Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα λιοντάρι. «Βασιλιά των ζώων» το λεγαν, γιατί ζώα ήσαν αυτοί πού το λεγαν βασιλιά.

Ο βασιλιάς αυτός, όπως κάθε βασιλιάς, δυο πράματα επιθυμούσε: Το δικό του το χουζούρι και το ξένο αίμα.

Ο λόγγος στράγγιζε το αίμα του και του το πήγαινε.

– Πάρε αφέντη μου κι αυτό δεν έχω άλλο. Λύπηση… Τελείωσαν τα ζαρκάδια μου κι οι λαγοί μου κι οι αγελάδες μου.

—Δώσε, δώσε ακόμα. Θάρτει το γεράκι να σάς σπαράξει και δε θάχετε βασιλιά να σάς προστατέψει. Δώσε.

—Δίνω, δίνω. Έλεος;…

Και μια μέρα σηκώθηκε.. το γεράκι. Ένα γεράκι αγριωπό και λιμασμένο. Το δάσος ρήμαξε. Μα το λιοντάρι ακόμα ζητούσε:

—Δώσε! έλεγε ολοένα. Δώσε!

«Τετέλεσται, είπε κάποια στιγμή ο λόγγος. Τα ζωντανά μου κρύφτηκαν, χάθηκαν. Μα το γεράκι ήταν αχόρταγο. Ήθελε να φάει, να φάει ακόμα. Μα τί;

Φτάνει και στο ποτάμι που χώριζε το λόγγο άπ το βασίλειο του λιονταριού.

—Λιοντάρι βασιλιά, φωνάζει το γεράκι άπ την όχθη. Κάνε την προσευχή σου. Ήρτε η ώρα να σέ φάω.

—Φυλάξου! του φωνάζει πονηρά το λιοντάρι. Ξοπίσω σε παραμονεύει ή αρκούδα. Θα σέ καταπιεί!

— Τότε περίμενε. Έχε χάρη. Τρώω πρώτα την αρκούδα και μετά. Μα ετοιμάσου. Κατόπι έρχεται ή σειρά σου.

Το γεράκι στράφηκε κατά την αρκούδα. Και τότε το λιοντάρι σφυρίζει κρυφά στην αρκούδα;

— Άκουσε, κυρά αρκούδα: Σμίγουμε; Κάνουμε κόμμα;

Η αρκούδα πού είχε τιμή και φρόνηση:

—Γιατί όχι; του λέει. Απάνω του κι οι δυο. Καθώς εγώ θα του τρώω τη μύτη, εσύ θα του τρως την ουρά. Θα βοηθήσουνε και τα κρυμμένα ζώα. Έτσι αδερφάκια;

—Έτσι! είπαν τα έντρομα ήμερα ζώα του λόγγου. Μπαίνουμε στο κόμμα σας.

Μακριά άρχισε το πετσόκομμα του γερακιού και της αρκούδας’ και το λιοντάρι τόρριξε στο χουζούρι και στο ακόνισμα των δοντιών του.

—Βόηθα και σύ αδερφοποιτέ! φώναξε ή αρκούδα. Χάνομαι. ..

—Περίμενε. Για να πηδήξω το ποτάμι θέλω κότσα. Περίμενε. Λιμάρω τα νύχια μου.

—Βόηθα! Χάνομαι!

—Είπα: Λιμάρω τα νύχια μου.

Μα η αρκούδα δεν ήταν από κείνες πού τα βάζουν κάτου. Ίδρωσε, λαχάνιασε, έπεσε, σηκώθηκε, ξανάπεσε, ξανασηκώθηκε… ώσπου το γεράκι ξεπουπουλιασμένο άρχισε να χολώνει. Τότε και τάλλα φοβισμένα ζώα ξεμύτισαν κι” άρχισαν κι αυτά να του δίνουν δαγκανιές. Το άχτι τους τάκανε θεριά. Άρχισαν να του μαδούνε τις φτερούγες, να του πλαγιάζουν τα πλευρά.

—Αρκούδα! εσύ μάς γλύτωσες, έλεγαν στην κουρασμένη άπ’ το κυνηγητό αρκούδα. Δέξου το να γίνεις εσύ βασιλιάς μας.

Μόλις τ’ ακούει το λιοντάρι μανιάζει. Μια και δυο πηδάει το ποτάμι και  σπαράζει ένα πούπουλο του γερακιού.

—Ααα !!! γελούνε περιπαιχτικά τα ζώα. Αμ δε ! Ας μην ήταν η αρκούδα και βλέπαμε την παληκαριά σου.

Το λιοντάρι φρενιάζει. Ψάχνει να βρει υπήκοό του. Πουθενά. Κι εκεί παίρνει το μάτι του την ειρηνική φτωχή αγελάδα.

—Εσένα μια φορά σέ γλύτωσα εγώ. Εμπρός! ‘Ανακήρυξε με βασιλιά!

—Όχι, πολυχρονεμένε μου! Εσύ με στράγγιζες. Ας είναι καλά ή αρκούδα και τα κερατάκια μου.

Top’ λιοντάρι λυσσάει.

—Ποιος θα σου δίνει θροφή; Αν πας μ αυτήν θ’ άντεροκοπείς απ’ το χιόνι.

—Δε θέλω τίποτα. Μου φτάνει το ξεροχόρταρό μου.

—Θα σου δίνω μπόλικο, παχύ χορτάρι.

—Ξέρω. Για να με ξεγελάσεις και να με ζέψεις.

—Ώστε μ’ απαρνιέσαι; Πρόσεξε γιατί είμαι ξεκούραστος. Λέγε. Μ’ απαρνιέσαι;

—Με την άδειά σου …

—Ε τότε, να … κι εγώ. Να … Να … Να… Να, πού δε θέλεις χορτάρι. Να πού δε θέλεις προστασία!

—Βοήθεια, αδέρφια!… φωνάζει ή γελάδα. Βοήθεια !…

Τ’ άλλα ζώα απάντησαν αδύναμα:

—Είμαστε λαβωμένοι, αδερφούλα. Είμαστε όλοι λαβωμένοι και κουρασμένοι. Μη, πολυχρονεμένε μας βασιλιά, παρακαλούν το λιοντάρι. Λυπήσου την άμοιρη αδερφούλα μας. Λυπήσου τις πληγές της.

—Σκασμός εσείς! ’Αχάριστα!

—Κακούργε!

—Τώρα να τελειώσω μ’ αυτήν και σάς δείχνω.

Η αρκούδα μπήκε φρόνιμα στη μέση :

—Ακούσει, άδερφοπητέ, δε σ’ έβλαψε αυτή η άραχλη. Εσύ τρως κρέας, κείνη χορτάρι. Tι νιτερέσα έχετε να λύσετε; Χτυπά καλύτερα το γεράκι, γιατί εγώ κουράστηκα.

—Όχι. Να λογαριαστώ πρώτα μ’ αυτήν κι’ ύστερα. Για να μάθει να σηκώνει δικό της μπαϊράκι. Έπειτα εσύ δεν ταιριάζει να μπαίνεις στη μέση. Τι την κάναμε τη συμφωνία;

—Τη συμφωνία την κάναμε για να χτυπήσουμε το γεράκι κι’ όχι την αγελάδα! Την αγελάδα συμφωνήσαμε να την προστατέψουμε μαζί.

—Κι αφού δε μ’ αφήνει να την προστατέψω;

—Λογαριασμός της. Λοιπόν αποτραβήξου. Κι έλα να κάνουμε άλλη μια συμφωνία. Μα να είναι ή τελευταία.

—Συμφωνία; Μετά χαράς! “Όσες θέλεις. Μα να βγάλει πρώτα η γελάδα και να μου δώσει τα κέρατά της.

Σμίγουνε λοιπόν κάπου και κάνουνε κι άλλη μια συμφωνία.

Χωρίσανε με χαιρετούρες και γλύκες. Λόγια τιμής, όρκοι. Όλα εν τάξει.

Η αγελάδα μουκάνισε ευχαριστημένη.

—Παρών! κάνει το λιοντάρι και πηδάει από πάνω της. Μ εφώναξες; Εδώ είμαι!

—Συμφωνήσατε ; κάνει έντρομη η αγελάδα.

—Ναι. “Όλα εν τάξει. Και τώρα: το λαιμό σου.

—Όχι. Λυπήσου με ! Δε θέλω !

-Προστασία ή σέ κομματιάζω!

—Και η συμφωνία; λέει με πνιγμένη φωνή.

—Η συμφωνία; Τι συμφωνία; Συμφωνία έκανα με την αρκούδα, δεν έκανα με του λόγου σου! Και τής περνά τη θηλειά.

Κι ή αγελάδα μόνη, αδύναμη, κοιτάζει με απόγνωση προς την ανατολή και τα μάτια της στάζουν, στάζουν αίμα, γιατί δεν έχει πια δάκρυα…

Μενέλαος Λουντέμης  – «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης»

**********************

Ο Νίκος Σαραντάκος στο ιστολόγιό του εξηγεί το παραμύθι:

Το εισαγωγικό κομμάτι στο «Μεγάλο Δεκέμβρη» το ονομάζει ο συγγραφέας παραμύθι, και θυμίζει μάλλον μύθο του Αισώπου, όπου τα ζώα παίρνουν τους ρόλους των ανθρώπων. Το παραμύθι του Λουντέμη εξηγεί συνοπτικά πώς οι Άγγλοι ιμπεριαλιστές από σύμμαχοι στον αντιφασιστικό αγώνα έφτασαν να γίνουν νέοι δυνάστες. Το ήθος και ο χαρακτήρας του ζώου ανταποκρίνεται στη στάση που κράτησε καθεμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές (Άγγλοι: λιοντάρι, ΕΑΜ: αρκούδα, Γερμανοί: γεράκι, ελληνικός λαός: ειρηνική αγελάδα).

ΠΗΓΗ: antikleidi.com