Μαζί με τη Βρετανία και τη Σουηδία, η Ολλανδία ήταν παραδοσιακά εκ των πλέον ισχυρών υποστηρικτών της τουρκικής ένταξης στην Ε.Ε. Μάλιστα, η τοποθέτηση της Χάγης υπέρ της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ήταν η αφορμή για την αποχώρηση του Χερτ Βίλντερς από το κόμμα του, το κεντροδεξιό VVD, το 2004 και τη δημιουργία του ακροδεξιού Κόμματος Ελευθερίας υπό τον ίδιο. Σήμερα, η Ολλανδία είναι ο μακράν πρώτος ξένος επενδυτής στην Τουρκία, την οποία επισκέπτονται κάθε χρόνο ένα εκατομμύριο Ολλανδοί τουρίστες. Η οικογένεια του Τούρκου πρωθυπουργού Μπιναλί Γιλντιρίμ έχει στην ιδιοκτησία της ολόκληρο στόλο εμπορικών πλοίων και εταιρείες με έδρα στην Ολλανδία.

Τούτων δοθέντων, ο διπλωματικός πόλεμος που μαίνεται αυτές τις μέρες ανάμεσα στη Χάγη και την Αγκυρα μοιάζει με ανεξιχνίαστο μυστήριο για όσους έχουν γαλουχηθεί με το περίφημο «it’s the economy, stupid», επιτομή της προεδρίας Κλίντον και της θριαμβεύουσας παγκοσμιοποίησης. Ακόμη και για τη σημερινή εποχή πρωτοκαθεδρίας των πολιτικών παθών και εθνικιστικού πυρετού, όμως, τα όσα διαδραματίστηκαν αυτές τις μέρες στις δύο χώρες προκάλεσαν παγκόσμια κατάπληξη.

Τα γεγονότα είναι γνωστά. Μετά τη Γερμανία, η Ολλανδία δεν δίνει άδεια για την πραγματοποίηση εκδηλώσεων για το τουρκικό δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου με ομιλητές Τούρκους υπουργούς. Οταν ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου επιχειρεί, παρ’ όλα αυτά, να πετάξει στο Ρότερνταμ, η Χάγη κλείνει τον εναέριο χώρο της στο αεροπλάνο που μεταφέρει τον υπουργό Εξωτερικών μιας χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ. Κι όταν η υπουργός Οικογενειακών Υποθέσεων της Τουρκίας μπαίνει οδικώς στη χώρα, προερχόμενη από τη Γερμανία, η ολλανδική αστυνομία τη σταματάει τριάντα μέτρα έξω από το τουρκικό προξενείο του Ρότερνταμ, θέτει σε κράτηση τους σωματοφύλακές της, την απελαύνει και διαλύει βίαια τους συγκεντρωμένους, Τούρκους μειονοτικούς.

Η απάντηση της τουρκικής κυβέρνησης ανατίναξε και τις τελευταίες γέφυρες με τη Χάγη, αλλά και με το Βερολίνο. Οπου βρεθεί κι όπου σταθεί, ο Ταγίπ Ερντογάν χαρακτηρίζει τις δύο κυβερνήσεις «υπολείμματα των ναζί». Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Νουμάν Κουρτουλμούς, απειλεί με αναθεώρηση της συμφωνίας Βρυξελλών - Αγκυρας για το προσφυγικό και η κυβέρνησή του κλείνει τον εναέριο χώρο σε αεροπλάνα που μεταφέρουν Ολλανδούς διπλωμάτες. Αν είναι έτσι οι σύμμαχοι, τι χρειάζονται, άραγε, οι εχθροί;

Ανήσυχος για τις επιπτώσεις της ολλανδοτουρκικής σύγκρουσης στη συνοχή του ΝΑΤΟ, ο γενικός γραμματέας του, Γενς Στόλτενμπεργκ, παρενέβη πυροσβεστικά, καλώντας και τις δύο πλευρές να ρίξουν τους τόνους. Τις ισορροπίες κράτησε και η Γαλλία, η οποία, αν και καταδίκασε την περί ναζί φιλολογία της Αγκυρας, επέτρεψε στον Τσαβούσογλου να μιλήσει σε συγκέντρωση ομοεθνών του, στο Μετς. Τίποτα δεν δείχνει, όμως, ότι η κρίση βαίνει προς γρήγορη εκτόνωση. Αντίθετα και οι δύο πλευρές έδειξαν ότι βολεύονται μια χαρά με την κλιμάκωσή της.

Είναι προφανές ότι Βερολίνο και Χάγη δεν οδηγήθηκαν στις απαγορεύσεις από δημοκρατική ευαισθησία – η Αγκελα Μέρκελ δεν είχε κανένα πρόβλημα να επισκεφθεί τον «σουλτάνο» Ερντογάν στο παλάτι του, μεσούσης της τουρκικής προεκλογικής περιόδου, σε μια κυνική συναλλαγή για το προσφυγικό. Ο βασικός λόγος που οδήγησε τις δύο ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να σκληρύνουν τη στάση τους ήταν οι εκλογές που έγιναν την Τετάρτη στην Ολλανδία και θα γίνουν τον Σεπτέμβριο στη Γερμανία. Με την ισλαμοφοβία σε άνοδο, ο κεντροδεξιός πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε βρήκε την ευκαιρία για μια επίδειξη αντιτουρκισμού, ώστε να εξασθενίσει την απειλητική Ακροδεξιά του Βίλντερς. Και τα κατάφερε, αλλά με αντίτιμο να νομιμοποιήσει το 80% της ισλαμοφοβικής, αντιμεταναστευτικής πλατφόρμας του Βίλντερς, επιτρέποντας στην Ακροδεξιά και τον Ερντογάν να καθορίσουν την ατζέντα της ολλανδικής πολιτικής ζωής.

Από την πλευρά του, ο Ερντογάν υπολογίζει ότι θα σερφάρει πάνω στο τσουνάμι του πληγωμένου τουρκικού εθνικισμού για να κερδίσει ένα δημοψήφισμα που μέχρι την περασμένη εβδομάδα εμφανιζόταν πολύ δυσκολότερο απ’ ό,τι ο ίδιος αρχικά υπολόγιζε. Μέχρι στιγμής, φαίνεται να του βγαίνει. Ακόμη και ο κυριότερος πολιτικός του αντίπαλος, ο αρχηγός του CHP Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, υποχρεώθηκε να σταθεί στο πλευρό της κυβέρνησης, ζητώντας μάλιστα πλήρη διακοπή των σχέσεων με την Ολλανδία. Ωστόσο το τίμημα από τις εξελίξεις που δρομολογούνται θα είναι και για την Τουρκία μεγάλο.

Πέφτουν στην παγίδα της Μέρκελ

Η ρήξη με Γερμανία και Ολλανδία συνιστά χαριστική βολή για την προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., η οποία είχε ούτως ή άλλως μπει στο ψυγείο. Επενδύοντας στον αντιδυτικό εθνικισμό που καλπάζει στην Τουρκία, ιδίως μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ο Ερντογάν παίζει το παιχνίδι της Αγκελα Μέρκελ, η οποία, από τη στιγμή που ανέβηκε στην εξουσία, υποστήριζε πάντα την «ειδική σχέση» με την Τουρκία στη θέση της πλήρους ένταξης.

Βεβαίως μια χαλαρή σχέση εμπορικής και στρατιωτικής συνεργασίας θα βόλευε, από μια άποψη, τον Ερντογάν, καθώς θα τον απάλλασσε από τα αυστηρά κριτήρια της Κοπεγχάγης αναφορικά με την εσωτερική δημοκρατία. Ωστόσο, θα αποτελούσε ομολογία ιστορικής χρεοκοπίας, καθώς η ισότιμη ένταξη στη Δύση αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο της τουρκικής στρατηγικής όλων των τουρκικών κυβερνήσεων από εποχής Ατατούρκ.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Ερντογάν επισκέφθηκε τη Μόσχα για την τέταρτη συνάντησή του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν ύστερα από τη συμφιλίωση του περασμένου καλοκαιριού. Ομως η συνεργασία με τη Ρωσία, αφ’ ενός μεν δεν μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο σε περίπτωση ρήξης με τη Δύση, αφ’ ετέρου δε έχει τα όριά της. Ακόμη και στο Συριακό, η Μόσχα μπορεί μεν να επέτρεψε στην Τουρκία την επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη», αλλά τον περασμένο μήνα φιλοξένησε συνέδριο με συμμετοχή όλων των κουρδικών οργανώσεων από Συρία, Ιράκ, Ιράν και Τουρκία, κάτι που ασφαλώς δεν χαροποίησε την Αγκυρα.

Πηγή: Καθημερινή