Η συγγραφέας Εύη Γκοτσαρίδη, επίκουρη καθηγήτρια βρετανικής ιστορίας και πολιτικής στο Université Polytechnique Hauts-de-France, καλύπτει ένα κενό στην πρόσφατη ιστοριογραφία με την έκδοση του βιβλίου «Η ζωή και ο θάνατος του Γρηγόρη Λαμπράκη» από τις εκδόσεις ΚΨΜ

Ads

Το βιβλίο ακολουθεί την πορεία του Λαμπράκη, πολύ πριν την έντονη πολιτικοποίησή του και την εξέλιξή του σε έναν θρύλο. Από τις σχέσεις με τους γονείς του και τα χρόνια που δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για την πολιτική, τα χρόνια της αφοσίωσης στον αθλητισμό και την επιστήμη και φτάνει στη δολοφονία του και το ωστικό κύμα που προκάλεσε στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. «…δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Γρηγόρης ήθελε και αγωνιζόταν για να μπορέσει η Αριστερά να γίνει απολύτως αποδεκτή και να διαδραματίσει ξανά κάποιο μελλοντικό πολιτικό ρόλο μέσα στα πλαίσια του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος» λέει στο tvxs, ενώ απαντά σε ερωτήσεις σχετικά με την πολύχρονη έρευνά της και τα νέα ντοκουμέντα που φέρνει στο φως το βιβλίο.

image

Πως προέκυψε η ιδέα του βιβλίου, μιας τόσο συνολικής εργασίας πάνω στον βίο του Λαμπράκη;

Ads

Η ιδέα να γνωρίσω καλύτερα την ιστορία του Γρηγόρη Λαμπράκη ξεκίνησε νωρίς, όταν ζούσα και μεγάλωνα στο Παρίσι. Δεν νομίζω να ήμουν παραπάνω από 15 χρονών όταν είδα για πρώτη φορά από καθαρή τύχη το ‘Ζ’ του Κώστα Γαβρά. Ήταν μια πολύ συγκλονιστική εμπειρία. Μάλιστα όταν πέρασαν τα χρόνια και άρχισαν να καταλαγιάζουν τα έντονα συναισθήματα άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί ένιωσα έτσι για την τύχη ενός ανθρώπου και ενός τόπου που επιφανειακά τουλάχιστον δεν είχαν κανένα άμεσο αντίκτυπο πάνω στη ζωή μου.

Το περίεργο ήταν ότι η συναισθηματική μου αντίδραση φαινόταν δυσανάλογη με τις ιστορικές μου γνώσεις που ήταν τότε, για να λέμε την αλήθεια, φτωχές. Και παρά το γεγονός ότι από τότε έγινα ιστορικός, ιστορικός με δύο ερευνητικά ενδιαφέροντα, παρά το ότι έμαθα δηλαδή τις μεθόδους και τη γλώσσα της επιστήμης μου, αυτή η εμπειρία συνεχίζει να αποτελεί ένα απόλυτο και αστείρευτο μυστήριο για μένα.

Νομίζω ότι όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται ίσως, το ‘Ζ’ ήταν η στιγμή της ενηλικίωσής μου και η απαρχή για την αναζήτηση της ελληνικής μου ταυτότητας. Η ταινία γέννησε πολλά ερωτήματα, πολιτικής, ιστορικής, ακόμα και προσωπικής φύσεως, και τότε πήρα την απόφαση ότι μια μέρα θα ασχοληθώ περισσότερο με την ιστορία αυτού του αδικό-χαμένου ανθρώπου και του τόπου μου.

Αλλά δεν ήταν τόσο εύκολο διότι είχα μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου το παρελθόν, είτε συλλογικό είτε οικογενειακό, δεν είχε καμιά θέση μέσα στο παρόν. Ουσιαστικά δεν ειπωνόταν. Μου πήρε πολλά χρόνια για να ξεπεράσω αυτή την σιωπηρή απαγόρευση  ή οποία κατάντησε να γίνει ένα είδος αυτολογοκρισίας. Δεν μιλάμε γι’αυτό, δεν μιλάμε για κείνο, δεν μιλάμε δηλαδή για τίποτα που εν τέλει υπήρξε καθοριστικής σημασίας στη ζωή μας.

image

Πόσο διήρκησε η έρευνά σας και ποια περίοδος της ζωής του ήταν αυτή για την οποία γνωρίζουμε λιγότερα πράγματα;

Η αγγλική έκδοση του βιβλίου μου κυκλοφόρησε το 2016. Για την πρώτη φάση περισυλλογής και επεξεργασίας του αρχειακού υλικού και τη συγγραφή χρειάστηκαν περίπου τέσσερα χρόνια. Αλλά στη συνέχεια το ελληνικό παράρτημα του Ιδρύματος Ρόζα Λουξεμπούργκ αποφάσισε να στηρίξει χρηματικά τη μετάφρασή του στα ελληνικά. Η μετάφραση που ανέλαβα εγώ στάθηκε αφορμή να αναθεωρήσω και να εμπλουτίσω το αρχικό κείμενο με νέα στοιχεία. Αυτή η δεύτερη φάση πήρε άλλα τρία χρόνια.

Επιπλέον αυτό το βιβλίο δεν αποτελεί βιογραφία με τη συμβατική ή συνηθισμένη έννοια της λέξης καθώς δίνεται πολύ μεγάλη έμφαση στο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα. Επομένως, πέρα από το αρχειακό υλικό που έχει άμεση σχέση με το βίο και το θάνατο του Γρηγόρη Λαμπράκη χρειάστηκε να συγκεντρώσω και άλλα είδη αρχειακού υλικού και δευτερεύουσα βιβλιογραφία για να μπορέσω να ανασυνθέσω μια ολόκληρη εποχή και να αναπτύξω  ιστοριογραφικά τα φλέγοντα ζητήματα της μετεμφυλιακής και ψυχροπολεμικής περιόδου.

Δηλαδή, αν θέλουμε να τα συνοψίσουμε, η έλλειψη λογοδοσίας, ή για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο πιο σύγχρονο, το δημοκρατικό έλλειμμα. Ένα μεγάλος μέρος αυτού του αρχειακού υλικού προέρχεται από το ανέκδοτο ημερολόγιό του, την αλληλογραφία του, και το απόρρητο φάκελο της Ασφάλειας που τον παρακολουθούσε.

Υπάρχουν ντοκουμέντα όπως το ημερολόγιο και η αλληλογραφία, στην οποία στηρίζετε την έρευνά σας. Τι αποκαλύπτουν και γενικότερα τι δεν γνωρίζαμε για τον Λαμπράκη τελικά;

Προσωπικά νομίζω ότι η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν ένα βαθύ τραύμα για τον ελληνικό λαό, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να επισκιάσει ως ένα βαθμό την προσωπικότητα και τη δράση του. Άλλωστε, ήταν αναμενόμενο ότι η προσοχή θα στρεφόταν πάνω στην υπόθεση της δολοφονίας και των σκοτεινών δυνάμεων που την υποκίνησαν. Ίσως να υπήρχε όμως και μια άλλη συνιστώσα. Ή στυγερή αυτή δολοφονία ενός ανθρώπου ο οποίος είχε θέσει τον εαυτό του στην πρώτη γραμμή για να υπερασπίσει το παγκόσμιο αγαθό της ειρήνης πυροδότησε ένα άνευ προηγούμενο κύμα ψυχολογικής φόρτισης και συναισθηματικής ταύτισης μαζί του, το οποίο δεν είναι ίσως το πιο κατάλληλο για να αναρωτηθεί κανείς ‘ποιός ήταν ο Λαμπράκης’.

Αυτό το φαινόμενο της ταύτισης διαφαίνεται από την πρώτη στιγμή, όταν τη μέρα της κηδείας του ακούστηκε μέσα στο πλήθος το σύνθημα ‘Κάθε νέος και Λαμπράκης!’ Όταν ένας ολόκληρος λαός, ή μια ολόκληρη νεολαία υπόσχονται να γίνουν και αυτοί ‘Λαμπράκηδες’, αυτό σημαίνει ότι στο συλλογικό υποσυνείδητο ο Λαμπράκης έχει γίνει Ένα με τον καθένα μας. Με άλλα λόγια έχει γίνει κομμάτι του εαυτού μας, κατά μια έννοια. Τον γνωρίζουμε, είναι δικός μας άνθρωπος..

Συνεπώς δεν είμαι σίγουρη ότι οι Έλληνες και προπαντός οι νεότερες γενιές γνωρίζουν πολλά για τις διάφορες πτυχές του βίου του. Όπότε αυτό το βιβλίο παρουσιάζει κάποιες άγνωστες ή ανεξερεύνητες πτυχές, όπως η οικειοθελής ένταξή του στην ΕΟΝ του Ι. Μεταξά, η αφοσίωσή του στο επιστημονικό έργο του, ο πολύ συντηρητικός και γερμανομαθής ιατρικός χώρος μέσα από τον οποίο αναδεικνύεται γυναικολόγος και υφηγητής της ιατρικής σχολής σε νέα ηλικία, οι δύσκολες σχέσεις του με τον Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο και τον Κωνσταντίνο Λούρο, οι προστριβές και οι έριδες μεταξύ των δύο, και πως αυτές επηρέασαν την επαγγελματική σταδιοδρομία του Λαμπράκη.

Αλλά και άλλες πτυχές, όπως η συνεισφορά του στην κοινωνική αλληλεγγύη στη διάρκεια της Κατοχής, η ένταξή του το 1943 στην ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ και βέβαια οι σχέσεις του με τους ανθρώπους που υπήρξαν γι’αυτόν μια άπειρη πηγή έμπνευσης, όπως ο αδελφός του, Θεόδωρος Λαμπράκης, και ο Πέτρος Κόκκαλης.

image

Ο Λαμπράκης υπήρξε μια πολυδιάστατη προσωπικότητα και σε όλα τα κεφάλαια σας διαφαίνεται έντονα τόσο ο αλτρουισμός και το αίσθημα δικαίου, όσο και το θάρρος του. Ποια πιστεύετε πως ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του γνωρίσματα;

Ναι, αδιαμφισβήτητα, ο Λαμπράκης ήταν μια πολυδιάστατη και φωτεινή προσωπικότητα, με μόρφωση, ήθος, ακεραιότητα, ενσυναίσθηση, και προπαντός φιλότιμο, και γι’αυτό ακριβώς τον λόγο είχε προσφέρει πολλά και είχε ακόμη πολλά να προσφέρει στον συνάνθρωπό του και τον συμπατριώτη του. Ήταν πολύ δυναμικός και κατά βάθος αρκετά αισιόδοξος, πιστεύω, για την πορεία των πραγμάτων στη χώρα μας και τον κόσμο. Από την άλλη, όμως, δεν ήταν αφελής διότι ήταν ένας ακτιβιστής, ο οποίος, σαν ακτιβιστής, ήξερε πολύ καλά ότι μόνο η ενίσχυση της πολιτικής συνειδητοποίησης μέσα στον ελληνικό λαό και η επίγνωση της ανάγκης για περισσότερη αλληλεγγύη μπορούσε να επιφέρει μια γενική θετική αλλαγή στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο.

Πάνω απ’όλα ο Λαμπράκης ήταν ένας ιπποκρατικός γιατρός με έμφυτη επιθυμία να βοηθήσει τους συνανθρώπους του, ειδικά τους πιο ευάλωτους. Γι’αυτόν αυτή η συμπαράσταση, που πολλές φορές ήταν ταυτρόχρονα χρηματική, πρακτική, και ηθική, δεν έμοιαζε με τη φιλευσπλαχνία που συναντάμε κάπου κάπου στην ελιτιστική νοοτροπία. Πήγαζε από μια εσωτερική εντολή και ήταν κάτι που ο ίδιος θεωρούσε αυτονόητο.

Ως γιατρός είχε επίσης μια ενστικτώδη κατανόηση του κοινού πεπρωμένου που ενώνει όλη την ανθρωπότητα, γι’αυτό και πάσχιζε με όλες τις δυνάμεις του, μέσα από τη φιλειρηνική και ιατρική του δραστηριότητα, να προστατεύσει και να διασφαλίσει το μέλλον κάθε κρίκου αυτής της ανθρώπινης αλυσίδας. Επίσης κατανοούσε βαθιά ότι όσο πιο δυνατός είναι ο κάθε κρίκος, δηλαδή όσο πιο προσφέρων και συνειδητοποιημένος είναι ο καθένας μας, τόσο μεγαλύτερες είναι και οι δυνατότητες επιβίωσης, προόδου και ευτυχίας της ανθρωπότητας. 

image

Διαβάζοντας το βιβλίο σας μοιραία ο αναγνώστης παρατηρεί αντιστοιχίες με πολιτικές καταστάσεις του σήμερα κι αυτό είναι κάτι που σχολιάζεται και στον πρόλογο του βιβλίου. Ποια είναι η γνώμη σας;

Το 2016 σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στην Εποχή είπα: “Η δημοκρατία μας δεν είναι ακλόνητη. Ούτε ήταν ποτέ ασφαλής από αιφνιδιαστικές παλινδρομήσεις στον αυταρχισμό. Μπορεί η κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας και η σχετική πολιτική ομαλότητα της μεταπολιτευτικής περιόδου να μας παραπλάνησαν κάπως, αλλά σήμερα βιώνουμε τρομαγμένοι και αποπροσανατολισμένοι μια καινούργια και πρωτοφανή υπονόμευσή της. Αυτά είπα αναφερόμενη στη δύσκολη σχέση μας με την Ευρωπαϊκη Ένωση τότε και την τάση της τρόικας να δρα σαν ένα υπέρ κράτος που υποβίβαζε την ελληνική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο σε σώματα που έδιναν ανεξέλεγκτα την έγκρισή τους στις αποφάσεις της.

Δυστυχώς το ζήτημα της δημοκρατίας και της εν δυνάμει υπονόμευσή της παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ. Μόνο που στις μέρες μας, η δημοκρατία φαίνεται να κινδυνεύει από μια ελληνική κυβέρνηση που παρακολουθεί την αντιπολίτευση και άλλα άτομα στον βωμό της ‘λογικής τους Κράτους’ και της ‘Εθνικής Ασφάλειας’. ‘Οπως βλέπετε, επανέρχεται ξανά η παλιά νοοτροπία και επικαλείται ξανά η παλιά δικαιολογία της μετεμφυλιακής περιόδου. Τότε κάθε παρασκηνιακό μέσον θεωρούταν αποδεκτό προκειμένου ο δρόμος προς τον κομμουνισμό να παραμείνει φραγμένος. Περίεργο δεν είναι; Εγώ θεωρώ πάντως πως αυτό το φαινόμενο είναι ανησυχητικό και πρέπει να θορυβήσει κάθε Έλληνα πολίτη.

Πιστεύετε ότι η πολιτεία έχει αναγνωρίσει την προσφορά του ή παραμένει ένας ήρωας της Αριστεράς μόνο;

Τον πρώτο καιρό που ήρθα στην Ελλάδα να ζήσω είχα πάει σε μια έκθεση που είχε οργανώσει το ΚΚΕ.  Η έκθεση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, πόσο μάλλον όταν παρατήρησα ότι σε ένα από τα περίπτερα ήταν στημένα δύο πανό το ένα πλάι στο άλλο. Στο πρώτο ήταν το πορτραίτο του Νίκου Μπελογιάννη στο δεύτερο ήταν το πορτραίτο του Γρηγόρη Λαμπράκη. Αυτό είναι ενδεικτικό το πως νιώθει ακόμα η Αριστερά για τον Λαμπράκη.

Σίγουρα στη σύντομη βουλευτική του θητεία ο Λαμπράκης ταυτίστηκε με την Αριστερά γιατί οι πολιτικοί στόχοι και των δυο πλευρών, δηλαδή η ειρήνη, η αμνηστεία, η ανεξαρτησία και η δημοκρατία, συνέκλιναν. Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Γρηγόρης ήθελε και αγωνιζόταν για να μπορέσει η Αριστερά να γίνει απολύτως αποδεκτή και να διαδραματίσει ξανά κάποιο μελλοντικό πολιτικό ρόλο μέσα στα πλαίσια του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος.

Από την άλλη όμως, αν θέλουμε να είμαστε πιστοί στα ιστορικά δεδομένα, ο Λαμπράκης ήταν ένας ανεξάρτητος βουλευτής, δεν υπήρξε ποτέ μέλος της ΕΔΑ, ασχέτως αν μέχρι σήμερα συνεχίζεται να αποκαλείται έτσι. Μάλιστα ο τέως πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, σε μια σειρά συνεντεύξεων που παραχώρησε στο δημοσιογράφο Αλέξη Παπαχελά, είχε πει ότι ο Λαμπράκης ήταν ένας συντηρητικός κεντρώος που τις τελευταίες μέρες πριν από τη δολοφονία του συζητούσε την προσχώρησή του στην Ένωση Κέντρου. Πάντως σε ένα έγγραφο του απόρρητου φακέλου του ο ίδιος αυτοαποκαλείται ‘Βενιζελικός’.

Είναι δύσκολο να καταλήξουμε σε ένα τελικό συμπέρασμα για την ιδεολογική του αφετηρία. Σημασία έχει νομίζω ότι ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί μαζί με την Αριστερά και να υπερασπιστεί το δικαίωμα της να παίξει κάποιο πολιτικό ρόλο στις εξελίξεις της χώρας. Δεν ξέρω αν η πολιτεία έχει αναγνωρίσει πλήρως την προσφορά του. Έχω την εντύπωση ότι η φήμη του παραμένει ακόμη κάπως στατική και περιχαρακωμένη ενώ ως άνθρωπος ο Λαμπράκης ήταν ακριβώς το αντίθετο. Αυτό είναι ίσως μια ένδειξη ότι ως κοινωνία δεν έχουμε ακόμη ξεπεράσει τα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά πάθη μας.

image