Σύμφωνα με τους ψυχίατρους Rοchelle Klinger και Robert Cabaj, comingout είναι η διαδικασία μέσω της οποίας το άτομο αναγνωρίζει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, αντιμέτωπο με το κοινωνικό στιγματισμό και μέσα από επιτυχή ανάλυση αποδέχεται τον εαυτό του: Η επιτυχής διαδικασία (της ομολογίας) του coming out περιλαμβάνει την αποδοχή του ατόμου για το σεξουαλικό του προσανατολισμό, ενσωματώνοντας σε όλες τις σφαίρες τις ζωής του - κοινωνική, επαγγελματική, οικογενειακή - αυτή του την αποδοχή.

Ο καθένας από μας μπορεί να γνωρίζει ένα άτομο - νήπιο, έφηβο, ή ενήλικο, άντρα ή γυναίκα, κοντινό και σημαντικό έως μακρινό - για το οποίο να διαισθανόμαστε πως μπορεί να είναι ομοφυλόφιλο. Η γνώση ορισμένων δεδομένων σχετικά με τη διαδικασία γνωστοποίησης (αλλιώς, έξοδος ή coming out από την κρυψίνια), προς εαυτόν και άλλους, της ομοφυλόφιλης ταυτότητας ενός ατόμου, μπορεί να μας φανεί χρήσιμη σε μια ανθρώπινη και βοηθητική στάση προς αυτό το άτομο.

Η διαδικασία της γνωστοποίησης συνεπάγεται μια σημαντική διαφοροποίηση στην ταυτότητα του ατόμου που συνοδεύεται από συναισθηματική φόρτιση διαφορετικού βαθμού ανάλογα με πολλούς παράγοντες, όπως φύλο, ηλικία, κοινωνική τάξη, εθνικότητα και πολιτισμική προέλευση, αλλά και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ατόμου, ανάμεσα σε πολλούς άλλους.

Στα περισσότερα άτομα ομοφυλόφιλου ερωτικού προσανατολισμού η διαδικασία αυτή έχει παρατηρηθεί να διέρχεται μέσα από κάποια κοινά εξελικτικά στάδια.

Τα στάδια δεν ακολουθούν γραμμική αλλά δυναμική πορεία. Αυτό σημαίνει πως ένα άτομο μπορεί ταυτόχρονα να επεξεργάζεται θέματα από διαφορετικά στάδια, ένα άλλο να επιστρέφει σε πρώτα στάδια ενώ έχει επεξεργαστεί μεταγενέστερα, ένα άλλο να εγκλωβίζεται σ’ ένα στάδιο, κ.λπ. (Hancock, 2000).

Ανεξάρτητα από τις διαφορές, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως:

1. Η γνωστοποίηση αποτελεί για το άτομο σημαντική επικύρωση της ερωτικής του ταυτότητας, αναπόσπαστο και ουσιαστικό τμήμα της συνολικής αυτο-εικόνας του κάθε ατόμου, και

2. Η γνωστοποίηση αυξάνει τον αυτοσεβασμό και την αυτοπεποίθηση του ατόμου και μακροπρόθεσμα συμβάλλει στην βελτίωση των σχέσεων του τόσο με άλλα ομοφυλόφιλα αλλά και ετεροφυλόφιλα άτομα.

Η γνωστοποίηση ουσιαστικά αποτελείται από δύο φάσεις. Πρώτα την γνωστοποίηση (παραδοχή) προς εαυτόν και μετά προς τους άλλους».

Οι πρώτες ενδείξεις

Πιο συγκεκριμένα, οι πρώτες ενδείξεις ομοφυλόφιλης ερωτικής ταυτότητας συχνά εκδηλώνονται στην προσχολική ηλικία, μεταξύ 2-4 ετών, όταν το παιδί εκδηλώνει μη φυλοτυπική συμπεριφορά.

Τα αγόρια μπορεί να εκδηλώνουν ενδιαφέρον για γυναικεία ρούχα, καλλυντικά, ή κοριτσίστικα παιχνίδια, να αποφεύγουν τα αγορίστικα παιχνίδια ή ομαδικά αθλήματα, ενώ τα κορίτσια μπορεί να προτιμούν αγορίστικα ρούχα και εμφάνιση, τα αγορίστικα παιχνίδια και τον Ταρζάν ή Σούπερμαν από την Χιονάτη και την Μπάρμπι. Αγόρια και κορίτσια μπορεί ακόμη και να δηλώνουν πως θέλουν να ανήκουν ή πως ανήκουν στο άλλο φύλο.

Από αυτά μόνο ένα μικρό ποσοστό θα διατηρήσει αυτές τις συμπεριφορές και αντιλήψεις για το φύλο του στην εφηβική και ενήλικη ζωή του, και ένα ακόμη μικρότερο ποσοστό θα προχωρήσει στην αλλαγή φύλου (AmericanPsychiatricAssociation, 2000).

Η πλειοψηφία, εκτιμάται περί το 75-80% των αγοριών προσχολικής ηλικίας με μη φυλοτυπική συμπεριφορά, θα ζήσουν ως ομοφυλόφιλα άτομα στην ενήλικη ζωή τους.

Οι υποψίες της οικογένειας

Σ’ αυτήν την νηπιακή ηλικία των 2-4 ετών είναι που οι γονείς για πρώτη φορά υποψιάζονται πως η σεξουαλικότητα του παιδιού τους μπορεί να διαφέρει από την αναμενόμενη. Η διαπίστωση αυτή έχει συνήθως πολλαπλές επιδράσεις σε γονείς και παιδί και σε βάθος χρόνου.

Οι συνήθεις γονεϊκές αντιδράσεις ποικίλουν, και ανάμεσα τους διαπιστώνονται φόβος, ντροπή, πανικός, συναισθηματική απόσυρση- κυρίως από τον γονέα του ίδιου φύλου, επιπλήξεις, τιμωρίες, ακόμη και χλευασμός, στην προσπάθεια, όχι να αποδεχθούν το παιδί αλλά να το αλλάξουν και να το φέρουν στο «σωστό» δρόμο, που δεν είναι άλλος από την ετεροφυλοφιλία.

Σ’ αυτή τη φάση το παιδί δεν αντιλαμβάνεται τι σημαίνουν τα ομοερωτικά του συναισθήματα και συμπεριφορές, και επομένως δεν μπορεί να κατανοήσει τι του συμβαίνει. Από τις αντιδράσεις του ενήλικου περίγυρου, όμως, το παιδί θα εξάγει τα ανάλογα συμπεράσματα.

Με δεδομένες τις κρατούσες απορριπτικές κοινωνικές αντιλήψεις για ό,τι μη ετεροφυλόφιλο, στην καλύτερη περίπτωση θα συνάγει πως δεν είναι αρεστή στους άλλους αυτή η συμπεριφορά, και στη χειρότερη και συχνότερη, πως το ίδιο ως οντότητα είναι ανεπιθύμητο, απορριπτέο, ή μη αγαπήσιμο.

Αυτό, λοιπόν, το παιδί, από πολύ νωρίς θα νοιώθει διαφορετικό, αποξενωμένο, μόνο, και ελλατωματικό. Θα εκδηλώσει την εσωτερική του σύγκρουση όχι με λόγια αλλά με προβλήματα συμπεριφοράς, ψυχοσωματικά και διάφορα άλλα συμπτώματα.

Μεγαλώνοντας και μπροστά στον κίνδυνο της απόρριψης από τους γονείς του, των οποίων την αποδοχή και αγάπη έχει απόλυτη ανάγκη για την επιβίωση του, με διάφορους τρόπους θα αποφεύγει ή θα διαστρεβλώνει την φυσική του εμπειρία, προσθέτοντας λίγο-λίγο σε ψυχικό τραύμα που συσσωρευτικά θα το απομακρύνει από τον γνήσιο εαυτό του και τη χαρά της ζωής, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση ολοένα και πιο χαμηλής αυτοεκτίμησης.

Μετα την ηλικία των 4 ετών, και με την αυξανόμενη επαφή του παιδιού με ομηλίκους, η εκδήλωση της μη φυλοτυπικής συμπεριφοράς συνήθως μειώνεται, που υποδηλώνει την οικειοθελή απόκρυψη ή αποφυγή, καθώς το παιδί ωριμάζει και δέχεται την κριτική των ομηλίκων.

Αυτή η μείωση συνήθως συνοδεύεται από μεγάλη ανακούφιση στους γονείς, που εκλαμβάνουν την προηγούμενη συμπεριφορά ως φάση που πέρασε.

Όμως, ο διαφορετικός προσανατολισμός του παιδιού θα επανεμφανισθεί με την είσοδο στην ήβη, με άλλη μορφή πλέον. Σε κάποιες περιπτώσεις, σ’ αυτή τη φάση ή και αργότερα στην εφηβεία, ο γονέας ενδεχομένως να αναζητήσει και την βοήθεια των ειδικών.

Οι παρεμβάσεις των ειδικών

Προκειμένου να αποφευχθούν οι χρόνιες, αναποτελασματικές, και ζημιογόνες κλινικές προσπάθειες του παρελθόντος (χρόνια ψυχοθεραπείας, φαρμακευτικής αγωγής, ή και τεχνικών συμπεριφοριστικής αποστροφής), οι σύγχρονες πρακτικές ψυχολογικής παρέμβασης (Crawford, 2003' Menvielle, και συν., 2002' Hancock, 2000), απευθύνονται στους γονείς και προτείνουν, σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο, να ενημερώσουν τους γονείς γι’ αυτά που παρατηρούν στο παιδί τους, να τους βοηθήσουν να επεξεργαστούν την πραγματικότητα που καλούνται να διαχειριστούν (απενοχοποιήση, τροποποιήση των αντιλήψεων τους για την ομοφυλοφιλία, πένθος για το παιδί που περίμεναν να έχουν , κ.λπ.), να τους εκπαιδεύσουν και να τους στηρίξουν στην προσπάθεια τους να παρέχουν στο παιδί τους αυτά που έχει ανάγκη το κάθε παιδί: αγάπη, αποδοχή, ασφάλεια, προστασία, σεβασμό στην ατομικότητα του, και καθοδήγηση στην πορεία ανάπτυξης του με σεβασμό στην διαφορετικότητα του.

Έτσι, θα μπορέσουν να αποδεχθούν και να εκτιμήσουν το παιδί τους όπως είναι, αλλά και να το βοηθήσουν, όπως και τους εαυτούς τους, σε μια κατεύθυνση ψυχικά υγιούς ανάπτυξης σ’ ένα περιβάλλον (συγγενείς, συνομήλικοι, σχολείο) πιθανότατα αρνητικό προς την ομοφυλοφιλία του παιδιού τους (Children’s National Medical Center, 2007).

Γνωστοποίηση στον εαυτό του

Το επόμενο στάδιο της γνωστοποίησης, που ουσιαστικά αποτελεί και το στάδιο γνωστοποίησης προς εαυτόν, πρωτοεμφανίζεται συνήθως γύρω στα 13-14 και διαρκεί στο υπόλοιπο της εφηβείας και στα πρώτα χρόνια της νεότητας, όπου το άτομο αρχικά αναγνωρίζει κάποια ομοερωτική σκέψη, φαντασίωση, ή αίσθηση στον εαυτό του. Συχνότερα, το νεαρό άτομο δεν διαθέτει ξεκάθαρη αντίληψη της έννοιας «ομοφυλοφιλία» και τι σημαίνει, με αποτέλεσμα η περίοδος αυτή να χαρακτηρίζεται από σύγχιση, ακόμη και αν έχει κάποιες εμπειρίες ομοφυλόφιλου χαρακτήρα.

Η σταδιακή γνωστική διευκρίνηση της εμπειρίας του μπορεί να το οδηγήσει σε ποικιλία αντιδράσεων, που κυμαίνονται από εξαντλητικές και ίσως επικίνδυνες προσπάθειες να αρνηθεί την εσωτερική πραγματικότητα του, π.χ., απόπειρες αυτοκτονίας, έως την αναγκαιότητα να την μοιραστεί με άτομο/α που εμπιστεύεται, ελπίζοντας στην αποδοχή.

Οι πρώτες αντιδράσεις που θα δεχτεί μπορεί να έχουν σοβαρή επίδραση. Αν είναι θετικές θα συμβάλλουν στο ξεκίνημα της αυτοαποδοχής, στην αύξηση της αυτοεκτίμησης, και στην επεξεργασία αυτής της υπαρξιακής κρίσης σε θετική για το άτομο κατεύθυνση.

Αν είναι αρνητικές, ενδέχεται να επικυρώσουν προηγούμενες αρνητικές εντυπώσεις του ατόμου για την ομοφυλοφιλία ή/και τον εαυτό του, να καθυστερήσουν έως και να αναβάλουν για μεγάλο διάστημα την εξέλιξη του, να ενεργοποιήσουν συναισθήματα ενοχής, ντροπής, και απομόνωσης, επισφραγίζοντας έτσι την προηγούμενη χαμηλή του αυτοεκτίμηση.

Με δεδομένο τον κίνδυνο της απόρριψης σε κάθε αποκάλυψη, είναι σημαντικό το νεαρό άτομο να βιώσει την αποδοχή από άτομα που εκτιμά.

Γι' αυτό, είναι σημαντικό να χτίσει πρώτα την αυτοπεποίθηση του μοιραζόμενο την πραγματικότητα του με άτομα που εκτιμά πως θα το αποδεχτούν, πριν προχωρήσει στην γνωστοποίηση προς άτομα μεγάλης ψυχολογικής σημασίας και ρίσκου απόρριψης, π.χ., γονείς ή άλλα μέλη της οικογένειας του.

Προσπάθειες κατανόησης

Σ’ αυτές τις συνθήκες η συμπαράσταση προς το νεαρό άτομο είναι πολύτιμη, αν το βοηθήσουμε να επεξεργαστεί την ετοιμότητα του προς γνωστοποίηση, να διευκρινίσει τι επιδιώκει και τι περιμένει από τους άλλους, να διαλέξει τον τρόπο που θα το γνωστοποιήσει - σεβόμενο τόσο τις ανάγκες του όσο και αυτές των άλλων - και αν είναι διατεθιμένο να δώσει το χρόνο που και οι άλλοι θα χρειάζονται για να συμφιλιωθούν με την αποκάλυψη.

Επίσης, θα μας βοηθήσει να θυμόμαστε πως το ζητούμενο δεν είναι να αποτρέψουμε ούτε να προωθήσουμε το άτομο να είναι ομοφυλόφιλο.

Το ζητούμενο είναι να είμαστε υποστηρικτικοί προς το άτομο, με σεβασμό και ειλικρίνια και ως προς τα δικά μας όρια συμπαράστασης. Ακόμη, είναι βοηθητικό στην επικοινωνία μας να προτείνουμε και όχι να επιβάλλουμε, όπως και να σεβαστούμε το απόρρητο της ζωής του.

Τέλος, θα βοηθήσει να μην υποθέτουμε πως όλοι οι άνθρωποι είναι ετεροφυλόφιλοι, έτσι ώστε και στο λεξιλόγιο μας π.χ., να μην υποδηλώνουμε πως όλες οι κοπέλες έχουν το αγόρι τους (Black & Underwood, 1998).

Ο πειραματισμός

Ο πειραματισμός είναι το στάδιο που συνήθως ακολουθεί, όπου το άτομο δοκιμάζει ερωτικές και κοινωνικές συνευρέσεις με άτομα του φύλου του. Η ετεροφυλόφιλη κοινωνικοποίηση των περισσοτέρων ομοφυλοφίλων συνεπάγεται αρκετές φορές να διαπιστώνεται εδώ το εξής παράδοξο: ένα άτομο να βιώνει την ομοφυλόφιλη εφηβεία του ακόμη και με μεγάλη χρονική καθυστέρηση από την χρονολογική του εφηβεία, και ενώ έχει εξελιχθεί σε άλλους τομείς της ζωής του, π.χ., εκπαιδευτικούς, οικονομικούς, επαγγελματικούς (Siegel & Lowe, 1994).

Χαρακτηριστική, εδώ, είναι η περίπτωση ατόμων που, ακόμη και στη μέση ηλικία ή και αργότερα, βρίσκουν το θάρρος να επιδιώξουν να ζήσουν γνήσια προς τον εαυτό τους.

Όντας άπειροι στις συνδιαλλαγές σ' αυτό το νέο ομοφυλόφιλο κόσμο, διακατέχονται από σύγχιση και φόβο, αλλά και παρορμητικότητα, δίνοντας την εικόνα πως ζούν μια καθυστερημένη και ριψοκίνδυνη εφηβεία.

Σ΄αυτήν την κατάσταση, η συμπεριφορά του ατόμου, εκτός από δυσνόητη στο ίδιο το άτομο και τους άλλους, μπορεί συχνά να είναι έως και επικίνδυνη για την ασφάλεια του.

Γνωστοποίηση προς τους άλλους

Η γνωστοποίηση προς τους άλλους απευθύνεται αρχικά προς λίγα, πολύ κοντινά άτομα (πολύ καλούς φίλους/ες ή επιλεγμένα μέλη της οικογένειας), αργότερα σε περισσότερα άτομα, και πιθανά αργότερα σε ευρύτερο κοινωνικό σύνολο (εργασιακό χώρο, συνεργάτες, άλλους γνωστούς ή συγγενείς).

Το κάθε ενήλικο, πλέον, άτομο, κάνει τις δικές του επιλογές ως προς το τι γνωστοποιεί, πως, και σε ποιούς, με τις αντίστοιχες προεκτάσεις. Ενδεχομένως, η γνωστοποίηση να βάλει σε κίνδυνο κάποιες σχέσεις.

Η πορεία, όμως, προς την αυτοαποδοχή και την εσωτερική σύνθεση θα περάσει και από άλλες κρίσεις και θα παραμείνει μια διαδικασία στην οποία το άτομο πιθανότατα να επιστρέψει αρκετές φορές, καθώς οι συνθήκες της ζωής του θ΄αλλάζουν.

Είναι μόνο ερωτικός προσανατολισμός;

Ο όρος ερωτικός προσανατολισμός αφορά στην έλξη (σωματική, συναισθηματική, εγκεφαλική, ή/και πνευματική) που βιώνει ένα άτομο προς ένα άλλο άτομο του άλλου φύλου, του ίδιου φύλου, ή και των δύο φύλων (SIECUS, 1995).

Έτσι, είναι ακριβέστερο να μιλάμε για ερωτικούς προσανατολισμούς. Ανάμεσα τους, ο ομοφυλόφιλος ερωτικός προσανατολισμός - ομοφυλοφιλία - είναι απλώς άλλος ένας, που διαμορφώνεται και καθορίζεται, όπως και οι άλλοι, μέσω των ίδιων πολύπλοκων μηχανισμών και αλληλεπιδράσεων κοινωνικών, πολιτισμικών, βιολογικών, οικονομικών, και πολιτικών παραγόντων.

Η σύγχρονη επιστημονική σκέψη θεωρεί πλέον πως οι διαδικασίες διαμόρφωσης του ανθρώπινου ερωτικού προσανατολισμού ολοκληρώνονται μέχρι περίπου την ηλικία των 5 ετών, ανεξάρτητα από το φύλο του ατόμου ή την κατεύθυνση του προσανατολισμού - προς το άλλο ή το ίδιο φύλο, ή και τα δύο φύλα (SIECUS, 1998).

Άλλο Ερωτικός προσανατολίσμός και άλλο ερωτική συμπεριφορά

Σ΄αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να κάνουμε την διάκριση ανάμεσα στον ερωτικό προσανατολισμό και την ερωτική συμπεριφορά, η οποία αναφέρεται στο τι κάνει στην ερωτική του ζωή ένα άτομο.

Πρόκειται για διαφορετικές έννοιες που δεν συμπίπτουν πάντα. Έτσι, είναι δυνατόν ένα άτομο με ετεροφυλόφιλο προσανατολισμό να εκδηλώσει περιστασιακά και ομοφυλόφιλη ερωτική πρακτική.

Αντίστοιχα, είναι δυνατό ένα άτομο με ομοφυλόφιλο ερωτικό προσανατολισμό να εκδηλώσει περιστασιακά ή και μακροχρόνια και ετεροφυλόφιλη ερωτική πρακτική.

Συμβαίνει ακόμη και σήμερα, συχνότερα παλαιότερα όταν οι κοινωνικές και θεσμικές προκαταλήψεις για την ομοφυλοφιλία απειλούσαν ακόμη και την ίδια την ζωή ενός ομοφυλόφιλου, άτομα κατά προσανατολισμό ομοφυλόφιλα να εκδηλώνουν έως και αποκλειστικά μια ετεροφυλόφιλη ερωτική συμπεριφορά (γάμος, παιδιά, και ομοφυλόφιλες φαντασιώσεις ή/και, αναγκαστικά, κρυφές εμπειρίες).

Τύποι ομοφυλόφιλων συμπεριφορών

Στον πληθυσμό των ομοφυλόφιλων ατόμων παρατηρείται ποικιλία συμπεριφορών που έχει οδηγήσει ορισμένους ερευνητές να μιλούν για ομοφυλοφιλίες» αναφέρει ο Δρ. Μιχάλης Φακίνος. Σε σχετική έρευνα, οι Bell & Weinberg (1978) κατέγραψαν διακριτούς τύπους συμπεριφορών και σχέσεων στα ομοφυλόφιλα άτομα:

1) Τα κλειστά ζευγάρια - άτομα που ζουν μαζί σε αποκλειστικές και μακροχρόνιες σχέσεις
2) Τα ανοιχτά ζευγάρια - άτομα που ζουν μαζί με λιγότερη συναισθηματική αλληλεξάρτηση και ελευθερία στην σεξουαλική συνεύρεση και με άλλους ερωτικούς συντρόφους
3) Τα λειτουργικά άτομα - που ζουν μόνα τους με ενεργό ερωτική ζωή
4) Τα δυσλειτουργικά άτομα - που είναι ερωτικά δραστήρια με σεξουαλικές διαταραχές κα σε δυσαρμονία με τον εαυτό τους ως προς την ομοφυλοφιλία τους, και
5) Τα α-σεξουαλικά άτομα - σε δυσαρμονία με τον εαυτό τους για την ομοφυλοφιλία τους και ερωτικά λιγότερο ενεργά

Επίσης, έχει παρατηρήθεί μεγαλύτερη ομοιότητα στις συμπεριφορές κατά φύλο παρά κατά προσανατολισμό, π.χ.,οι ομοφυλόφιλοι άντρες έμοιαζαν περισσότερο με τους ετεροφυλόφιλους άντρες παρά με τις ομοφυλόφιλες γυναίκες (λεσβίες).

Και ενώ οι ομοφυλόφιλοι άντρες είχαν εντονότερη σεξουαλική δραστηριότητα ακόμη και από τους ετεροφυλόφιλους άντρες, οι λεσβίες είχαν πιο σταθερές σχέσεις και λιγότερους ερωτικούς συντρόφους από τους ομοφυλόφιλους άντρες.

Το αντίστροφο ερωτηματολόγιο

Μια ομάδα προώθησης ίσων δικαιωμάτων για τα ομοφυλόφιλα άτομα στην Αμερική, θέλοντας να αναδείξει το παράλογο των θέσεων που συχνά εκφράζουν «καλοπροαίρετα» τα ετεροφυλόφιλα άτομα προς τα ομοφυλόφιλα, συνέταξε ένα κατάλογο συχνών ερωτήσεων σε αντίστροφη κατεύθυνση, όπως:

α) Τι πιστεύετε ότι προκάλεσε την ετεροφυλοφιλία σας;
β) Πότε αποφασίσατε ότι είστε ετεροφυλόφιλος/η;
γ) Γιατί εσείς οι ετεροφυλόφιλοι δίνετε τόση έμφαση στο σεξ;
δ) Είναι πιθανό η ετεροφυλοφιλία σας να πηγάζει από ένα νευρωτικό φόβο προς τα άτομα του φύλου σας;
ε) Γιατί εσείς οι ετεροφυλόγιλοι αισθάνεστε την υποχρέωση να μυήσετε τους άλλους στο δικό σας τρόπο ζωής;
στ) Γιατί εσείς οι ετεροφυλόφιλοι δίνετε τόση έμφαση στο σεξ;
ζ) Λαμβάνοντας υπόψιν το οξύτατο πρόβλημα του υπερπληθυσμού, πως πιστεύετε ότι θα μπορούσε να επιβιώσει το ανθρώπινο είδος αν όλοι ήταν ετεροφυλόφιλοι σαν εσάς; κλπ.κλπ.

Προσοχή στους ειδικούς

«Στους ειδικούς, οι λανθάνουσες και μη προκαταλήψεις συχνά οδηγούν σε συμπεριφορές που όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην βελτίωση της ψυχικής υγείας του ατόμου, αλλά μπορεί και να την επιδεινώσουν» εξηγεί ο Δρ Μιχάλης Φακίνος.

Στην σύγχρονη κλινική πρακτική η αντιμετώπιση του ατόμου που αναζητά βοήθεια από τον ειδικό ψυχικής υγείας σχετικά με την ερωτική του ταυτότητα, επαφίεται στην επιστημονική κατάρτιση και ατομική ευαισθησία του εκάστοτε θεραπευτή.

Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, η επιστημονική ψυχολογική κοινότητα (APA, 2000, Hancock, 2000) προτρέπει τα μέλη της που λειτουργούν σε θεραπευτικό ρόλο με άτομα ομοφυλόφιλου ή αμφιφυλοφιλικού ερωτικού προσανατολισμού να ακολουθούν στην πρακτική τους μια σειρά από συγκεκριμένες οδηγίες που αφορούν:

1) στις στάσεις προς την ομοφυλοφιλία και αμφιφυλοφιλία (τις δικές τους, του πελάτη, του κοινωνικού περίγυρου, την διάκριση από τις διαταραχές, την κατανόηση του κοινωνικού στιγματισμού-διακρίσεις, προκαταλήψεις και βία, και τις επιδράσεις στην αυτο - εικόνα του πελάτη, στο θεραπευτικό αίτημα, και στην θεραπευτική διαδικασία),
2) στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαπροσωπικών και οικογενειακών σχέσεων των ομο - και αμφιφυλόφιλων ατόμων (σημαντικότητα της οικογένειας, μη τυπικές οικογενειακές φόρμες, επιδράσεις στην οικογένεια προέλευσης),
3) σε θέματα ποικιλομορφίας/ανομοιογένειας (διαφορετικότητα εθνικής, ταξικής, ή θρησκευτικής προέλευσης, ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης σε όλο το ηλικιακό φάσμα, επιδράσεις σωματικών ή άλλων αναπηριών), και
4) σε θέματα δια βίου εκπαίδευσης των ειδικών αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε άτομα ομο- και αμφιφυλόφιλου ερωτικού προσανατολισμού.

Το σημαντικότερο όλων, ίσως, στην προσπάθεια του ειδικού να ανταποκριθεί θεραπευτικά στις ανάγκες των πελατών του με ομοφυλόφιλο ή αμφιφυλόφιλο ερωτικό προσανατολισμό βρίσκεται στην διαθεσιμότητα του να αντιμετωπίσει τα κενά στην ακαδημαϊκή και πρακτική του κατάρτιση, και σε διαρκή βάση τις σπλαχνικές του αντιδράσεις σε όλα τα θέματα που αφορούν στην ζωή αυτών των πελατών του. Η ανάγκη αυτή είναι παρούσα ανεξάρτητα από τον ερωτικό προσανατολισμό του ειδικού.

Κοινωνικές αντιλήψεις

Ενδεικτικά των κοινωνικών προκαταλήψεων είναι τα ευρήματα πρόσφατης έρευνας στον ελληνικό πληθυσμό, όπου το 69% των Ελλήνων 18 ετών και άνω δήλωσαν πως θα τους ενοχλούσε να μάθουν πως κάποιος/α στο οικογενειακό τους περιβάλλον είναι ομοφυλόφιλος (Ζούλας, 2005).

Ακόμη και για «προοδευτικά» άτομα, η υποψία πως ένας πολύ δικός τους άνθρωπος-το παιδί τους, η αδελφή, ο αδελφός-μπορεί να είναι ομοφυλόφιλο, μπορεί να συνεπάγεται αισθήματα ντροπής, ενοχής, οργής, και πένθους, ανάμεσα σε πολλά άλλα. Οι δε συμπεριφορές, ανάμεσα σε άλλες, μπορεί να περιλαμβάνουν από την συναισθηματική απομάκρυνση έως την έκδηλη απόρριψη και διωγμό του ατόμου από την οικογένεια.

Σε επίπεδο κοινωνίας, ας μην ξεχνάμε, πως η αντιμετώπιση ομοφυλόφιλων ατόμων, ανάμεσα στις πολλές της μορφές, περιλαμβάνει και τις κατά χιλιάδες θανατώσεις ομοφυλόφιλων αντρών-μαζί με Εβραίους και κουμουνιστές-στα κρεματόρια της ναζιστικής Γερμανίας, την ποινικοποίηση της ομοφυλόφιλης συμπεριφοράς σε αρκετές χώρες, ακόμη το δημόσιο χλευασμό έως και τα εγκλήματα μίσους κατά των ομοφυλοφίλων, ακόμη και στις μέρες μας, και μάλιστα σε ανεπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου, κ.λπ.

Τόσο οι ειδικοί, όσο και τα ομοφυλόφιλα άτομα, με δεδομένη την ετεροφυλόφιλη διαδικασία κοινωνικοποίησης που όλοι δεχόμαστε, μέρος της οποίας είναι και η σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό διαιώνιση προκαταλήψεων ή ακόμη και διάχυτη ομοφοβία, αναπόφευκτα εσωτερικεύουμε και στερεότυπες αντιλήψεις για άτομα και προσανατολισμούς που διαφέρουν από την ετεροφυλοφιλία, τις οποίες πολύ συχνά ούτε καν αντιλαμβανόμαστε.

Έτσι, συνειδητά, όπως με ευκολία μπορεί να δηλώνουμε πως δεν είμαστε ρατσιστές, ή πως δεν έχουμε πρόβλημα με τους αλλόθρησκους, λέμε πως δεν έχουμε κανένα πρόβλημα ούτε με τους ομοφυλόφιλους. Στην συμπεριφορά μας, όμως, τα πράγματα είναι συχνά πολύ διαφορετικά, π.χ. γελάμε με ανέκδοτα που διακωμωδούν τα ομοφυλόφιλα άτομα, διατηρούμε στο λεξιλόγιο μας σχετικούς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, ή διατυπώνουμε απόψεις που μας φαίνονται αυτονόητες αλλά εκφράζουν τις προκαταλήψεις μας. Θεωρούμε, π.χ., πως ένα άτομο έχει επιλέξει την ομοφυλοφιλία, πως δεν έχει συναντήσει ακόμη τον κατάλληλο ερωτικό σύντροφο του άλλου φύλου, πως μπορεί να είναι φάση που θα περάσει, κ.λπ.

Οι γονείς ρωτούν πώς θα καταλάβουν αν το παιδί τους έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις αλλά κυρίως πώς μπορούν να το αποτρέψουν από το να γίνει ομοφυλόφιλο. Και μόνο στην ιδέα πανικοβάλλονται. Αν μάλιστα αντιληφθούν οτιδήποτε που φαντάζει στα μάτια τους ομοφυλοφιλικό – ακόμη και αν υπερβάλλουν- προσπαθούν να βρουν την «θεραπεία» του. Που όμως, δεν υπάρχει! Οι γυναίκες πάλι αναρωτιούνται αν η έλλειψη επιθυμίας του συντρόφου τους, η πρόωρη εκσπερμάτιση ή η στυτική δυσλειτουργία του ή ο ερεθισμός του πρωκτού, ως επιθυμία του άντρα, αποτελούν ένδειξη κρυφής ομοφυλοφιλίας.

Οι κοινωνικοί μύθοι

Στο ευρύ κοινό, επικρατεί η λανθασμένη αντίληψη πως είναι εύκολο να διακρίνει κάποιος έναν ομοφυλόφιλο άντρα ή μια λεσβία γυναίκα και μόνο από την εξωτερική τους εμφάνιση και συμπεριφορά. Πρόκειται, βέβαια, για μύθο, αφού οι περισσότερες έρευνες συγκλίνουν στην εκτίμηση πως εως και 90% των ομοφυλόφιλων δεν είναι εξωτερικά αναγνωρίσιμοι.

Ακόμη, σύμφωνα με έναν άλλο παρεμφερή μύθο οι ομοφυλόφιλοι άντρες είναι θηλυπρεπείς και αδύναμοι και οι λεσβίες ανδροπρεπείς και σωματικά δυνατές. Φυσικά, ο ερωτικός προσανατολισμός δεν έχει καμμία συνάφεια με τον σωματότυπο ενός ατόμου, ούτε με τους τρόπους που φέρεται ή κινείται.

Τέλος, ένας άλλος μύθος αφορά στην αντίληψη πως οι ομοφυλόφιλοι άντρες θα ήθελαν να είναι γυναίκες και οι λεσβίες θα ήθελαν να είναι άντρες. Στην πραγματικότητα, στη μεγάλη τους πλειοψηφία τα ομοφυλόφιλα άτομα είναι πλήρως ευχαριστημένα με το φύλο τους και απολαμβάνουν την ερωτική επαφή με άτομα του ίδιου φύλου, που φαίνονται και συμπεριφέρονται σύμφωνα με το φύλο τους (Greenberg και συν., 2002).

«Όταν εν τέλει ο άνθρωπος ερωτώμενος, αναφορικά με εκείνο που ήταν δεν μπορούσε να εξηγήσει την σεξουαλικότητα του και το ασυνείδητο του , τις συστηματικές μορφές της γλώσσας του, ή την κανονικότητα των πλασμάτων της φαντασίας του, αναζωπυρώθηκε το θέμα της σκληρής εργασίας για μια ελευθερία που δεν θα είχε μορφή και δομή, για μια προσπάθεια της συνείδησης να κατανοήσει τα όρια της ως ένα γίγνεσθαι που δεν θα ήταν παιχνίδι σχέσεων που δεν θα ήταν σύστημα, που δεν θα ήταν κανόνας αλλά ένας εσωτερικός δυναμισμός για να διασωθεί ο άνθρωπος ως ιστορικό υποκείμενο και όχι ως θύμα των ιστορικών προκαταλήψεων.» Μ.Φουκω. 

* Η σύμβουλος ανθρωπίνων σχέσεων και δημοσιογράφος, Κρυσταλία Πατούλη, συνεργάστηκε για το άρθρο Comingout (γνωστοποίηση) με τον Δρ. Μιχάλη Φακίνο, Συμβουλευτικό Ψυχολόγο, Διδάσκων ΤΕΕΠΗ, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ο οποίος έφυγε από το ζωή το 2010. To θέμα αυτό πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα ως επιστημονικό άρθρο στο περιοδικό Focus το 2007, και συμπεριλαμβανόταν σε ένα μεγάλο αφιέρωμα για την ομοφυλοφιλία, σε συνεργασία επίσης με τους: Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, Χειρουργό Ουρολόγο – Ανδρολόγο και Πρόεδρο της ΕΜΑΣ (Εταιρία Μελέτης Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας), Ελεάνα Ελευθερίου, ψυχοθεραπεύτρια – σεξολόγο, Υπέυθυνη επικοινωνίας της ΕΜΑΣ, Πέτρο Δρέττα, Ουρολόγο – Ανδρολόγο και επιστημονικό συνεργάτη της ΕΜΑΣ. Όλοι συνεργάστηκαν πυρετωδώς για όλες τις πληροφορία του θέματος αλλά και για πολλά από τα κείμενα, τις πληροφορίες, τη βιβλιογραφία κλπ.. Περισσότερα: Η επιστήμη μέχρι σήμερα δεν έχει απαντήσεις πειστικές για την ετεροφυλοφιλία!