Η αϋπνία έχει εν μέρει κληρονομική βάση, σύμφωνα με μια νέα μεγάλη αμερικανική γενετική έρευνα. Οι επιστήμονες εντόπισαν συγκεκριμένα γονίδια που μπορεί να πυροδοτήσουν την ανάπτυξη διαταραχών του ύπνου και τα οποία είναι δυνατό να κληροδοτηθούν στους απογόνους.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Μάρεϊ Στάιν του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Σαν Ντιέγκο, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιολογικής ψυχιατρικής «Molecular Psychiatry», πήραν δείγματα DNA από περισσότερους από 33.000 στρατιώτες και στη συνέχεια έκαναν ανάλυση του γονιδιώματός τους.

Επίσης, διαπιστώθηκε ότι υπάρχει γενετική σχέση ανάμεσα στην αϋπνία και σε ψυχιατρικές διαταραχές όπως η σοβαρή κατάθλιψη, αλλά επίσης ανάμεσα στην αϋπνία και σε σωματικές παθήσεις, ιδίως τον διαβήτη τύπου 2.

Η αϋπνία είναι μια συνήθης διαταραχή του ύπνου που χαρακτηρίζεται από τη δυσκολία χαλάρωσης ώστε να επέλθει ο ύπνος και τη δυσκολία παραμονής σε κατάσταση ύπνου. Τα άτομα που πάσχουν από αϋπνία συνήθως δεν αισθάνονται ξεκούραστα όταν ξυπνούν, κάτι που επηρεάζει αρνητικά τις επιδόσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η αϋπνία έχει σοβαρό αντίκτυπο στα επίπεδα ενέργειας, στη διάθεση, την υγεία, την επαγγελματική ζωή και την ποιότητα ζωής γενικότερα.

Η χρόνια αϋπνία πάει χέρι-χέρι με διάφορα χρόνια προβλήματα υγείας όπως η καρδιοπάθεια, ο διαβήτης και οι ψυχικές παθήσεις. Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι η καλύτερη κατανόηση του γενετικού υπόβαθρου της αϋπνίας θα οδηγήσει σε καλύτερες φαρμακευτικές θεραπείες στο μέλλον.