Αν επιχειρήσει να πάρει κανείς στα σοβαρά την ουσία της όλης συζήτησης που ξεσήκωσε η απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου να μην επιτρέψει την πραγματοποίηση επίδειξη μόδας του οίκου Gucci στον Παρθενώνα, είναι αλήθεια πως θα μελαγχολήσει. Δεν είναι μόνο το γεγονός πως η επίδειξη στοιχειώδους σοβαρότητας στη χώρα μας γίνεται αντικείμενο έξαλλων, διακομματικών μάλιστα, επιθέσεων. Ούτε η αντίληψη ότι η Ελλάδα έχει απόλυτη ανάγκη τέτοιου είδους φαντασμαγορικών επιδείξεων, προκειμένου να επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης.

Το βασικό πρόβλημα που εντοπίζεται έχει να κάνει με την αρρωστημένη νοοτροπία, την οποία υποκρύπτει κι εκφράζεται όλο και πιο συχνά, σε όλο και περισσότερους τομείς και σε όλο κι ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό φάσμα. Πρόκειται για αυτήν που «απαγορεύει» σε ένα, χρεοκοπημένο κατά κοινή ομολογία, κράτος να βάζει κανόνες ως προς τη διαφύλαξη της πολιτιστικής, περιβαλλοντικής, αλλά και δημοκρατικής κληρονομιάς του. Είναι η ίδια ακριβώς αντίληψη, που προστάζει να κάνουμε «τα στραβά μάτια» στην περίπτωση των Σκουριών ή να δεχτούμε αδιαμαρτύρητα το άνευ όρων ξεπούλημα στο Ελληνικό κι οπουδήποτε αλλού.

Όλες οι παραπάνω εν δυνάμει «χαμένες ευκαιρίες» διαθέτουν ένα βασικό κοινό στοιχείο. Έχουν στο επίκεντρό τους τη λογική πως μια τριτοκοσμική, όπως μας θεωρούν αρκετοί ένθεν κακείθεν, χώρα δεν έχει δικαίωμα να θέτει ή ακόμη και να αρνείται τους λεόντειους όρους τέτοιου είδους συμφωνιών. Άλλωστε, είναι δεδομένο πως πολλοί από αυτούς, που καταθέτουν ή που επικροτούν αυτές τις προτάσεις, πιστεύουν πως μας κάνουν και χάρη.

Καθ’ αυτόν τον τρόπο, δεν πρέπει να ηχούν τόσο περίεργα οι κατάρες εναντίον της υπουργού Πολιτισμού, των μελών του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου ή οποιουδήποτε άλλου εξέφρασε την αντίθεσή του στην παραχώρηση του Παρθενώνα στο συγκεκριμένο οίκο μόδας.  Ούτε οι κατηγορίες περί «επαρχιωτισμού»  κι οι υπόνοιες για κάποιους που ενεργούν έτσι, καθώς «δεν έχουν βγάλει ένα ευρώ στη ζωή τους». Εκείνο που ξενίζει είναι η αναπαραγωγή της λογικής, ακόμη και σε αυτό το επίπεδο» ενός «νεοραγιαδισμού», καθώς αρκετοί αναρωτιούνται «ποιοι είναι αυτοί που θα πουν όχι στη Gucci;».

Είναι ευτύχημα λοιπόν που υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που συναισθάνονται το βάρος του καθήκοντος που επιτελούν, που έχουν συνείδηση του θεσμικού τους ρόλου, που επιχειρούν να βάλουν εκεί που μπορούν φρένο στο γενικότερο κατήφορο, που φαίνεται να έχουμε περιπέσει. Αν αποτελούσαν αυτοί παράδειγμα για την πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων, ίσως σήμερα να μη θεωρείτο «μονόδρομος» η διαιώνιση της ακραίας λιτότητας για τη διάσωση της χώρας. Κατά τον ίδιο τρόπο που κανείς μέσα στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο δε διανοήθηκε πως μια επίδειξη της Gucci θα ήταν απαραίτητη για τη διεθνή προβολή μνημείων, όπως η Ακρόπολη κι ο Παρθενώνας.