Σαν σήμερα, στις 26 Μαΐου 1926, γεννήθηκε ο τρομπετίστας Μάιλς Ντέιβις (Miles Davis), ο ακούραστος και χαρισματικός καινοτόμος της τζαζ.

Ο Ντέιβις έπαιζε με ένα χαρακτηριστικά απαλό τόνο, χωρίς βιμπράτο (διακύμανση του ήχου), και η τρομπέτα του ακουγόταν σαν να εξέφραζε λύπη και μοναξιά. Ηχογράφησε ένα από τα πιο φημισμένα άλμπουμ της τζαζ, το Kind of Blue (Columbia, 1959). Μια σύνθεση του από αυτό το δίσκο που είχε τεράστια επιρροή στην τζαζ είναι το So What, που αποτελεί ένα κατ’ εξοχήν παράδειγμα της «πολύπλοκης απλότητας» που χαρακτήριζε τη μουσική του:

Από μαθητής των γιγάντων της τζαζ σε «Star Maker»

Όταν ήταν 16 χρονών, ο Ντέιβις έπαιξε με τον Τσάρλι Πάρκερ και τον Ντίζι Γκιλέσπι για πρώτη φορά. Δύο χρόνια αργότερα μπήκε στην μπάντα τους: προσπάθησε να «μπει στο πετσί τους» για να μάθει να παίζει και συγκατοίκησε για ένα χρόνο με τον Πάρκερ. Απέκτησε βαθιά γνώση της μουσικής. Όπως είπε αργότερα, «και η πόρτα να έτριζε, ξέραμε ακριβώς τι νότα ήταν ο ήχος».

Έχοντας συνεργαστεί με τους γίγαντες της τζαζ, ο Ντέιβις διάλεγε ιδιαίτερα ταλαντούχους μουσικούς για τις μπάντες του. Όπως τον ντράμερ Τόνι Γουίλιαμς, παρόλο που ήταν μόλις 17 χρονών όταν άρχισε να παίζει μαζί του, και τον πιανίστα Χέρμπι Χάνκοκ, που είχε παίξει Μότσαρτ με τη φιλαρμονική του Σικάγο σε ηλικία 11 χρονών. Πολλά άλλα μεγάλα ονόματα της τζαζ έγιναν διάσημα δίπλα στο Ντέιβις: ανάμεσά τους οι σαξοφωνίστες Τζον Κολτρέιν και Γουέιν Σόρτερ, οι πιανίστες Μπιλ Έβανς, Γουίντον Κέλι, Τσικ Κορέα και Κιθ Τζάρετ, ο βιμπραφωνίστας Μιλτ Τζάκσον, και ο μπασίστας Ντέιβ Χόλαντ. Για αυτό ο Ντέιβις έχει χαρακτηριστεί  «star maker».

Σε συνεργασία με τον πιανίστα και συνθέτη Τελόνιους Μονκ και το Μιλτ Τζάκσον, ο Ντέιβις ηχογράφησε το άλμπουμ Bags Groove (Prestige, 1957). Το  Bags Groove θεωρείται ένα από τα πιο τέλεια από καλλιτεχνική άποψη κομμάτια της εποχής:

Ένα «μαύρο αγόρι» με διχασμούς και αποφασιστικότητα

Ο Ντέιβις κατάγονταν από εύπορη οικογένεια αλλά μεγάλωσε στις ΗΠΑ των φυλετικών διακρίσεων. Αισθάνθηκε εντελώς διαφορετικά το 1949, όταν επισκέφθηκε το Παρίσι και έκανε παρέα με τον Πικάσο, το Ζαν-Πολ Σαρτρ και την τραγουδίστρια Ζουλιέτ Γκρεκό, με την οποία είχε και σύντομη ερωτική σχέση. «Ποτέ δεν είχα αισθανθεί έτσι στη ζωή μου... να με μεταχειρίζονται οι άλλοι σαν άνθρωπο ....  Στο Παρίσι κατάλαβα ότι όλοι οι λευκοί δεν ήταν ίδιοι», σχολίασε για αυτή την περίοδο. Αυτό άλλαξε αμέσως όταν γύρισε στις ΗΠΑ και τον αντιμετώπιζαν εντελώς διαφορετικά, «σαν κάθε άλλο μαύρο αγόρι», όπως σχολίασε ο ίδιος.

Οι αντιδράσεις του προς τους λευκούς, και προς τη ζωή γενικά, ήταν συχνά αντιφατικές. Όταν το 1970 ο Άγγλος κιθαρίστας Eric Clapton του ζήτησε να παίξουν μαζί σε ένα φεστιβάλ ροκ, ο Ντέιβις αρνήθηκε: «το ροκ είναι λευκή λέξη. Και δεν θέλω να γίνω λευκός», ήταν η εξήγηση που έδωσε. Όπως παρατήρησε ο ιστορικός της τζαζ Joachim Berendt «ένας άνθρωπος με τόσα συμπλέγματα, που έχει τέτοιους διχασμούς μέσα του, πρέπει να είναι πραγματικά χαρισματικός για να γίνει τόσο επιτυχημένος».

Ο Ντέιβις έπαιρνε ηρωίνη και λόγω αυτού είχε πολλά προβλήματα στην καριέρα του. Για να ξεπεράσει την εξάρτηση του από την ηρωίνη, το 1954 πήγε στη φάρμα του πατέρα του και έμεινε κλειδωμένος σε ένα διαμέρισμα για 7 ημέρες, χωρίς να τρώει ή να πίνει. Όταν τελικά βγήκε από το διαμέρισμα, είχε καταφέρει να νικήσει τον εθισμό του.  Η δημιουργικότητα του απογειώθηκε ξανά, με άλμπουμ σαν το Milestones (Columbia, 1958), με το ομώνυμο κομμάτι:

Ο ακούραστος καινοτόμος, η στροφή στο fusion και ο «θάνατος» της τζαζ

Στη μουσική του Ντέιβις διακρίνονται διαφορετικά στάδια, γιατί άλλαξε το στυλ του αρκετές φορές. Την περίοδο 1945-1948 έπαιζε με τον Τσάρλι Πάρκερ στο στυλ της μπιμπόπ. Από το 1947 μέχρι το 1958 έπαιζε κυρίως cool τζαζ. Μετά την τεράστια επιτυχία του στο φεστιβάλ του Newport το 1955 άρχισε να παίζει στο στυλ που χαρακτηρίστηκε «neo-bop», μέχρι τη μεγάλη του αλλαγή στο fusion  ή electric τζαζ.  Ο Ντέιβις συνετέλεσε επίσης στο άνοιγμα της τζαζ στη διεθνή μουσική. Το άλμπουμ του Sketches of Spain έχει επιδράσεις ισπανικής μουσικής και ιδιαίτερα φλαμένκο.

Η μουσική του Ντέιβις άλλαξε ριζικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ο πρόεδρος της δισκογραφικής εταιρείας Columbia του πρότεινε να παίζει για τους νεαρούς και νεαρές φαν του ροκ, γιατί έτσι θα πουλούσε δίσκους. Όπως παραδέχτηκε μετά ο ίδιος ο Ντέιβις «άρχισα να καταλαβαίνω ότι οι μουσικοί του ροκ δεν ήξεραν τίποτα από μουσική αλλά ήταν δημοφιλείς, και δεν ήμουν διατεθειμένος (ήταν τότε 43 ετών) να γίνω μία ανάμνηση».

Ο Ντέιβις αντικατέστησε τα παραδοσιακά όργανα της τζαζ με ηλεκτρονικά. Το αποτέλεσμα ονομάστηκε «fusion» και ήταν η πρώτη φορά που η μουσική της τζαζ δεν βασίστηκε σε πνευστά όργανα ή τραγούδι, αλλά σε ηλεκτρονικά και συνθεσάιζερ. Το πρώτο fusion άλμπουμ του Ντέιβις ήταν το Bitches Brew, και οι πωλήσεις ξεπέρασαν τις 400.000 μέσα στον πρώτο χρόνο αφότου κυκλοφόρησε. Ο Ντέιβις ηχογράφησε άλλα 15 άλμπουμ τα επόμενα 4 χρόνια και έδωσε συναυλίες σε μεγάλα στάδια, στα οποία μόνο διάσημα συγκροτήματα ροκ είχαν εμφανιστεί στο παρελθόν.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Ντέιβις κατάφερε να έχει τεράστια επιτυχία εκείνα τα χρόνια απογοήτευσε πολλούς οπαδούς της τζαζ: «Ο Ντέιβις εγκατάλειψε τα στοιχεία που τον είχαν κάνει μεγάλο μουσικό τα πρώτα χρόνια ... ήταν σαν να έπαιζε τένις χωρίς δίχτυ», σχολίασε με πίκρα ο συγγραφέας της τζαζ Gerard Early. Μερικοί κριτικοί τον κατηγόρησαν ότι «ξεπουλήθηκε». Ο Ντέιβις εγκατέλειψε την τζαζ, και το 1975 δήλωσε πως «η τζαζ πέθανε, είναι η μουσική ενός μουσείου».  Αντίθετα με την απαισιόδοξη πρόβλεψη του, η τζαζ εξακολούθησε να έχει απήχηση, και κομμάτια του σαν το Freddie Freeloader παραμένουν αξέχαστα:

Ο Ντέιβις πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου 1991. Παρά τις αλλαγές της μουσικής του πορείας, και την εμπορική επιτυχία της εποχής του fusion, ο Ντέιβις παραμένει γνωστός ως ένας κλασικός ερμηνευτής μιας «Kind of Blue» τζαζ, βαθιά ριζωμένης στο μπλουζ.