Η προβολή του ντοκιμαντέρ «Απόδραση από τα Βούρλα» και η συζήτηση Γιώργου Μπαρτζώκα, Στέλιου Κούλογλου και του συγγραφέα Γιώργου Τσιρίδη που ακολούθησε, προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για αυτό το μοναδικό περιστατικό της σύγχρονης ιστορίας.

Ads

Πέρα από τις διηγήσεις που περιλαμβάνονται στα 55 λεπτά του ντοκιμαντέρ, στο αρχείο του Tvxs υπάρχει ένα ανεξάντλητο αρχειακό υλικό από τις διηγήσεις των δραπετών στην κάμερα του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα.

Ads

Πολλοί αναγνώστες μας ζητούν περισσότερα στοιχεία.

Ads

Διαβάστε: Απόδραση από τα Βούρλα / Οι συνθήκες στη φυλακή

Ads

Αυτά τα ανέκδοτα ντοκουμέντα δημοσιεύει σε συνέχειες το Tvxs.

Σωτηρόπουλος: Η πρώτη συζήτηση έγινε τυχαία. Ένα απόγευμα ήμασταν μια παρέα στο γωνιακό κελί. Ήταν και ο Χατζηπέτρος εκεί.

Ήμασταν μια παρέα αρκετοί, καμιά οχτώ-δέκα άτομα.

Σε μια στιγμή ο Χατζηπέτρος, χωρίς να έχουμε κάνει άλλη σχετική συζήτηση, χτυπάει τον τοίχο, αυτόν που έβλεπε προς τον δρόμο ή προς το οικόπεδο, δεν θυμάμαι, και λέει: «Σε μισή ώρα τον τρυπάω και είμαστε έξω».

Μπαρτζώκας: Καταρχήν επιλέξαμε ένα κελί, το 7, που ήταν δίπλα στα πλυντήρια.

Θα πηγαίναμε εκεί και, με ένα άνοιγμα που θα κάναμε στον τοίχο, ο Χατζηπέτρος, ο υδραυλικός της φυλακής, θα έσπαγε τον τοίχο και θα έβγαιναν τέσσερις-πέντε.

Αυτό όμως κρίθηκε αργότερα επικίνδυνο, γιατί υπήρχαν σκοπιές απ’ έξω. Για αυτό αλλάξαμε τακτική και επιλέξαμε  σήραγγα και το κελί 13.

Χωρίς να πάρουν χαμπάρι οι συγκρατούμενοι, πήγαμε στο κελί 13. Ήμασταν όλοι υπόδικοι για παράβαση του νόμου 375.

Βελής: Την προσωπική μου απόφαση να δραπετεύσω την πήρα την ημέρα που συνελήφθην, την 1η Αυγούστου του 1954.

Πήρα μια απόφαση μόνος μου, για μένα. Το λέω αυτό γιατί έχει κάποια σημασία. Ήταν η εποχή που η απόδραση δεν ήταν μέσα στο σύνολο των επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων ενός κομμουνιστή. Δεν ήταν επιτρεπτή η απόδραση.

Διαβάστε: Απόδραση από τα Βούρλα / Πώς βρεθήκαμε στη φυλακή

Το απόγευμα της 1ης Αυγούστου του 1954, όταν με έσπρωξε ένα θηρίο, ο Καρπόζηλος, ένας παλαιστής, μου έδωσε μία και με πέταξε μέσα στο κελί και βρόντησε την σιδερένια πόρτα πίσω μου.

Θυμάμαι πολύ καλά τη σκέψη μου. «Βελή, θα είσαι για φτύσιμο», είπα στον εαυτό μου, «αν δεν φύγεις από δω, αν δεν δραπετεύσεις και αν δεν είναι έτσι ώστε να μην σε ξαναπιάσουνε». Έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου να δραπετεύσω και να μην με ξαναπιάσουν.

Σωτηρόπουλος: ο Σταύρος ο Καράς είχε χωρίσει, κατά την ονοματολογία της Γαλλικής Επανάστασης, τους κρατουμένους ανάλογα με τη συμμετοχή τους στην απόδραση. Εμένα και τον εαυτό του μάς είχε τοποθετήσει στο κόμμα των λυσσασμένων, των ενραζέ, στα γαλλικά.

Τον δε Κυριάκο Τσακίρη,  τον ζωγράφο, τον είχε κατατάξει στο κόμμα των Γεροντίνων. Ξέρεις γιατί; Οι Γεροντίνοι ήταν συντηρητικοί. Και πράγματι ο Κυριάκος ήταν συντηρητικός.

Όχι ότι είχε άδικο ο άνθρωπος, γιατί αυτό που κάναμε εμείς ήταν και λίγο παραπάνω από την τρέλα.

Να πάρεις την ευθύνη να οργανώσεις απόδραση και όχι μόνο να την οργανώσεις, αλλά να τη βάλεις μπροστά και να την πραγματοποιήσεις σε μια φυλακή που δεν μπορούσες να κρύψεις με σιγουριά ούτε ένα πακέτο τσιγάρα; Όλο τσιμέντο ήταν. Και αυτό να μη γνωρίζουν τίποτα οι πολιτικοί κρατούμενοι, ούτε οι φύλακες, και να στεφθεί με επιτυχία;

Αυτό το πράγμα όχι μονάχα δικαιολογούσε κάθε συντηρητισμό και κάθε σκεπτικισμό, αλλά μπορούσε ακόμα και ματσούκι να πάρει κανείς για να πει: «Τι λέτε, βρε; Ανεύθυνοι!»

Αλλά εμείς το κεφάλι το είχαμε λίγο πάνω από τα άλλα κεφάλια και προχωρήσαμε.

Βελής: Πρωτομίλησα για απόδραση στον Σταύρο τον Καρρά, ο οποίος, ενθουσιώδης όπως ήταν, το υιοθέτησε αμέσως.

Μετά από κανέναν μήνα, προς το τέλος του Νοεμβρίου, ήρθε στα Βούρλα και ο Λεωνίδας ο Τζεφρώνης. Με τον Λεωνίδα είχαμε πάντοτε μια ιδιαίτερη, φιλική σχέση. Του μιλήσαμε κι οι τρεις, εγώ, ο Γκαστόν και ο Κώστας ο Φύλης.

Αν δεν ήταν ο Λεωνίδας, δεν θα γινόταν η δραπέτευση. Μπορεί να προσπαθούσαμε να φύγουμε κάποιοι άλλοι, αλλά αυτός που την υιοθέτησε και την οργάνωσε, ο βασικός παράγοντας της οργάνωσής της, ήταν ο Λεωνίδας ο Τζεφρώνης. Είχε τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου πρακτικού, συγκεκριμένου, με οργανωτικό πνεύμα.

Λιναρδάτος: Μια μέρα που περπατούσα στο προαύλιο, με πλησίασε ο Τζεφρώνης και μου λέει: «Τι θα έλεγες εάν σου δινόταν η δυνατότητα να βρεθείς έξω;»

Τον κοίταξα. Πέρασε από το μυαλό μου αυτό που γινόταν ορισμένες φορές, δηλαδή όταν ήθελαν για κάποια δουλειά να βάλουν έναν, τον υποχρέωναν να κάνει δήλωση για να βγει έξω.

«Κοίταξε, εάν είναι για καμιά δουλειά να κάνω δήλωση για να βγω έξω, δεν κάνω», του λέω. «Δεν έκανα στη Μακρόνησο, δεν έκανα στην απομόνωση, δεν έκανα σε τόσα βασανιστήρια που έχω περάσει, δεν κάνω».

«Όχι», μου λέει, «κάτι ετοιμάζουμε. Θέλεις να πάρεις μέρος;»

Εγώ κατάλαβα αμέσως. Του λέω «ναι». Και από εκείνη τη στιγμή μπήκα στην υπόθεση της δραπέτευσης.

Μπαρτζώκας: Όταν επιλέξαμε το κελί 13, έπρεπε να δούμε πού θα βγούμε.

Απέναντι από τη μάντρα της φυλακής, της Γ΄ ακτίνας, υπήρχε ένα εργοστάσιο παραγωγής λουλακιού. Μέσα στο εργοστάσιο υπήρχαν τα αποδυτήρια. Πήγαιναν οι εργάτες να δουλέψουν, άφηναν τα ρούχα τους, πλένονταν, τα φορούσαν και έφευγαν. Εκεί θέλαμε να βγούμε.

Στείλαμε λοιπόν τις κοπέλες, την Ειρήνη την Πετρουλάκη, που ήταν μνηστή του Θόδωρου του Βασιλόπουλου, και τη Λένα τη Χριστοδούλου. Έκαναν μια κατόπτευση του χώρου, δήθεν ότι κάτι ψάχνουν, και είδαν τα αποδυτήρια.

Έπρεπε τώρα να δούμε πώς θα φτάσουμε εκεί. Το δρομολόγιο, πώς θα γίνει. Ξέραμε ότι υπήρχαν σκοπιές απ’ έξω. Στη γωνία ακριβώς απέξω από τα αποδυτήρια υπήρχε σκοπιά με φυλάκιο και στην άλλη γωνία άλλη σκοπιά.

Έστειλα και τον αδελφό μου μετά, για να το διασταυρώσω. Μετρήσαμε την οδό Δογάνης. Με βηματισμούς υπολογίσαμε ότι ήταν περίπου δέκα μέτρα το πλάτος της. Επίσης, από το σημείο αυτό μέχρι την άλλη γωνία, όπου ήταν τα αποδυτήρια, υπολογίσαμε άλλα δέκα μέτρα.

Δέκα μέτρα και δέκα μέτρα σχηματίζουν ένα ορθογώνιο τρίγωνο, που η υποτείνουσά του έβγαινε περίπου 18 μέτρα.

Βέβαια, κάναμε μια παράκαμψη στην πορεία, γιατί φτάσαμε κάτω στα θεμέλια και έπρεπε να διορθώσουμε πορεία.