Η προβολή του ντοκιμαντέρ «Απόδραση από τα Βούρλα» και η συζήτηση Γιώργου Μπαρτζώκα, Στέλιου Κούλογλου και του συγγραφέα Γιώργου Τσιρίδη που ακολούθησε, προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για αυτό το μοναδικό περιστατικό της σύγχρονης ιστορίας.

Ads

Πέρα από τις διηγήσεις που περιλαμβάνονται στα 55 λεπτά του ντοκιμαντέρ, στο αρχείο του Tvxs υπάρχει ένα ανεξάντλητο αρχειακό υλικό από τις διηγήσεις των δραπετών στην κάμερα του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα.

Ads

Πολλοί αναγνώστες μας ζητούν περισσότερα στοιχεία. Αυτά τα ανέκδοτα ντοκουμέντα δημοσιεύει σε συνέχειες το Tvxs. Το σημερινό επεισόδιο, είναι αφιερωμένο στην Λένα Χριστοδούλου, μία θαρραλέα γυναίκα που είχε ένα κρίσιμο ρόλο στην περιπετειώδη ιστορία.

Ads

Η Χριστοδούλου ήταν η φιλενάδα του Γκαστόν Βερναρδή, ενός από τους πολιτικούς κρατούμενους και είχε καταφέρει να μπαίνει στο επισκεπτήριο της φυλακής, ως αρραβωνιαστικιά του.

Ads

Είχε βοηθήσει τους κρατούμενους να χαρτογραφήσουν την περιοχή έξω από τη φυλακή, να εξακριβώσουν που βρίσκονταν με το σκάψιμο, έβαζε και έβγαζε μηνύματα.

Η μεγαλύτερη από την πλούσια συνεισφορά της ήταν ότι κατάφερε να περάσει το πικούνι, ένα εργαλείο εντελώς απαραίτητο για τα σκάψιμο.

Διαβάστε: Απόδραση από τα Βούρλα / Ποιοι φυλακισμένοι είχαν προτεραιότητα

Ακολουθούν αποσπάσματα από τη συνέντευξη της στον Στέλιο Κούλογλου:

Είχαν φτάσει σε κάποιο σημείο στην σήραγγα και δεν ήξεραν ακριβώς πού είναι. Συμφωνήσαμε, λοιπόν, μία ορισμένη ώρα, 12.00 το μεσημέρι, να περάσω από τον δρόμο και να αφήσω να πέσουν με δύναμη για να ακουστεί ο ήχος, όλα τα κατσαρολικά, τις καραβάνες κλπ που είχα μέσα σε ένα δίχτυ, για να ακουστεί ο ήχος για να δουν σε ποιο σημείο βρίσκονταν.

Ήταν ο σκοπός εκεί. Τι να κάνω; Έφτασα ακριβώς μπροστά του και τα πέταξα, έκανα ότι μου έπεσαν.

Το πικούνι

Κάποιος στη σήραγγα, νομίζω ο Μαριανθόπουλος, ήξερε από αγροτικά εργαλεία και τους είπε ότι ο βράχος δεν σπάει αν δεν φέρνανε ένα πικούνι.

Αυτό ήταν ένα εργαλείο βαρύ, σαν βαριοπούλα αλλά είχε μεγαλύτερο όγκο. Και λέει αν δεν φέρετε αυτό δεν σπάει ο βράχος. Αποφάσισαν, λοιπόν, να ειδοποιήσουν εμένα να το φέρω. Το είπαν στον Γκαστόν, μου το μεταβίβασε και το βρήκα σε παλαιοπωλείο του Πειραιά.

Οι κρατούμενοι δεν ήξεραν τι όγκο έχει. Και μάλιστα ο Σταύρος ο Καράς, που έκανε πάντα τα αστεία, έλεγε, «πήγαινε, βρε παιδί μου,«κάνε ένα κέικ και βάλτο μέσα και φέρτο το Πάσχα ή στα γενέθλια».

Αλλά δεν γινόταν έτσι. Ηταν μεγάλο, δεν χώραγε ούτε σε τσάντα. Έπρεπε να μπει χέρι με χέρι και αν το ήθελε η θεά τύχη.

Μέχρι να φτάσω στις φυλακές κάθε φορά που είχα να βάλω κάτι, είχα ένα φόβο. Αλλά μόλις έφτανα στην πύλη, σαν να μου πέρναγαν αυτόματα όλα. Ή ταν ή επί τας. Τώρα δεν έχει τι θα γίνει.

Δεν φοβόμουν για τον εαυτό μου. Για αυτούς φοβόμουν. Είχα δει ένα εφιάλτη ότι τους πιάνουν την ώρα που έβγαιναν και τους τουφέκισαν.

Δεν ξέρω γιατί δεν είχα αγωνία για εμένα. Διέτρεχα και εγώ κίνδυνο. Θα με μπαγλαρώνανε, θα μου τις ρίχνανε. Αλλά αυτό δεν το σκεφτόμουν. Εγώ ήμουν έξω.

Είχα φτάσει σχεδόν κοντά στις φυλακές και λέω τώρα τι θα κάνω με αυτό που φαίνεται; Και βγάζω την ζακέτα και το καλύπτω. Έριξα την ζακέτα πάνω από την τσάντα και καλύφθηκε. Είχα πάρει ένα πακετάκι καραμέλες και ένα μπουκετάκι ανεμώνες.

Λοιπόν, φτάνω στην πρώτη πύλη, την κυρίως πύλη. Μου λέει ο φύλακας έχεις τίποτα για μέσα; Ναι. Και του δείχνω τις ανεμώνες και τις καραμέλες. Και από την άλλη μεριά κράταγα την τσάντα με το πικούνι. Αυτός δεν πρόσεξε. Πέρνα.

Μπήκα μέσα. Μετά ήταν ο δεύτερος έλεγχος, στην πύλη της ακτίνας. Εκεί δεν με έψαξε κανένας. Μου έδωσαν και ένα σκαμνάκι και κάθισα, με την τσάντα πάνω στα γόνατα.

Ηρθε ο Πάσσιος με μια σακκούλα γύψο,, όπως πάντα με κοίταζε στα μάτια, μου έκανε δώστο. Άνοιξα την τσάντα εγώ, το ρίχνω στον γύψο, έμεινε το πικούνι απέξω. Γιατί ο γύψος είναι βαρύς και δεν υποχωρεί, δεν ήταν αλεύρι για να μπει μέσα.

Αλλά εκείνος, σας λέω, πολύ ψύχραιμος, με μεγάλη ετοιμότητα πάντοτε, αρπάζει το πικούνι από την σακούλα και το βάζει κάτω από την μασχάλη του. Ευτυχώς φορούσε σακάκι. Το βάζει κάτω από την μασχάλη του, κράταγε σφιχτά.

Ολες τις φορές τα καταφέραμε. Σας λέω ήταν θέμα τύχης και όλη αυτή η ιστορία βασίστηκε στο απίθανο.

Ηταν μέσα μία καντίνα με σοκολατίτσες μικρές της ΙΟΝ, που πουλούσαν τότε με 1,5 δραχμή. Και άρχισαν να με κερνάνε σοκολάτες οι υποψήφιοι δραπέτες.

Στη δίκη

Το βρήκαν μέσα στη σήραγγα, θυμάμαι τότε στις εφημερίδες, ο εισαγγελέας νομίζω, το κράταγε στο χέρι του, στην δίκη των δεσμοφυλάκων και του διευθυντή της φυλακής. Γιατί αυτοί πίστευαν στο δικαστήριο ότι δωροδοκήθηκαν οι φύλακες. Ενώ δεν δωροδοκήθηκε κανείς.

Διαβάστε: Βούρλα / Οι πρώτες σκέψεις για την απόδραση

Το κυνηγητό

Και τρεις μέρες πριν γίνει η απόδραση μου είπαν να βγω στην παρανομία.

Μάζεψα λίγα πραγματάκια, είπα στην μαμά μου ότι θα πάω σε μία φίλη μου εξοχή και έφυγα. Και είχαμε κλείσει ένα ραντεβού με τον Γκαστόν, μεσημέρι που θα γινόταν η απόδραση, σε ένα ξυλουργείο όπου υπήρχε τηλέφωνο. Για να με πάρει αν όλα πήγαιναν καλά.

Και μετά άρχισε η περιπέτεια της καταδίωξης. Είχαν κινητοποιήσει όλη την αστυνομία και την χωροφυλακή του νομού Αττικής. Έγινε μεγάλο χτένισμα. Πιάσανε γρήγορα πολλούς.

Ολα τα σπίτια των αριστερών που θα μπορούσαν να τους δεχθούν χτενίστηκαν από την ασφάλεια, δεν είχαν πού να πάνε. Κοιμήθηκαν στις γέφυρες, κοιμήθηκαν στους λόφους. Τραβήξανε μεγάλη ιστορία.

Κατάλαβα ότι με παρακολουθούσαν, αλλά δεν τους συνέφερε να με πιάσουν. Θέλανε να τους πάω στον Γκαστόν ή σε οποιοδήποτε άλλον. Και έτσι εγώ δεν γύρισα στο σπίτι που έμενα. Πήγα στο σπίτι μου το πατρικό.

Και την άλλη μέρα, άλλαξα τέσσερα πέντε ταξί. Δεν τους συνέφερε κιόλας να μου δείξουν αμέσως ότι με παρακολουθούν. Και έτσι πήγα αμέσως και τους είπα ότι το σπίτι παρακολουθείται. Και έτσι την γλιτώσαμε.

Τον πρώτο μήνα, εμάς έκρυψε η Όλγα, δεν θυμάμαι το επίθετό της. Ύστερα ένας θείος μου, που ούτε ξέρω πώς μας δέχθηκαν, για μία βδομάδα. Μπράβο του. Ενώ μία άλλη θεία μου με ειδοποίησε: ”μην τυχόν και έρθετε από το σπίτι, Λένα, γιατί ο θείος έχει την καρδιά του”.

Είχαμε μία φίλη που ήταν και μέλος του κόμματος. Και μας έκρυψε εκείνη. Λεγόταν Ασπασία Κοντράκη, ήταν από την Αίγυπτο, φοιτήτρια.

Μείναμε για 9 μήνες και μετά φύγαμε για την Ρουμανία. Στην Αυστρία πήγαμε αρχικά. Με διαβατήρια τα οποία πλαστογραφήσαμε. Εμείς οι ίδιοι, ο Γκαστόν τα έκανε, με απίθανα, πρωτόγονα μέσα.

Διαβάστε: Απόδραση από τα Βούρλα / Όλες οι μαρτυρίες των αγωνιστών

Επιμέλεια αφιερώματος: Μόνικα Αρτινού