Ο Σταύρος Σταμπόγλης μαζί με άλλους ποιητές θέτει σε αμφισβήτηση κάθε απόπειρα οριοθέτησης μιας γενιάς λογοτεχνικής στον ΚΑ΄ αιώνα. Και τούτο διότι σε ώριμη πια ηλικία εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα μόλις το 2007 με μία σταθερή παρουσία έκτοτε επτά ποιητικών συλλογών. Και έρχεται να προστεθεί δίπλα σε νεότερες -βιολογικά- γενιές που εμφανίζονται την ίδια ακριβώς περίοδο με εκείνον στη λογοτεχνία και διατηρούν σχεδόν την ίδια κοινωνιοϋπαρξιακή θεματική[1].

Στην τελευταία του ποιητική συλλογή, «Διηγήσεις πόλεων» (Κέδρος, 2016), σαν τοπιογράφος ο Σταμπόγλης επιμένει σε μία ποιητική αποτύπωση του χώρου με έντονο το ελληνικό λυρικό στοιχείο[2]. Οι συνθέσεις του μοιάζουν με ζωγραφικά κάδρα τοπίων γεμάτα κίνηση που καταλαμβάνουν ολόκληρο το καναβάτσο με μία χαρακτηριστική ηρεμία (αγρύπνια εδάφους IΙ). Υπερρεαλιστικές πινελιές δίνουν μία αίσθηση ρευστότητας συμπλέκοντας το φυσικό στοιχείο της εικαστικής του με την υπαρξιακή αναζήτηση.

Η στιχουργική κίνηση ακροβατεί πάνω στη συνειρμικότητα με ισορροπιστή τον ρυθμό που διαμορφώνει στα πεζοποιήματα του ο λυρισμός. Φυσικά φαινόμενα (θήλεια άλως, αντίληψη γεγονότος, πράξις) συμπλέκονται συνειρμικά με υπερρεαλιστικές μεταφορές (πτώση, συμβάν Απριλίου) διαμορφώνοντας έναν πλούσιο χρωματικά καμβά. Εξάλλου, με την ίδια ρευστότητα το ποιητικό εγώ ενσωματώνεται στο αστικό πλήθος, από το κέντρο του οποίου παρακολουθεί τον κόσμο γύρω του. Έτσι η αυτοαναφορικότητα εγκαταλείπει τον εγωκεντρισμό να διατηρεί όλη την υποκειμενική θέαση της κίνησης μιας κοινότητας σε παρακμή.

Αν και η ποιητική του Σταμπόγλη στηρίζεται στην εικονοποιία, το στοχαστικό υλικό αναδύεται αναμεμειγμένο με το εικαστικό στοιχείο μέσα στις κινούμενες χρωμολιθογραφίες του. Στο εικαστικό δάσος του αναδύονται ομιχλώδεις υπαρξιακές αναζητήσεις (από Ακρωτηρίου, ιδιότητα του καθημερινού, βάθος οπτικής, ελικοειδής κίνηση) για το χρόνο (θήλεια άλως, αναλόγιο καθήκοντος, αυλός ΙΙ) και τη μνήμη (αναστάσιμο) ή το θάνατο (πτώση, αγρύπνια εδάφους ΙΙ, θεμελιώδες). Μα ο ποιητής αποκαλύπτει και την αγωνία του για την τέχνη και την ποίηση (τίτλοι κόπωσης, στοιχεία λογικής, άτιτλο) ή τις λέξεις που συχνά εμφανίζονται στις συνθέσεις του (αναλόγιο καθήκοντος, Μάρτιος με τίτλο γενικό, αγρυπνία εδάφους I, επενδύοντας, συνεχές Ι, ουσία δέντρου).

Το κύριο βάρος, βέβαια, πέφτει στις πολιτικές και κοινωνικές αγωνίες με μία υπαρξιακή χροιά που εμφανίζονται μέσα από τη δύναμη των εύληπτων αλληγοριών (ανάληψη γεγονότος, πεδίο έκπτωσης, οξυπύθμενο τοπίο, επενδύοντας, υποχρέωση κόπωσης Ι & ΙΙ, στοιχείο λογικής), είτε μιλά για τη μοναξιά (υπηρεσία αφής 7014, επικράτεια IΙ) ή για τα σύγχρονα σφαγεία ανθρώπων (επίγνωση, σελήνη στον ωκεανό, άτιτλο).
Με τη συνειρμική κινητικότητα το ιστορικομυθολογικό και το θρησκευτικό στοιχείο εισέρχονται με έναν βίαιο -μα φυσικό- αυθορμητισμό στην υπαρξιακή αναζήτηση (εξέλιξη, συνηχήσεις επαρχείου, σελήνη στον ωκεανό, επενδύοντας, λαβύρινθος οπτικής, ατμοί Σαρωνικού, Magna Graecia) προσδίδοντας μία διαχρονικότητα. Και τούτη ενισχύεται από τις πολλές γεωγραφικές αναφορές, οι οποίες αναγάγουν τις ποιητικές αγωνίες με μία παγκοσμιότητα ως χωρική υπόσταση (εξέλιξη, συνεχές ΙΙ, αγρυπνία εδάφους ΙΙ, άνθος Ι & ΙΙ, σελήνη, στον ωκεανό, οξυπύθμενο τοπίο).

Έτσι, ο χώρος και ο χρόνος ενισχύουν την αίσθηση ρευστότητας που όρισε η εικαστική του. Άλλωστε, το άπειρο/απεραντοσύνη κάνει αισθητή την παρουσία του άμεσα (αγρύπνια εδάφους I, θεμελιώδες έργο) ή έμμεσα (γεωγραφία, επικράτεια Ι) ως υπαρξιακό αντίβαρο του τέλους, καθώς έρχεται συχνά σε αντίθεση με την κίνηση των εικόνων και του χωροχρόνου.

Ο ρομαντισμός που αναδύει το φυσιολατρικό στοιχείο ποιοτικά μοιάζει σαν την αναζήτηση της επαφής με τη φύση ενός κατοίκου της πόλης (συμβάν Απριλίου, αναλόγιο καθήκοντος, από ακρωτηρίου, άνθος Ι, οξυπύθμενο τοπίο, παράλιον κωμοπόλεως). Η εικαστική έμφαση στα στοιχεία της φύσης και τη θάλασσα μέσα στον υπερρεαλιστικό κάβα απέχει από τον άνθρωπο της υπαίθρου με τη βιωμένη επαφή με το περιβάλλον και την ποίηση της περιφέρειας (επίλογος ως έδαφος συνείδησης).

Το δε αστικό τοπίο μπαίνει σε μία αρχιτεκτονικής δομής κριτική προβολή (αναστάσιμο, Μάρτιος με τίτλο γενικό, λαβύρινθος οπτικής, συρρίκνωση). Άλλωστε ο αστικός χώρος στην ποιητική του αποτελεί τον κατεξοχήν πολιτικό και κοινωνικό χώρο (συνηχήσεις επαρχείου, συνεχές Ι & ΙΙ, ουσία δέντρου).

Ο συνδυασμός λυρισμού και πεζοποίησης ξαφνιάζει μα και γοητεύει με την ισορροπία έκφρασης και φόρμας. Ο σουρεαλισμός δίνει μία εκφραστική διέξοδο στο Σταμπόγλη συνδέοντας την εικαστική με την κριτική και την κοινωνική αναζήτηση συμπλέκοντας τις αισθήσεις με τα συναισθήματα. Απομακρύνει τον ακροατή/αναγνώστη από την πεζότητα του κοινωνικού βίου.

[1] βλ. σχετικό δοκίμιο Δήμου Χλωπτσιούδη, Προβληματική για την ποιητική γενεαλογία και τον όρο «γενιά», τοβιβλίο (30/04/2015)

[2] βλ. επίσης Η αρχιτεκτονική λιτότητα της κοινωνικής ποίησης του Σταμπόγλη, κριτική στην ποιητική συλλογή «Διαλεκτική βυθού» (Μανδραγόρας, 2014).