«Ποτέ δεν επέτρεψα στη φοίτησή μου στο σχολείο να βλάψει την παιδεία μου». Μαρκ Τουέιν

Μια που το θέμα των ημερών είναι η Παιδεία, η εκπαίδευση, οι μεταρρυθμίσεις και οι αντιμεταρρυθμίσεις της, θυμίζω εδώ, ας πούμε για λόγους εγκυκλοπαιδικούς, και μια μια εναλλακτική πρόταση εκπαίδευσης που τελευταία έχει αρχίσει να συζητιέται αρκετά και στην Ελλάδα, την εκπαίδευση στο σπίτι (homeschooling). Στο μικρό αυτό σημείωμα παραπέμπω σε λήμματα στα αγγλικά (ή και στην αγγλόφωνη wikipedia), ώστε οι αναγνώστες να μπορούν να εξοικειωθούν με τους διάφορους όρους και να κάνουν εκτενέστερες αναζητήσεις αν θέλουν.

Ο όρος homeschooling σημαίνει εκπαίδευση στο σπίτι και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Αμερικανό εκπαιδευτικό John Holt [http://en.wikipedia.org/wiki/John_Caldwell_Holt] τη δεκαετία του 1970. Αν και παλαιότερα ήταν συνήθης μέθοδος, κυρίως πριν την εμφάνιση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, σήμερα ο όρος παραπέμπει σε μια εναλλακτική μέθοδο παιδείας. Στην πράξη, ομάδες γονέων συνεργάζονται και συγκροτούν ομάδες μαθητών. Έτσι, το εκπαιδευτικό πλαίσιο παρέχεται από τους γονείς [οι οποίοι, εννοείται, αφιερώνουν γι’ αυτό το έργο προσωπικό χρόνο, χώρο, προσπάθεια και ενέργεια] σε σπίτια ή άλλους προσβάσιμους χώρους [εργαστήρια, βιβλιοθήκες, κτλ] και η εκπαίδευση γίνεται είτε από γονείς είτε από εκπαιδευτικούς που προσλαμβάνονται είτε online με την καθοδήγηση ενηλίκου, σύμφωνα με ένα ωράριο που βολεύει τις οικογένειες. Σε κάθε περίπτωση, οι λέξεις κλειδιά είναι γι αυτή τη μέθοδο εκπαίδευσης είναι: τεχνολογικές πλατφόρμες, υλικό, δίκτυα (ανθρώπων), διδάσκοντες, πιστοποίηση, κοινωνικοποίηση, συμμετοχή σε τυπικό εξεταστικό σύστημα, ενώ η κρίσιμη ερώτηση που θα πρέπει εκ των προτέρων να απαντηθεί είναι «τι γίνεται αν αλλάξω γνώμη στην πορεία».

Οι λόγοι για τους οποίους οι γονείς την επιλέγουν είναι, σύμφωνα με δικές τους δηλώσεις, θρησκευτικοί ή πολιτικοί λόγοι, τα καλά αποτελέσματα σε εξετάσεις, το άσχημο περιβάλλον σε πολλά σχολεία, η καλύτερη ανάπτυξη του χαρακτήρα στο σπίτι, τα υψηλά δίδακτρα της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ο γεωγραφικά απομακρυσμένος τόπος κατοικίας ή κατοικία σε ξένη χώρα, το ελαστικό ωράριο, ο χώρος, η επιλογή των συμμαθητών, η προσαρμογή του ρυθμού εκπαίδευσης σε κάθε παιδί, σύμφωνα με τον προσωπικό ρυθμό, τις κλίσεις και την ηλικία του κάθε παιδιού, η ελαστικότητα στη διδασκαλία του περιεχομένου της ύλης, η αποφυγή θρησκευτικών ή πολιτικών στερεοτύπων που μεταφέρονται, σκοπίμως ή ασυνείδητα, στους μαθητές μέσα στις παραδοσιακές τάξεις, ακόμα και η αυτοπεποίθηση και η συμμετοχή σε κοινωνικές δράσεις.

Στην Ελλάδα το homeschooling, αν και δεν απαγορεύεται ρητώς, δεν είναι νόμιμη εκπαιδευτική μέθοδος, τουλάχιστον όχι για τους Έλληνες πολίτες, εκτός από ειδικές περιπτώσεις που υπάρχουν προβλήματα υγείας του παιδιού – αν και υπάρχουν «παραθυράκια» στο νόμο που θα μπορούσαν να επιτρέψουν μαχητά επιχειρήματα υπέρ της μεθόδου. Αυτό σημαίνει ότι παιδεία στη σημερινή Ελλάδα ίσον δωδεκαετής υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο από τα 6 έτη, ανεξαρτήτως της συναισθηματικής, ψυχολογικής ή γνωστικής ωριμότητας των παιδιών, ενώ αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του κράτους να καθορίζει όχι μόνο το περιεχόμενο της «παιδείας» που παρέχεται αλλά και το χρόνο, το χώρο και τους ρυθμούς με τους οποίους το παιδί θα πρέπει να μάθει την «διδακτέα ύλη». Υπάρχουν οικογένειες στην Ελλάδα που εφαρμόζουν ήδη τη μέθοδο εκπαίδευσης στο σπίτι, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις ο ένας ή και οι δύο γονείς είναι ξένης υπηκοότητας – και οι ξένοι υπήκοοι έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν ένα πρόγραμμα homeschooling χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα όπου κι αν βρίσκονται εφόσον η κυβέρνηση της δικής τους χώρας το νομιμοποιεί.

Ο όρος unschooling παραπέμπει στην εκπαίδευση που δεν βασίζεται σε συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών και που έχει μια πιο χαλαρή δομή από το homeschooling. Πρόκειται για άλλη μια πρόταση του Holt την οποία κατέθεσε με γενικό σκοπό η εκπαίδευση να αναθεωρηθεί για να γίνει πιο φιλική στα παιδιά. Ήδη στο βιβλίο του How Children Fail (1964) ο εκπαιδευτικός επικρίνει το σύστημα πίεσης που ενήλικες εκπαιδευτικοί ασκούν σε παιδιά μαθητές σε ένα άκαμπτο πλαίσιο και παρατηρεί ότι τα μικρά παιδιά μαθαίνουν πιο «αποτελεσματικά» όταν κινητοποιούνται με δικούς τους όρους και με βάση τα δικά τους ενδιαφέροντα. Για το λόγο αυτόν προτείνει ότι ο/η εκπαιδευτικός θα πρέπει να αξιολογεί πολλές παραμέτρους, για παράδειγμα, το «είδος» της νοημοσύνης στο οποίο φαίνεται να «έχει κλίση» το κάθε παιδί πριν το καθοδηγήσει προς ορισμένες γνώσεις [για παράδειγμα, η αφηρημένη σκέψη, η κατανόηση, η επικοινωνία, η λογική σκέψη, η ικανότητα προγραμματισμού, η συναισθηματική ευφυΐα και η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων συνιστούν διαφορετικούς «τύπους» νοημοσύνης]. [βλ. και http://en.wikipedia.org/wiki/Multiple_intelligence].

Γενικώς, οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι που εφαρμόζονται σήμερα ανά τον κόσμο στη εκπαίδευση κατ’ οίκον είναι η κλασσική εκπαίδευση (βλ. και Trivium, Quadrivium), η εκπαίδευση τύπου Charlotte Mason, η μοντεσσοριανή μέθοδος, η θεωρία των πολλαπλών τύπων νοημοσύνης, η εκπαίδευση Waldorf, η εκπαίδευση Thomas Jefferson, το Unschooling, το Radical Unschooling, κ.α. (βλ. και αντίστοιχα λήμματα στο internet).

Όσον αφορά την καταλληλότερη ηλικία για την έναρξη της τυπικής εκπαίδευσης, ήδη από την δεκαετία του 1970 οι παιδαγωγικές και οι γνωσιακές επιστήμες έχουν διεξαγάγει έρευνες για να καταλήξουν ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι πριν τις ηλικίες των 8 ετών η υποχρεωτική εκπαίδευση ίσως να μην είναι και τόσο ωφέλιμη για τα παιδιά (ακαδημαϊκώς, κοινωνικώς, νοητικώς και ψυχολογικώς) [βλ. ορισμένες έρευνες http://en.wikipedia.org/wiki/Early_Childhood_Education] [ http://en.wikipedia.org/wiki/Ivan_Illich, http://en.wikipedia.org/wiki/Raymond_S._and_Dorothy_N._Moore_Foundation , κ.α.]. Στις ηλικίες αυτές, υποστηρίζεται από τους ερευνητές αυτούς, πιο σημαντική φαίνεται να είναι η επαφή με τους γονείς στο σπίτι, που συντελεί στην βέλτιστη συναισθηματική και ψυχολογική τους ανάπτυξη – η οποία, όπως όλοι, εκπαιδευτικοί και μη, γνωρίζουμε, είναι προαπαιτούμενο όχι μόνο για την καλή «σχολική καριέρα» αλλά και για ολόκληρη τη ζωή ενός παιδιού.

Εκτός Ελλάδας η εκπαίδευση κατ’ οίκον είναι νόμιμη σε πολλές χώρες και προτιμάται από πολλές οικογένειες. Για παράδειγμα, αναφέρω ενδεικτικά στατιστικά στοιχεία (ετήσια): 1,5 εκατομμύρια μαθητές στις Η.Π.Α. το 2007, περίπου 1 εκατομμύριο στη Ρωσία, 20.000 στη Μεγάλη Βρετανία το 2009,. 6.500 στη Νέα Ζηλανδία το 2007 [βλ. περισσότερα στοιχεία στο http://homeschooling.families.com/blog/homeschooling-around-the-world-europe]. Στην Ελλάδα σήμερα γίνονται ήδη κάποιες ενέργειες από γονείς που προσπαθούν να δημιουργήσουν και να οργανώσουν κοινότητες ανθρώπων που ενδιαφέρονται για εναλλακτικούς τρόπους εκπαίδευσης των παιδιών τους, που έχουν αρχίσει να μελετούν το νομικό πλαίσιο για να δουν πώς αυτή η μέθοδος μπορεί να νομιμοποιηθεί και για να ενημερώσουν για τις αξίες της μεθόδου [βλ. συνδέσμους παρακάτω].

Η φιλοσοφία του homeschooling δεν αρνείται την εκπαίδευση ως διαδικασία, ούτε φυσικά την παιδεία, αρνείται μόνον την εκπαίδευση μέσα στο τυπικό, υποχρεωτικό, ισοπεδωτικό πλαίσιο του σχολείου.
Όμως, γιατί ν’ ασχοληθούμε με κάτι που – ακόμα – δεν είναι νομίμως εφικτό στην Ελλάδα; Για τους εξής λόγους: πρώτον, διότι οι περισσότεροι γονείς κάνουν, ούτως ή άλλως, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, εκπαίδευση κατ’ οίκον στα παιδιά τους, είτε με ιδιαίτερα μαθήματα, είτε «διαβάζοντάς» τα για το σχολείο και δεύτερον, επειδή, σε κάθε περίπτωση, το όλο φιλοσοφικό και παιδαγωγικό υπόβαθρο του homeschooling και του unschooling έχει μεγάλο θεωρητικό ενδιαφέρον. Η κάθε σχετική συζήτηση είναι πολύ σημαντική, καθώς αγγίζει τομείς όπως η κοινωνιολογία, η φιλοσοφία της εκπαίδευσης, η παιδοψυχολογία, η πληροφόρηση και η γνώση, η κοινωνικοποίηση και η αγωγή, η ανάπτυξη της προσωπικότητας, ο ρόλος της οικογένειας, η ποιότητα του περιεχομένου του προγράμματος εκπαίδευσης, η επάρκεια των γονέων αλλά και των εκπαιδευτικών να διδάξουν τα παιδιά τους ή παιδιά άλλων, και πολλά άλλα.

Και λίγα βιβλία στα ελληνικά σχετικά με τη γνωσιακή ανάπτυξη των παιδιών

«Πώς σκέφτονται τα παιδιά», Siegler, Gutenberg

«Η σκέψη των παιδιών», Donaldson, Gutenberg

«Η εγκατάλειψη του σχολείου», Βοσνιάδου- Παπαθεοφίλου, Gutenberg

Μια εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα των Οικολόγων Πράσινων «Πράσινη Πολιτική» το καλοκαίρι του 2011

* Η Κατερίνα Χρυσανθοπούλου (1966), είναι συγγραφέας, διερμηνέας, μεταφράστρια και ακαδημαϊκή ερευνήτρια. Έχει πανεπιστημιακά πτυχία Πληροφορικής και Αγγλικής Φιλολογίας και μάστερ στη Γνωσιακή Επιστήμη (Cognitive Science). “Εχει επίσης εκπαιδευτεί στην σωματική ψυχοθεραπεία (Βιοσύνθεση) και στη Θεραπευτική Γραφή.

Έχει εκδώσει τα βιβλία «Η γυναίκα που έγραφε για τον άντρα» (2006, εκδ. Κέδρος), «Primavera – Κοιτάζω μάτια που κοιτάζουν εμένα» (2007, εκδ. Τόπος), «Το Κινέζικο Δωμάτιο» (2008, εκδ. Τόπος, 2008), «Πρωτόγαλα» (2009, εκδ. Futura), «Τα μωρά είναι άνθρωποι της νύχτας » (2012, εκδ. Μοτίβο/Τόπος)

other-side.gr