Η νέα ποιητική συλλογή του Μάνου Μαυρομουστακάκη, «ασύμμετρες αναπνοές» (Γαβριηλίδης, 2017) με τη χαμηλόφωνη έκφρασή του και τη στοχαστική του διάθεση συνεχίζει το ποιητικό οδοιπορικό που ξεκίνησε από το 2015.

Με επίκεντρο το πρωτοενικό υποκείμενο ο ποιητής περιδιαβαίνει στον χώρο των ιδεών. Φιλοσοφεί (πυκνές δομές) για τη ζωή (κοίταξα τον ορίζοντα, στη θέση του τίποτα, ο περίπλους, διεκδικήσεις, απουσία επιθέτων εφήμερα ωραίο, η ομορφιά επέβλεπε, μια αρμαθιά από στιγμές, πλάνη, Στύγα, ως εδώ). Η φθορά (κονταίνει ο άνθρωπος όταν γερνά, γέρασες, κι όμως, ποιος ξέρει;, ακαμψία) και ο χρόνος ως αυταξία (οι φωνές του χρόνου, ένας κύκλος στη λίμνη, ιερουργός, σκιά, εφήμερα ωραίο) κατέχουν κεντρική θέση στην ποιητική αναζήτηση του Μαυρομουστακάκη.

Η μνήμη (η έγνοια μου, ομίχλη, από το παλιό σεντούκι, το όφελος) και η ελευθερία (Αντιγόνη, το διαζευκτικό ή, ενσωματώθηκα, κοίταξα τον ορίζοντα) προβληματίζουν τον ποιητή. Και την ίδια στιγμή ο δημιουργός εκθέτει τον έρωτα σε μία στοχαστική διάθεση (αντρίκεια στάση, κοίταξα τον ορίζοντα, παθιασμένος έρωτας, παράνομος έρωτας, φιλντισένιο μενταγιόν, εφήμερα ωραίο), ενώ δεν απουσιάζει η ποιητική αυτοαναφορικότητα όπου η ίδια η ποίηση και οι λέξεις αποτελούν τον κυτταρικό πυρήνα σε συνθέσεις του (κάποτε η σκέψη, αναμετράσαι με την λέξη σου, κοίταξα τον ορίζοντα, απουσία επιθέτων).

Υιοθετεί ένα λόγο αφηγηματικό (τα σκουριασμένα λόγια, η ομορφιά, επέβλεπε, προς άγραν βλεμμάτων, σκιά, ευγνώμον βλέμμα, η έγνοια μου ομίχλη, η προσμονή της άνοιξης, στης μνήμης το δωμάτιο) με κέντρο αναφοράς το αυτοαναφορικό πρόσωπο. Η γλώσσα του είναι απλή και στιχουργικά κινείται μεταξύ συνειρμών και οιονεί εκμυστήρευσης και ποιητικών αναλογιών. Η πρόζα υποστηρίζει τον ανισοσύλλαβο στίχο και τα θρυμματισμένα τμήματα τον στιχουργικό ρυθμό και τον έλεγχο της συναισθηματικής έντασης.

Βέβαια, το α' ενικό γραμματικό πρόσωπο είναι ένας μονολογικός αφηγητής, τον οποίο επιστρατεύει ο ποιητής και κατά τον Thomas Docherty στέκει απέναντι από τον ποιητή, ενώ ο Wayne Booth βλέπει το ποιητικό εγώ ως μυθοπλαστικό χαρακτήρα που απλά υπόκειται στην υποκειμενική σύλληψη της πραγματικότητας του δημιουργού. Έτσι, η αυτοαναφορικότητα αποτελεί απλά μία επιλογή ποιητική τεχνικής του Μαυρομουστακάκη.

Δημιουργεί όμορφες παρομοιώσεις γεμάτες λυρισμό (ταστιέρα συναισθημάτων, διεκδικήσεις, άλογα είναι οι λέξεις, έξαψη εφηβική, φαντάζεσαι;, δύο φορές, εφήμερα ωραίο) που απλώνονται σε όλη την έκταση της σύνθεσης, ενισχύοντας το περιεχόμενο μέσω των αισθήσεων. Η αλληγορία μέσα στο αφηγηματικό ύφος ανατρέπει τις αναστολές του δέκτη στην πρόσληψη των αναζητήσεων του ποιητή. Και οι μεταφορές με τις προσωποποιήσεις "χαϊδεύουν" τις αισθήσεις του ακροατή/αναγνώστη με τη ζεστασιά της ποιητικής ευαισθησίας (φθινόπωρο, ο αλεξανδρινός καθρέφτης, από το παλιό σεντούκι, η ομορφιά επέβλεπε, μία αρμαθιά από στιγμές, κι όμως, η κολόνια).

Είναι σαν να πλάθει σε πρόζα τα δικά του στοχαστικά παραμύθια και διηγήματα (από το παλιό σεντούκι, έξαψη εφηβική, φιλντισένιο μενταγιόν, παράνομος έρωτας, ο αλεξανδρινός καθρέφτης, ισορροπιστής, κι όμως), θυμίζοντας τα "καθόλα" του Αριστοτέλη τα οποία πραγματεύεται η ποίηση. Ωστόσο, ο Μαυρομουστακάκης επιδιώκει με τη λυρική του γραφή να αγκαλιάσει συναισθηματικά τον ακροατή/αναγνώστη δίνοντας έτσι μία λειτουργικά χροιά στον λυρισμό.

Και μέσα από την αφηγηματική ροή αναδύονται όμορφες εικόνες τόσο από το φυσικό περιβάλλον (εφήμερα ωραίο, αποδιωγμένες σκέψεις, ο περίπλους, ενσωματώθηκα, άλογα είναι οι λέξεις, ακαμψία, ένας κύκλος στη λίμνη, κονταίνει ο άνθρωπος όταν γερνά) όσο και από το ανθρωπογενές (απουσία επιθέτων, φιλντισένιο μενταγιόν, ευγνώμον βλέμμα, έθελγε σαν τη μουσική του πιάνου της, ο αλεξανδρινός καθρέφτης, από το παλιό σεντούκι, πλάνη). Άλλωστε, ο Μαυρομουστακάκης αποτελεί τμήμα του κορμού της «ποίησης της περιφέρειας» με την αβίαστη εισαγωγή φυσιολατρικών στιγμιότυπων στην ποιητική του. Η φύση ως βιωμένη εμπειρία γίνεται ολοφάνερη στον ενθουσιώδη λυρισμό και τη φωταγωγία του (έξαψη εφηβική, φθινόπωρο, απουσία επιθέτων, μία αρμαθιά από στιγμές, η κίτρινη πεταλούδα).

Φως, χρώματα και κίνηση χαρακτηρίζουν τη ζωηρή εικονοποιία του (έξαψη εφηβική, η κίτρινη πεταλούδα). Η κίνηση συχνά εκφράζονται με λέξεις που συνειρμικά την υποδηλώνουν και άλλες φορές με ρήματα σε εξακολουθητικό ποιόν, σε ενεστώτα, παρατατικό ή εξακολουθητικό μέλλοντα (άλογα είναι οι λέξεις, θαυμαστικό, κάποτε η σκέψη). Το ίδιο όμως επιτυγχάνουν και οι ερωτήσεις (οικόσιτη λέξη, πυκνές δομές, το διαζευκτικό ή, πλάνη) με τη συχνή χρήση του β' ψευδοδιαλογικού προσώπου (οικόσιτη λέξη, τα σκουριασμένα λόγια, αναμετράται με την λέξη σου, ο περίπλους, ομίχλη, σκιά, φθινόπωρο) που προσφέρουν μία σκηνική διάσταση σπάζοντας τη μονολογική μονοτονία (ταστιέρα συναισθημάτων, βγήκα έξω, στης μνήμης το δωμάτιο, η κολόνια).

Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε τον λειτουργικό ρόλο της εικονοποιίας του Μαυρομουστακάκη, καθώς τούτη αποτελεί γενετικό κομμάτι της ποιητικής του έκφρασης. Οι χώροι του είναι πάντα ανοιχτοί (ενσωματώθηκα, κοίταξα τον ορίζοντα, δύο φορές, απουσία επιθέτων), γεμάτοι φως, πλημμυρίζοντας το καναβάτσο με αισιοδοξία (ομίχλη, σκιά, το διαζευκτικό ή, φιλντισένιο μενταγιόν, ευγνώμον βλέμμα), ακόμα και αν σκοτεινιάζει για κάποιο λόγο το κάδρο (ακαμψία, Στύγα, στη θέση του τίποτα, αποδιωγμένες σκέψεις).

Η επανάληψη της λέξης "ορίζοντας" (παράνομος έρωτας, κοίταξα τον ορίζοντα, αποδιωγμένες σκέψεις) και της θάλασσας με τις υποδηλωτικές έννοιες (ενσωματώθηκα, ο περίπλους, η προσμονή της άνοιξης) ανοίγουν το ποιητικό κάδρο προς την ανάγκη μιας συναισθηματικής δραπέτευσης. Και όπως το φυσικό περιβάλλον και το κοινωνικό εντάσσονται στην εκφραστική του, με την ίδια φυσικότητα ενσωματώνει και μύθους ή μυθικά πρόσωπα (ο περίπλους, το διαζευκτικό ή, προς άγραν βλεμμάτων, Αντιγόνη, Στύγα) ή διακειμενικές αναφορές (βιβλιοθήκη του Ηρόστρατου). Αντλεί από το αρχαιοελληνικό θησαυροφυλάκιο πρόσωπα με έτοιμο συναισθηματικό βάρος, καθιστώντας έτσι την μυθολογία αναπόσπαστο τμήμα της εκφραστικής του.