Η προβολή του ντοκιμαντέρ «Απόδραση από τα Βούρλα» και η συζήτηση Γιώργου Μπαρτζώκα, Στέλιου Κούλογλου και του συγγραφέα Γιώργου Τσιρίδη που ακολούθησε, προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για αυτό το μοναδικό περιστατικό της σύγχρονης ιστορίας.

Ads

Πέρα από τις διηγήσεις που περιλαμβάνονται στα 55 λεπτά του ντοκιμαντέρ, στο αρχείο του Tvxs υπάρχει ένα ανεξάντλητο αρχειακό υλικό από τις διηγήσεις των δραπετών στην κάμερα του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα.

Ads

Πολλοί αναγνώστες μας ζητούν περισσότερα στοιχεία.

Ads

Αυτά τα ανέκδοτα ντοκουμέντα  δημοσιεύει σε συνέχειες το Tvxs. Στο σημερινό επεισόδιο, η επιλογή των φυλακισμένων που θα αποδρούσαν και οι πρώτες σφυριές.

Ads

Βαρδινογιάννης: Τα κριτήρια, βέβαια, ήταν κατ’ αρχήν να συμμετάσχουν αυτοί που είχαν έρθει από το εξωτερικό κατηγορούντο για κατασκοπεία και θα περνούσαν από δίκη. 

Αλλά και όσοι προσφέρονταν και μπορούσαν να αποδώσουν στην παράνομη δουλειά έξω: να συνδεθούν, να στήσουν οργανώσεις, να παλέψουμε. Εμείς την παράνομη δουλειά τη σκεφτόμασταν με πολύ περηφάνια.

Ροδάκης: Ο Κολοκοτρώνης, που ήταν στο τρίτο κελί και δούλευε στην τρύπα, ήταν φίλος μου. Ερχόταν και κάναμε πλάκα. Κάνω έτσι, βλέπω τα χέρια του ροζιασμένα. «Τι έκανες ρε εδώ;» του λέω.

Διαβάστε: Βούρλα / Οι πρώτες σκέψεις για την απόδραση

Εγώ ήξερα ότι φτιάχναμε κρύπτες παλιά. «Φτιάχνεις καμιά κρυψώνα; Πες μου τι είναι!» του λέω. Και μου λέει: «Μα… μα… μα». Από εκεί μαθαίνω την υπόθεση.

Σε μένα, όμως, είχαν έρθει και είχαν κάνει μια έρευνα από την καθοδήγηση της φυλακής. Ερχόντουσαν και σου έλεγαν: «Έχεις να κρύψουμε έναν άνθρωπο έξω; Έχεις μέρος να τον κρύψουμε;» Αν έλεγες όχι, αυτό το έπαθαν πολλοί. Τους έλεγαν «δεν έχω» και τους άφηναν.

Δεν είχα καταλάβει όμως ότι ήταν για δραπέτευση. Νόμιζα ότι θέλουν σπίτι για  κάποιον παράνομο.Και είπα ναι.

Σωτηρόπουλος: Έπρεπε να κάνουμε ορισμένες αλλαγές στα κελιά, γιατί στα δύο γωνιακά κελιά έπρεπε να μπουν όλοι οι μυημένοι. Πράγμα καθόλου εύκολο. Ο άλλος δεν βολευόταν, δεν άλλαζε εύκολα. Τον ενοχλούσε το ροχαλητό ή είχε πατριώτη ή φίλο στο κελί.

Μπαρτζώκας: Στην κοινή γνώμη της φυλακής δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι αυτοί στο κελί 13 ασχολούνται με την υπεράσπισή τους. Ετοιμάζουν τις απολογίες τους, γιατί πρόκειται να γίνει η δίκη. Έτσι αυτοαπομονωθήκαμε, κλειστήκαμε και αυτό δημιούργησε και κάποιες παρεξηγήσεις.


Ήταν ένας φίλος μου, ο Σακάς, με τον οποίο ήμασταν συνάδελφοι από την Ανωτάτη Εμπορική, και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι τον αποφεύγω.

Σωτηρόπουλος: Κάναμε περίπου έναν μήνα, είκοσι πέντε ημέρες, κουβεντολόι. Εκείνο το κουβεντολόι, Θεέ μου! Να συζητάς και να συζητάς, τις απίθανες περιπτώσεις κινδύνου. Όλος ο σχεδιασμός ήταν ένας κίνδυνος.

Διαβάστε: Απόδραση από τα Βούρλα / Οι συνθήκες στη φυλακή

Στην αρχή ανιχνεύαμε μεθόδους που να ήταν βραχυπρόθεσμες, δηλαδή να ξεμπερδέψουμε σύντομα. Όταν είδαμε ότι αυτό ήταν ανέφικτο, προσανατολιστήκαμε στη βάση, στη σήραγγα.

Τζεφρώνης: Ούτε ξέραμε πόση ακριβώς ήταν η απόσταση. Ξέραμε στο περίπου, γιατί στείλαμε τις κοπέλες, όταν ήρθαν στο επισκεπτήριο να μας πουν πόσα βήματα χρειάζονταν για να διασχίσεις τον δρόμο. Υπολογίσαμε ότι θα ήταν γύρω στα 20-22 μέτρα και πραγματικά έτσι ήταν.

Σωτηρόπουλος: Την πρώτη ημέρα, από μέρους της (καθοδηγητικής) επιτροπής της φυλακής, παρακολουθούσα εγώ το έργο. Πήγα να χτυπήσουμε τα πρώτα χτυπήματα, αφού είχαμε περάσει από τις ατέλειωτες και βασανιστικές συζητήσεις.

Πήρε ο Χατζηπέτρος ένα σφυρί και ένα καλέμι για να σπάσει το τσιμέντο. Βάλαμε έξω μια παρέα να παίζει βόλεϊ και να κάνει ντόρο.

Εγώ πήγα και κάθισα στο κρεβάτι. Πίσω μου ήταν η ακτίνα των ποινικών κρατουμένων, πρεζάκηδες και λοιποί. Αφού πέρασε το σύνθημα ότι είναι έτοιμα και φώναζαν έξω, δίνει ο Γιώργος ο Χατζηπέτρος τα πρώτα δύο χτυπήματα.

Όχι πολύ δυνατά, επιφυλακτικά. Σείστηκε η φυλακή. Εμένα μου φάνηκε ότι δεν είχα πού να βάλω το κεφάλι μου. Λέω: «Πώς δεν ήρθαν ακόμα;»

Τίποτα. Το τσιμέντο εκεί ήταν μια επάλειψη που με τον χρόνο είχε πάρει τη σκληράδα του ατσαλιού. Ούτε καν χαράχτηκε.

Δύο ακόμα, δύο-τρία, χειρότερα. Τίποτα.

Μου λέει: «Πρέπει να χτυπήσω δυνατά και θα μας ακούσουν. Δεν πας να συνεννοηθείς με την επιτροπή;»

Όταν έφτασα εκεί στους άλλους της επιτροπής, λέω μέσα μου: «Τώρα να πάω; Τι θα μου δώσουν αυτοί; Έχουν κανέναν τρόπο μαγικό να κάνω μάγια στο τσιμέντο να λιώσει; Το τσιμέντο αυτό είναι. Θα αρχίσουν πάλι οι συζητήσεις, ο Κυριάκος θα αρχίσει πάλι τις αντιρρήσεις του, δικαιολογημένα ο άνθρωπος, και συνεπώς μπορεί να οδηγηθούμε σε ματαίωση».

Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη. Η δεύτερη, ταυτόχρονα, σε κλάσμα δευτερολέπτου: «Σωτήρη, κάποιο ωραίο πρωί θα σε πάνε για εκτέλεση όπως τους άλλους. Και θα σου έρχεται στο μυαλό τούτη η εικόνα τώρα. Και θα λες, οδεύοντας προς τον Γολγοθά: Βρε ηλίθιε, γιατί δεν έλεγες στον Χατζηπέτρο τότε να χτυπήσει και ό,τι έβγαινε;»

Λέω στον Γιώργη: «Άκου, ρε Γιώργη. Δεν έχω να πάω πουθενά. Έχω αποφασίσει να σπάσουμε το τσιμέντο και θα το σπάσουμε. Δώσε όσα χτυπήματα χρειάζονται».

Δίνει. Τρανταζόταν η φυλακή. Εγώ απορούσα πώς κρατούσα τα αυτιά μου και πώς δεν είχαν έρθει ακόμα.

Λιναρδάτος: Εμείς κάναμε φασαρία απ’ έξω με το βόλεϊ και πρωτοστατούσε ο μακαρίτης ο Σταύρος ο Καράς. Ήθελε να παίζουμε βόλεϊ, να κάνουμε φασαρία.

Σωτηρόπουλος: Βγάζει μια πετσούλα όσο το νύχι. Ύστερα, με πλάγια χτυπήματα, βγάζει κι άλλες πέτσες. Αυτό το σκληρό από μέσα ήταν πιο μαλακό.

Ήταν το γκρος μπετό από μέσα. Οπότε εκείνο ήταν πιο υπάκουο. Χτυπάει, κάνει μια τρύπα, βάζει το χέρι του μέσα, βγάζει μπάζα, τα είχαν βάλει για να στηρίζεται το τσιμέντο.

Ύστερα παίρνει έναν λοστό και τον κάνει μοχλό. Αρχιζε να μεγαλώνει την τρύπα.