εκεί κάνανε διαλέξεις, συναυλίες, πολλά.

Εγώ έφυγα πια από τη Θεσσαλονίκη μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη, στο τέλος του 1963, δηλαδή. Το Μάιο του 1963, όμως, που δολοφονήθηκε ο Λαμπράκης, ήμασταν ακόμη στη Θεσσαλονίκη. Είχε γεμίσει στρατό, είχαν έρθει από παντού, από τη Λάρισα, ένα φοβερό κλίμα.

Θυμάμαι ότι με τον μακαρίτη τον Άλκη Σαχίνη περάσαμε τις φρουρές και πλησιάσαμε στο ΑΧΕΠΑ. Δηλαδή τι θα κάναμε δύο νέα παιδιά στο ΑΧΕΠΑ; Θέλαμε να μάθουμε την αλήθεια, όμως. Αμ, δεν υπήρχε τρόπος. Πέσαμε επάνω σε μία φρουρά, «τι θέλετε εσείς εδώ;», και φύγαμε.

Αφότου ήρθα στην Αθήνα με ένα φορτηγό, την έβγαζα με λίγο αλητεία, λίγο με φιλοξενούσαν συνάδελφοι, ο Λοΐζος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος.

Έκανα και διάφορες δουλειές, έκανα πάρα πολλές δουλειές. Ήμουν μπογιατζής, ήμουνα γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών. Έχω στο σπίτι μου κι ένα πορτρέτο, το έχει κάνει ο Διονύσης Φωτόπουλος που ήταν τότε σπουδαστής της σχολής.

Στον Μόραλη έκανα “κεφάλι” και στον Μαυροΐδη έκανα γυμνό.

Έχω κάνει πολλές δουλειές. Ήμουνα γκαρσόνι. Έχω κάνει και φορτοεκφορτωτής, αλλά δεν άντεξα παραπάνω από δύο μέρες. Έμενα όπου έβρισκα και έχω κοιμηθεί και σε παγκάκια. Κάποτε είχα βρει έναν τρόπο και κάθε βράδυ διερήγνυα το παραθυράκι της εξώπορτας των γραφείων του Συλλόγου Μπέρτραντ Ράσελ που ήταν στην οδό Ασκληπιού, δίπλα στο μπαρ-καφέ «Ο Βεζούβιος» (δεν ξέρω τι είναι τώρα), κι έμπαινα μέσα.

Αλλά είναι εντυπωσιακό το πως έμπαινα μέσα, πρέπει να ήμουνα τρομερά αδύνατος για να χωράω από εκείνο το παραθυράκι. Έμπαινα μέσα και έστρωνα αφίσες που γράφανε «42 χιλιόμετρα Μαραθώνα – Αθήνα, περπάτα κι εσύ». Κι εγώ κοιμόμουνα επάνω σ’ αυτές τις αφίσες».

*Το κείμενο της συνέντευξης είχε επεξεργαστεί ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος.

*Διαβάστε την Πέμπτη το δεύτερο μέρος… Λουλούδια στα Δειλινά και Αριστερά