Έγινε ευρύτερα γνωστός με αφορμή την περιοδεία με έργα Χατζιδάκι και Θεοδωράκη που θα ερμήνευαν η Μποφίλιου κι ο Χαρούλης, αλλά ματαιώθηκε μετά τη μη χορήγηση σχετικής άδειας από τον Γιώργο Χατζιδάκι, γιο και κληρονόμο του σπουδαίου συνθέτη.
Ωστόσο ο Παναγιώτης Λιαρόπουλος είναι βραβευμένος συνθέτης και καθηγητής σύνθεσης στο Berklee College of Music. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει και δραστηριοποιείται στη Βοστώνη των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι κάτοχος Διδακτορικού Διπλώματος στη Σύνθεση από το Boston University (Η.Π.Α), όπου σπούδασε ως υπότροφος του ιδρύματος Fulbright κοντά στο Θόδωρο Αντωνίου και το Lukas Foss και αποφοίτησε λαμβάνοντας τιμητική διάκριση για εξαιρετική επίδοση στη Σύνθεση και στα Ανώτερα Θεωρητικά.
Έργα του κ. Λιαρόπουλου έχουν παραγγελθεί και εκτελεστεί από σημαντικά ορχηστρικά σύνολα και σύνολα μουσικής δωματίου στο εξωτερικό και την Ελλάδα. Το φθινόπωρο του 2018 το ίδρυμα Fulbright απένειμε στον κ. Λιαρόπουλο νέα ακαδημαϊκή υποτροφία για το εθνομουσικολογικό ερευνητικό του πρόγραμμα που αφορά τη συλλογή και διάσωση της παραδοσιακής μουσικής της Αμοργού και των Μικρών Κυκλάδων.
Ο κ. Λιαρόπουλος επικοινώνησε μαζί μου όταν διάβασε τη συνέντευξη της στιχουργού και κληρονόμου του Νίκου Γκάτσου Αγαθής Δημητρούκα με αφορμή τη συναυλία Μητσιά που αναζωπύρωσε τη συζήτηση γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα και τις απαγορεύσεις, δηλώνοντας αποφασισμένος να μιλήσει εκτενώς για το θέμα για πρώτη φορά σε μια εφ’ όλης της ύλης κουβέντα. Στη συνέντευξη που ακολουθεί πιάσαμε το νήμα από την αρχή.
Πώς αποφασίσατε να κάνετε τη συγκεκριμένη περιοδεία; Με ποια κριτήρια επιλέξατε τους ερμηνευτές και τι θα παρουσιάζατε ακριβώς;

Πιστεύω ότι κάθε εποχή καλείται να ανακαλύψει εκ νέου τα μεγάλα μουσικά έργα. Η ζωή της μουσικής δεν εξαντλείται στην εποχή που τη γέννησε. Συνεχίζεται κάθε φορά που μια νέα γενιά ερμηνευτών και ακροατών επιχειρεί να την ακούσει ξανά και να της θέσει νέα ερωτήματα. Από αυτή τη σκέψη γεννήθηκε και η ιδέα της διεθνούς περιοδείας που σχεδιάσαμε, αφιερωμένης στο έργο του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη.
Η ιδέα αυτή ωρίμαζε μέσα μου εδώ και πολλά χρόνια, κυρίως μέσα από την εμπειρία μου ως Έλληνα μουσικού της διασποράς. Ζώντας και εργαζόμενος περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια στις ΗΠΑ, διαπίστωσα πόσο συχνά το ελληνικό τραγούδι φτάνει στο διεθνές κοινό μέσα από εκτελέσεις και παραγωγές που υπολείπονται της καλλιτεχνικής αξίας και των απαιτήσεων του ίδιου του ρεπερτορίου.
Συχνά παρουσιάζεται αποσπασματικά, μέσα από πρόχειρες παραγωγές ή στερεοτυπικές αναπαραστάσεις που συρρικνώνουν το εύρος και την πολυμορφία του: τη βαθιά σχέση του με την ποίηση, τη συνάντηση λόγιων και λαϊκών καταβολών και τη θέση που δικαιούται να διεκδικεί μέσα στον ευρύτερο ευρωπαϊκό μουσικό πολιτισμό.
Τα τελευταία χρόνια, μέσα από το «Κέντρο Ελληνικής Μουσικής και Πολιτισμού» (Center for Hellenic Music and Culture), επιχειρήσαμε να προτείνουμε μια διαφορετική προσέγγιση. Παρουσιάσαμε παραγωγές υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών, με τεράστια απήχηση τόσο στην ελληνική διασπορά όσο και στο διεθνές κοινό, αντιμετωπίζοντας την ελληνική μουσική με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αισθητική φροντίδα που θα περίμενε κανείς για οποιαδήποτε μεγάλη μουσική παράδοση.
Στόχος μας ήταν να προσφέρουμε μια διαφορετική εμπειρία στον ελληνισμό της διασποράς, αλλά και να διευρύνουμε τον τρόπο με τον οποίο διεθνή ακροατήρια αντιλαμβάνονται τον ελληνικό μουσικό πολιτισμό.
Μέσα από αυτή τη διαδρομή διαμορφώθηκε σταδιακά η πεποίθησή μου ότι το έργο του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη όφειλε να παρουσιαστεί διεθνώς ως μια μεγάλη καλλιτεχνική παραγωγή που θα μπορούσε να σταθεί επάξια στις σημαντικότερες συναυλιακές σκηνές του κόσμου.
Ο σχεδιασμός της περιοδείας διήρκεσε περίπου έναν χρόνο και πραγματοποιήθηκε σε στενή συνεργασία με τον παραγωγό Michel Boersma και την εταιρεία GTP Entertainment, με έδρα το Λονδίνο. Η δραματουργική σύλληψη, το ρεπερτόριο, οι νέες ενορχηστρώσεις, η συγκρότηση της ορχήστρας και η επιλογή των ερμηνευτών και των συναυλιακών χώρων εξελίχθηκαν παράλληλα ως μέρη ενός ολοκληρωμένου καλλιτεχνικού σχεδίου που συλλάβαμε και συνδιαμορφώσαμε με τον Michel.
Η παράσταση είχε σχεδιαστεί ως μία συνεκτική μουσική αφήγηση. Το πρόγραμμα οργανωνόταν γύρω από τη συνάντηση δύο διαφορετικών μουσικών κόσμων που σφράγισαν τη νεότερη ελληνική δημιουργία. Η ποίηση του Ελύτη, του Γκάτσου, του Σεφέρη, του Ρίτσου και άλλων σημαντικών δημιουργών αποτελούσε το πνευματικό υπόβαθρο αυτής της αφήγησης.
Η επιλογή των έργων, η σειρά παρουσίασής τους και η συνύπαρξη των ερμηνευτών υπηρετούσαν μια συγκεκριμένη δραματουργική δομή, ώστε η παράσταση να βιώνεται ως ένα ενιαίο καλλιτεχνικό γεγονός.
Η επιλογή των βασικών ερμηνευτών, της Νατάσσας Μποφίλιου και του Γιάννη Χαρούλη, εξέφραζε τη λογική μιας νέας, φρέσκιας ανάγνωσης αυτού του ρεπερτορίου από δύο καταξιωμένους και εξαιρετικά δημοφιλείς καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς. Και οι δύο έχουν διαμορφώσει μια ισχυρή προσωπική ερμηνευτική ταυτότητα, με βαθιές αναφορές στη μεγάλη παράδοση του ελληνικού έντεχνου τραγουδιού, την οποία υπηρετούν με συνέπεια.
Με τη Νατάσσα είχε προηγηθεί μια συνεργασία που υπήρξε καθοριστική για τη δική μας επιλογή. Την είχαμε προσκαλέσει στη Βοστώνη για μια sold-out συναυλία-αφιέρωμα στο Βασίλη Τσιτσάνη στο Berklee Performance Center και εκεί είχα την ευκαιρία να τη γνωρίσω πραγματικά, ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπο.

Με εντυπωσίασαν βαθιά η σκηνική της παρουσία, η ερμηνευτική της δύναμη, η καλλιτεχνική της ευφυΐα και η σπάνια ικανότητά της να δημιουργεί μια άμεση σχέση με το κοινό.
Όταν αργότερα άρχισε να διαμορφώνεται η ιδέα της παγκόσμιας περιοδείας, η Νατάσσα ήταν για μένα μια απολύτως φυσική επιλογή. Η ιδιαίτερη σχέση που έχει αναπτύξει μέσα από τη δική της καλλιτεχνική διαδρομή με το έργο του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη επιβεβαίωνε ακόμη περισσότερο αυτή την επιλογή.
Ο Γιάννης Χαρούλης είχε, αντίστοιχα, την ευκαιρία να συνεργαστεί προσωπικά με τον Μίκη Θεοδωράκη, αποκτώντας μια άμεση βιωματική σχέση με το έργο του. Η συστηματική δουλειά πάνω στο ρεπερτόριο και οι πολλές ώρες προβών μαζί τους υπήρξαν για μένα μια βαθιά καλλιτεχνική και ανθρώπινη εμπειρία.
Παρακολουθώντας από κοντά τη μεταξύ τους συνύπαρξη είδα να επιβεβαιώνεται στην πράξη αυτό που είχα διαισθανθεί όταν τους προτείναμε να συναντηθούν σε αυτή την παραγωγή. Η παρουσία τους στην ίδια σκηνή εξέφραζε τη συνέχεια μιας ζωντανής ερμηνευτικής παράδοσης, όπου κάθε γενιά συνομιλεί δημιουργικά με την προηγούμενη διατηρώντας τη δική της ταυτότητα.
Το «Σύνολο Ελληνικής Μουσικής» (Hellenic Music Ensemble), η εικοσιπενταμελής ορχήστρα μας αποτελούνταν από διακεκριμένους Έλληνες και Ελληνίδες σολίστ, μέλη της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, της Ορχήστρας της ΕΡΤ και άλλων σημαντικών μουσικών οργανισμών. Πολλοί είχαν συνεργαστεί προσωπικά με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη, μεταφέροντας στην παραγωγή μια βιωμένη μουσική εμπειρία που είχε διαμορφωθεί σε άμεση επαφή με τους ίδιους τους δημιουργούς.

Με ενορχηστρώσεις νέες και δικές σας φαντάζομαι
Οι νέες ενορχηστρώσεις αποτέλεσαν για μένα το πιο απαιτητικό μέρος αυτής της διαδικασίας. Ως συνθέτης γνωρίζω ότι κάθε μεγάλη μουσική δημιουργία θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν την ταυτότητά της και οφείλουν να παραμείνουν αναγνωρίσιμα μέσα στον χρόνο;
Αυτή ήταν και η αφετηρία της δικής μου προσέγγισης. Με την προσωπική συνθετική μου τεχνική διακριτικά παρούσα, επιδίωξα να διατηρήσω το πνεύμα και το ηχητικό σύμπαν των πρώτων εκτελέσεων, επιτρέποντας ταυτόχρονα στη μουσική να αναπνεύσει μέσα στις αισθητικές συνθήκες του 21ου αιώνα.
Για μένα, η εργασία πάνω στο έργο του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη υπήρξε μια σπάνια ευκαιρία δημιουργικού διαλόγου με δύο από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής μουσικής.
Μου γράψατε πως δεν έχετε τοποθετηθεί επί του θέματος μιλώντας σε ΜΜΕ. Γιατί κάνατε αυτή την επιλογή και τι πιστεύετε ότι αξίζει να ακουστεί μετά και τη νέα αφορμή που δόθηκε;
Δεν θεωρώ ότι ο δημόσιος λόγος ενός καλλιτέχνη πρέπει να ακολουθεί τον ρυθμό της επικαιρότητας. Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή επιτρέπει στα γεγονότα να αποκτήσουν τις πραγματικές τους διαστάσεις και στιγμές που μια δημόσια τοποθέτηση μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά σε έναν ευρύτερο προβληματισμό. Προσπαθώ κάθε φορά να διακρίνω ποια στάση μπορεί να είναι πραγματικά χρήσιμη.
Μετά την αναβολή της περιοδείας επέλεξα συνειδητά να μη συμμετάσχω στη δημόσια αντιπαράθεση και τον θόρυβο που ακολούθησε, παρότι δέχθηκα επανειλημμένες προσκλήσεις και προκλήσεις. Εκείνη την περίοδο η συζήτηση περιστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από πρόσωπα, εντυπώσεις και μια αποσπασματική, συχνά ανακριβή παρουσίαση των γεγονότων.
Το ίδιο το καλλιτεχνικό εγχείρημα παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο. Ελάχιστοι γνώριζαν τη δραματουργική του σύλληψη, το περιεχόμενο του προγράμματος, τη νέα ενορχηστρωτική προσέγγιση, την προετοιμασία που είχε προηγηθεί ή τη διεθνή του διάσταση. Σε αυτές τις συνθήκες, έκρινα ότι η συμμετοχή μου στη δημόσια αντιπαράθεση δεν θα προσέθετε κάτι ουσιαστικό.
Υπήρχε και μια ακόμη διάσταση που θεωρούσα ιδιαίτερα σημαντική. Ως καλλιτεχνικός διευθυντής της παραγωγής είχα ευθύνη απέναντι σε μια συλλογική προσπάθεια στην οποία είχαν αφιερώσει έναν ολόκληρο χρόνο δεκάδες άνθρωποι: ερμηνευτές, μουσικοί, τεχνικοί και συνεργάτες. Δεν θεωρούσα σωστό η εργασία όλων αυτών των ανθρώπων να μετατραπεί σε υλικό μιας καθημερινής ανθρωποφαγικής δημόσιας αντιπαράθεσης.
Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση, με αφορμή την υπόθεση Δημητρούκα–Μητσιά–Χατζιδάκι, διαμορφώθηκε, κατά τη γνώμη μου, με διαφορετικούς όρους. Για πρώτη φορά το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε ουσιαστικά από τα πρόσωπα στα ίδια τα ζητήματα.
Άρχισαν να τίθενται συγκεκριμένα ερωτήματα για τα όρια του ηθικού δικαιώματος, τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, τη σχέση ανάμεσα στους δημιουργούς, τους κληρονόμους, τους ερμηνευτές, τους παραγωγούς και, τελικά, το ίδιο το κοινό. Αυτά είναι ερωτήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ τη δική μας υπόθεση και αφορούν συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον πολιτισμό.
Γι’ αυτό αποδέχθηκα τη δική σας πρόσκληση. Πιστεύω ότι επιχειρείτε να ανοίξετε έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από ζητήματα που θα εξακολουθήσουν να μας απασχολούν. Σε έναν τέτοιο διάλογο θεωρώ ότι η δημόσια παρέμβαση αποκτά πραγματικό νόημα.
Ο κ. Χατζιδάκις γράφει πως ενώ σας απάντησε αρνητικά όταν του ζητήσατε την άδεια, εσείς προχωρήσατε μονομερώς στην οργάνωση της εν λόγω περιοδείας, αναθέτοντας την υλοποίηση σε βρετανική εταιρεία παραγωγής, αγνοώντας πλήρως τη ρητή άρνησή του. Τι απαντάτε και γιατί επιλέξατε να προχωρήσετε;
Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να αποκατασταθεί με ακρίβεια το πραγματικό πλαίσιο των γεγονότων. Η δημόσια περιγραφή της υπόθεσης δεν απέδωσε, κατά τη γνώμη μου, ούτε το περιεχόμενο της επικοινωνίας μας με την πλευρά Χατζιδάκι ούτε τη φύση ενός πολύ πιο σύνθετου εγχειρήματος.
Η επιστολή που απευθύναμε από κοινού με την εταιρεία παραγωγής στον εκδότη του κ. Γιώργου Χατζιδάκι δεν συνιστούσε σε καμία περίπτωση αίτημα «άδειας» για την πραγματοποίηση της περιοδείας. Αποτελούσε μια ολοκληρωμένη πρόταση πολιτιστικής συνεργασίας με επίκεντρο τη διεθνή ανάδειξη του έργου του Μάνου Χατζιδάκι.
Η περιοδεία ήταν μία μόνο διάσταση αυτής της πρότασης, η οποία περιλάμβανε επίσης μελλοντικές συμφωνικές παραγωγές, ακαδημαϊκές συνέργειες, εκπαιδευτικές δράσεις διεθνούς χαρακτήρα και την προοπτική αξιοποίησης και περαιτέρω ανάδειξης του αρχείου του συνθέτη. Το κείμενο της επιστολής είναι στη διάθεσή σας εφόσον το επιθυμείτε.
Από εκεί και πέρα, η πραγματοποίηση της ίδιας της περιοδείας υπαγόταν σε ένα διαφορετικό και απολύτως συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο: εκείνο που διέπει τις δημόσιες εκτελέσεις δημοσιευμένων μουσικών έργων στο εξωτερικό.
Η παραγωγή επρόκειτο να πραγματοποιηθεί, όπως συμβαίνει σε κάθε διεθνή διοργάνωση, με πλήρη συμμόρφωση προς το ισχύον καθεστώς πνευματικών δικαιωμάτων σε κάθε χώρα και σε κάθε συναυλιακό χώρο όπου θα παρουσιαζόταν, καθώς και με την καταβολή όλων των προβλεπόμενων αμοιβών στους κατά τόπους αρμόδιους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.
Ο Michel Boersma και η βρετανική εταιρεία παραγωγής υπήρξαν από την πρώτη ημέρα συνδιαμορφωτές του συνολικού σχεδιασμού της περιοδείας. Η συνεργασία μας, επομένως, δεν αποτέλεσε μεταγενέστερη επιλογή ούτε προέκυψε ως αντίδραση στην εξέλιξη της επικοινωνίας μας με την πλευρά Χατζιδάκι.
Η διεθνής κλίμακα του εγχειρήματος —με προγραμματισμένες εμφανίσεις στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία— προϋπέθετε εξαρχής τη συνεργασία με έναν παραγωγό που διέθετε τη σχετική εμπειρία, τις κατάλληλες επαγγελματικές υποδομές και το απαραίτητο διεθνές δίκτυο συνεργασιών.
Η πρόθεσή μας παρέμεινε μέχρι τέλους η ίδια: να αναζητηθεί ένας κοινός τόπος. Θεωρούσαμε ότι μια πρωτοβουλία με τόσο σημαντικό πολιτιστικό αποτύπωμα άξιζε να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα συνεννόησης. Η δυνατότητα συνέχισης αυτού του διαλόγου ουσιαστικά εξέλειπε όταν η επικοινωνία αντικαταστάθηκε από εξώδικες δηλώσεις και προειδοποιήσεις για δικαστικές ενέργειες.
Τελικά, στην προσπάθεια να εμποδιστεί η περιοδεία και ανάλογες μελλοντικές δράσεις, μεταβλήθηκε – κυριολεκτικά εν μια νυκτί – και το ίδιο το καθεστώς αδειοδότησης των δημόσιων εκτελέσεων του έργου του Μάνου Χατζιδάκι στο εξωτερικό. Σήμερα κάθε δημόσια εκτέλεση έργου του, οπουδήποτε στον κόσμο, προϋποθέτει προηγούμενη ατομική άδεια από τον Έλληνα εκδότη, πράγμα που δεν ίσχυε μέχρι τότε.
Πρόκειται για μια ουσιώδη και πρωτοφανή, κατά τη γνώμη μου, μεταβολή του θεσμικού πλαισίου, η οποία αποτελεί πλέον μέρος της ίδιας της συζήτησης και δεν μπορεί να αγνοηθεί όταν επιχειρούμε να αξιολογήσουμε όσα συνέβησαν.
Νομικά μπορεί να μην υπάρχει κόλλημα στην εκτέλεση τραγουδιών, έστω και χωρίς την άδεια. Ωστόσο, στην περίπτωσή σας επρόκειτο για ολόκληρο αφιέρωμα και επίσης υπάρχει και αυτό που λέμε «ηθικό δικαίωμα». Εσείς γνωρίζατε το πλαίσιο του «ηθικού δικαιώματος» και τι γνώμη έχετε γι’ αυτό; Ρωτάω γιατί στην Ελλάδα περιφρουρείται το δικαίωμα αυτό σε αντίθεση με άλλες χώρες. Το θεωρείτε σημαντικό ή όχι;
Θεωρώ το ηθικό δικαίωμα μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού. Αναγνωρίζει ότι ένα έργο τέχνης διατηρεί έναν ιδιαίτερο δεσμό με τον δημιουργό του, έναν δεσμό που δεν εξαντλείται στην οικονομική του εκμετάλλευση. Ως συνθέτης, αντιλαμβάνομαι αυτή την αρχή ως νομική κατάκτηση με βαθιά πολιτισμική αξία.
Όταν το νομικό ερώτημα έχει απαντηθεί, αναδύεται ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: πώς συνεχίζει να ζει ένα μεγάλο έργο μέσα στον χρόνο. Η άποψή μου είναι ότι, με την πάροδο του χρόνου, ένα μεγάλο έργο αποκτά μια πολιτιστική ζωή που υπερβαίνει την προσωπική σχέση του δημιουργού με αυτό. Ενσωματώνεται στη συλλογική πολιτιστική μνήμη, αποκτά νέα συμφραζόμενα και συνεχίζει την πορεία του μέσα από τις ερμηνείες, τις επιτελέσεις και τη διαρκή συνάντησή του με νέα ακροατήρια.
Η ιστορία της μουσικής είναι, σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία των διαδοχικών ερμηνειών της. Κάθε εποχή επανεξετάζει τα έργα που κληρονομεί, τα ακούει μέσα από διαφορετικά αισθητικά και ιστορικά φίλτρα και, με αυτόν τον τρόπο, τα διατηρεί ζωντανά.
Ο Bach του Mendelssohn δεν είναι ο Bach του Glenn Gould και ο Mahler του Claudio Abbado συνομιλεί διαφορετικά με τον σημερινό ακροατή από ό,τι ο Mahler των αρχών του 20ού αιώνα. Καμία από αυτές τις αναγνώσεις δεν υποκατέστησε το έργο. Όλες διεύρυναν τον τρόπο με τον οποίο το ακούμε σήμερα. Η μουσική ολοκληρώνεται κάθε φορά που επιτελείται ενώπιον ενός νέου ακροατηρίου.
Η επιτέλεση δεν αποτελεί ένα εξωτερικό γεγονός σε σχέση με το έργο – αποτελεί μέρος της ίδιας της ιστορίας του. Κάθε ουσιαστική ερμηνεία προσθέτει ένα ακόμη κεφάλαιο στη ζωή του έργου, χωρίς να ακυρώνει όσα προηγήθηκαν.
Τα παραπάνω αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα όταν πρόκειται για έργα που έχουν διαμορφώσει την πολιτισμική ταυτότητα ενός λαού και έχουν αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη, στη γλώσσα, στην ποίηση και στις κοινές εμπειρίες των ανθρώπων. Το έργο του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της νεότερης ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η διεθνής παρουσία αυτού του έργου, ωστόσο, παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τη σημασία του για τον ελληνικό πολιτισμό. Αυτό ακριβώς δημιουργεί την ανάγκη για νέες παραγωγές υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών, ικανές να το φέρουν σε ουσιαστική επαφή με νέα ακροατήρια σε όλο τον κόσμο.
Στη συγκεκριμένη περιοδεία λοιπόν, επιχειρούσαμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μια νέα συνάντηση αυτών των έργων με ανθρώπους που σπάνια έχουν την ευκαιρία να τα γνωρίσουν μέσα από μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική πρόταση. Όπως γράφει ο ποιητής, θέλαμε να τα «ταξιδέψουμε στις γειτονιές του κόσμου».

Σε σχέση με το θέμα έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις: από τη μία κάποιοι αμφισβητούν το δικαίωμα δημιουργών και κληρονόμων να αποφασίζουν τη μοίρα των έργων, κάποιοι άλλοι ανοίγουν συζητήσεις γύρω από την αισθητική, άλλοι αισθάνονται πως όλα αυτά είναι προφάσεις που κρύβουν πίσω τους οικονομικές συναλλαγές. Εσείς, ως καλλιτέχνης, πώς αξιολογείτε αυτή τη συζήτηση τώρα, με την απόσταση του χρόνου;
Με την απόσταση του χρόνου, εκείνο που μου προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι ότι σχεδόν ολόκληρη η δημόσια συζήτηση περιστράφηκε γύρω από ένα ερώτημα: ποιος αποφασίζει. Πολύ λιγότερο συζητήθηκε τι ακριβώς επρόκειτο να παρουσιαστεί, ποια ήταν η καλλιτεχνική πρόταση, ποια η αισθητική της λογική και ποια θα μπορούσε να είναι η συμβολή μιας τέτοιας παραγωγής στη διεθνή παρουσία της ελληνικής μουσικής.
Η δημόσια συζήτηση δηλαδή, μετατοπίστηκε πολύ γρήγορα από το ίδιο το καλλιτεχνικό έργο στους μηχανισμούς που το περιβάλλουν: στις διαδικασίες, στα δικαιώματα και στις αντιπαραθέσεις γύρω από τη διαχείρισή του. Πρόκειται ασφαλώς για ζητήματα που αξίζει να συζητούνται. Όταν όμως καταλαμβάνουν σχεδόν ολόκληρο τον δημόσιο διάλογο, το ίδιο το έργο κινδυνεύει να χαθεί από το επίκεντρό του.
Έχω την αίσθηση ότι αυτή η υπόθεση ανέδειξε ένα βαθύτερο ερώτημα, πολύ ευρύτερο από τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση γύρω από τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια μικρή χώρα διαχειρίζεται τα έργα που συγκροτούν την πολιτισμική της αυτογνωσία. Εκεί, πιστεύω, βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα.
Απέναντι στις αφοριστικές προσεγγίσεις που διατυπώθηκαν, προτιμώ να θυμάμαι μια γνωστή φράση που αποδίδεται στον Gustav Mahler: η παράδοση είναι η διατήρηση της φλόγας και όχι η λατρεία της στάχτης. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι και τη διαφύλαξη της ιστορικής φυσιογνωμίας και της αισθητικής ενός έργου: ως μια διαρκή φροντίδα για την ταυτότητά του, τη ζωντανή παρουσία του και τη δυνατότητά του να εξακολουθεί να συνομιλεί με κάθε νέα εποχή.
Η προστασία του δημιουργού και η δημιουργική παρουσία των έργων στη δημόσια ζωή αποτελούν, επομένως, εξίσου ουσιαστικές διαστάσεις μιας υπεύθυνης πολιτιστικής πολιτικής και οφείλουν να υπηρετούνται με την ίδια συνέπεια και τον ίδιο σεβασμό.
Οι ερμηνείες που συνέδεσαν την υπόθεση με εικαζόμενα οικονομικά κίνητρα δεν αποτέλεσαν για μένα πεδίο δημόσιου σχολιασμού, καθώς δεν διέθετα στοιχεία που θα μου επέτρεπαν να τις αξιολογήσω. Πυξίδα μου παρέμεινε το καλλιτεχνικό όραμα αυτού του εγχειρήματος και η αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα.
Αν κρατώ κάτι θετικό από όλη αυτή την ιστορία, είναι ότι άνοιξε μια συζήτηση που ίσως έπρεπε να είχε ανοίξει εδώ και πολλά χρόνια. Τα ζητήματα που ανέδειξε προϋπήρχαν της συγκεκριμένης περιοδείας και αφορούν τόσο τα πνευματικά δικαιώματα όσο και, ευρύτερα, τη θέση που επιφυλάσσουμε στον πολιτισμό μέσα στη δημόσια ζωή. Οι ώριμες κοινωνίες δεν φοβούνται τέτοιες συζητήσεις. Μέσα από αυτές διαμορφώνουν σταδιακά τη σχέση τους με την ιστορία, τη δημιουργία και, τελικά, με τον ίδιο τους τον εαυτό.
- Διαβάστε: Αγαθή Δημητρούκα στο tvxs / Ο Γκάτσος δεν έδινε οδηγίες σε κανέναν, παρά μόνο στους ταξιτζήδες
Μέσα από τον λογαριασμό σας, με αφορμή την υπόθεση Γκάτσου–Μητσιά, απευθυνθήκατε στην κ. Δημητρούκα, γράφοντας «…σήμερα αντιλαμβάνεστε πως η ίδια λογική που τότε στράφηκε εναντίον μας είναι αυτή που τώρα στρέφεται και εναντίον σας». Ωστόσο η ίδια δήλωσε πως πρόκειται για δύο διαφορετικές περιπτώσεις και πως και σήμερα θα υπερασπιζόταν το δικαίωμα του Γ. Χατζιδάκι να επιλέγει πού θα παιχτεί το έργο του πατέρα του. Τι απαντάτε;
Τρέφω βαθύ σεβασμό για τη συμβολή της κυρίας Δημητρούκα στη διαφύλαξη και την ανάδειξη του έργου του Νίκου Γκάτσου. Γι’ αυτό και η ανάρτησή μου δεν είχε ως στόχο να ανοίξει δημόσια αντιπαράθεση μαζί της. Είναι απολύτως δικαίωμά της να θεωρεί ότι οι δύο υποθέσεις δεν ταυτίζονται.
Όταν όμως διάβασα όσα συνέβησαν στην υπόθεση Γκάτσου–Μητσιά–Χατζιδάκι, ασφαλώς ξανασκέφτηκα όσα είχαν προηγηθεί με τη δική μας παραγωγή, επειδή διέκρινα να επανέρχεται μια λογική που με είχε προβληματίσει και τότε: η προσφυγή στην απαγόρευση ως απάντηση σε ένα ζήτημα πολιτισμού. Προσωπικά θεωρώ την απαγόρευση έσχατη λύση, όταν έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες διαλόγου και συνεργασίας.
Εκείνο που θέλησα να επισημάνω είναι ότι, όταν υπερασπιζόμαστε μια γενική αρχή, οφείλουμε να εξετάζουμε την εφαρμογή της πέρα από την περίπτωση που μας αφορά άμεσα και να αναλογιζόμαστε τις συνέπειές της σε διαφορετικές περιστάσεις και με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Οι αρχές αποκτούν το πραγματικό τους περιεχόμενο όταν υπερβαίνουν τα επιμέρους περιστατικά και δοκιμάζονται σε διαφορετικές συνθήκες. Μόνο τότε αποκαλύπτεται το πραγματικό εύρος των συνεπειών τους.
Με αυτή την έννοια, η ανάρτησή μου ήταν μια πρόσκληση σε αναστοχασμό: να ξανασκεφτούμε αν η λογική που υιοθετούμε σήμερα εξακολουθεί να μας αντιπροσωπεύει όταν, σε μια διαφορετική συγκυρία, παράγει αποτελέσματα που ίσως δεν είχαμε φανταστεί. Εκεί δοκιμάζεται η συνέπεια των απόψεών μας και, μαζί της, η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου που είμαστε διατεθειμένοι να υπηρετήσουμε. Αυτό ήταν, τελικά, και το νόημα της ανάρτησής μου.

Αν γυρνούσε ο χρόνος πίσω, θα πράττατε διαφορετικά;
Όχι. Με την απόσταση του χρόνου και έχοντας πλέον πλήρη εικόνα όσων ακολούθησαν, δεν θα έκανα κάτι διαφορετικά.
Εξακολουθώ να πιστεύω στην καλλιτεχνική σύλληψη της περιοδείας και στους λόγους για τους οποίους προχωρήσαμε σε αυτό το εγχείρημα. Η συνύπαρξη του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη σε μια ενιαία μουσική αφήγηση είχε, κατά τη γνώμη μου, ισχυρή πολιτισμική, ιστορική, αισθητική και καλλιτεχνική θεμελίωση.
Οι διαδρομές των δύο δημιουργών συναντήθηκαν σε κρίσιμα σημεία της νεότερης ελληνικής μουσικής: στη σχέση τους με την ποίηση, στη συνομιλία λόγιας και λαϊκής παράδοσης, στην αναζήτηση μιας σύγχρονης ελληνικής μουσικής ταυτότητας και, τελικά, στον τρόπο με τον οποίο το έργο τους ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Αυτή ήταν η αφετηρία της παραγωγής και εξακολουθώ να πιστεύω απολύτως στην καλλιτεχνική εγκυρότητα αυτής της συνάντησης.
Από εκεί και πέρα, κινηθήκαμε μέσα στο θεσμικό και νομικό πλαίσιο που ίσχυε τότε για τη δημόσια εκτέλεση των έργων στο εξωτερικό, με την πρόθεση να αποδοθούν κανονικά όλα τα προβλεπόμενα πνευματικά δικαιώματα. Παράλληλα, όπως προανέφερα, επιδιώξαμε τη συνεργασία με την πλευρά Χατζιδάκι και καταθέσαμε μια πολύ ευρύτερη πρόταση, η οποία περιλάμβανε δράσεις για τη διεθνή παρουσία, τη μελέτη και την ανάδειξη του έργου του. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρώ ότι κινηθήκαμε με συνέπεια προς το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, επιδιώκοντας παράλληλα μια ουσιαστική συνεργασία με την πλευρά Χατζιδάκι.
Όσα συνέβησαν έκτοτε ενίσχυσαν, μάλιστα, την πεποίθησή μου ότι τα ερωτήματα που ανέδειξε αυτή η υπόθεση ήταν πραγματικά και ουσιαστικά. Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε τους τελευταίους μήνες έφερε στο προσκήνιο ζητήματα που τότε ελάχιστοι ήταν διατεθειμένοι να συζητήσουν: πού βρίσκονται τα όρια της θεμιτής προστασίας ενός έργου, με ποια κριτήρια ασκείται το ηθικό δικαίωμα, πότε δικαιολογείται μια απαγόρευση και τι συμβαίνει όταν η άσκηση ενός δικαιώματος επηρεάζει τη δημιουργική και δημόσια ζωή ενός έργου.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και φορείς συλλογικής διαχείρισης στην Ελλάδα μιλούν πλέον δημόσια για την ανάγκη επαρκούς αιτιολόγησης, συνεννόησης και συναίνεσης γύρω από τέτοιες αποφάσεις.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που για μένα έχει ιδιαίτερη σημασία. Η υποτιθέμενη αισθητική ασυμβατότητα του Χατζιδάκι με τον Θεοδωράκη που έχει αποδοθεί στον ίδιο τον Μάνο Χατζιδάκι και προβάλλεται σήμερα από ορισμένους ως απαράβατη επιθυμία του δημιουργού, αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους αυτού που αποκαλώ «Χατζιδακική ορθοδοξία».
Πίσω από αυτή την αντίληψη διακρίνω μια πολύ πιο προβληματική ιεράρχηση, με σαφείς, κατά τη γνώμη μου, ταξικές αποχρώσεις: μουσικές περισσότερο και λιγότερο «υψηλές», πολιτισμικές καταβολές περισσότερο και λιγότερο ευγενείς και, κατ’ επέκταση, απευθύνσεις σε ακροατήρια διαφορετικής πολιτισμικής αξίας.
Δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι στον 21ο αιώνα, σε μια τόσο μικρή χώρα, τέτοιες ιεραρχήσεις μπορούν να αποτελούν μέρος μιας σοβαρής συζήτησης και, πολύ περισσότερο, αισθητικό κριτήριο για τη δημόσια ζωή δύο έργων που έχουν σφραγίσει, το καθένα με τον δικό του τρόπο, τον νεότερο ελληνικό πολιτισμό.
Η ίδια η πολιτιστική πραγματικότητα άλλωστε, φαίνεται να τις διαψεύδει: τον Οκτώβριο του 2026 η Εθνική Λυρική Σκηνή θα παρουσιάσει στο Carnegie Hall έργα και των δύο συνθετών στο πλαίσιο μιας ενιαίας συναυλίας αφιερωμένης στον Νίκο Καζαντζάκη. Οι απόλυτοι αισθητικοί κανόνες και οι ιεραρχήσεις αμφίβολης προέλευσης, όπως φαίνεται, έχουν ενίοτε πολύ μικρότερη διάρκεια ζωής από τα έργα που επιχειρούν να περιχαρακώσουν.
Η συνολική εμπειρία λοιπόν, μού έδωσε πολύ βαθύτερη γνώση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο κινούνται τέτοιες πρωτοβουλίες — ενός περιβάλλοντος όπου τα καλλιτεχνικά κριτήρια συνυπάρχουν με παράγοντες που συχνά ελάχιστη σχέση έχουν με την ίδια την τέχνη.
Είστε Αναπληρωτής Καθηγητής Σύνθεσης στο Berklee College of Music και καθηγητής Πιάνου στο University of Massachusetts Boston. Τι συμβαίνει στο εξωτερικό σε σχέση με αυτές τις περιπτώσεις;
Είναι μια ερώτηση που δεν επιδέχεται εύκολες γενικεύσεις. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο «εξωτερικό», όπως δεν υπάρχει και μία ενιαία αντίληψη για τη σχέση ανάμεσα στη δημιουργία, την επιτέλεση και τα πνευματικά δικαιώματα. Οι νομικές παραδόσεις, οι θεσμοί και η πολιτιστική κουλτούρα διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ζω και εργάζομαι σχεδόν τρεις δεκαετίες, η προσέγγιση είναι αρκετά διαφορετική. Το δικαίωμα του δημιουργού προστατεύεται και οι δημιουργοί ή οι δικαιούχοι τους αμείβονται, ενώ παράλληλα το θεσμικό πλαίσιο διευκολύνει τη συνεχή επανερμηνεία ήδη δημοσιευμένων έργων.
Η δυνατότητα ενός καλλιτέχνη να προσεγγίσει εκ νέου ένα τραγούδι, επανανοηματοδοτώντας το μέσα από μια διαφορετική αισθητική προσέγγιση, πάντοτε στο προβλεπόμενο πλαίσιο αδειοδότησης και πνευματικών δικαιωμάτων, έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη κουλτούρα επανερμηνείας. Έτσι έχουμε περιπτώσεις όπου μια νέα εκτέλεση αποκτά σχεδόν αυτόνομη αισθητική και πολιτισμική υπόσταση.
Αν έπρεπε λοιπόν να συνοψίσω τη βασική διαφορά που έχω βιώσει, θα έλεγα ότι βρίσκεται στη θεσμική και πολιτιστική εξοικείωση με την ιδέα ότι ένα δημοσιευμένο έργο μπορεί να αποκτά διαρκώς νέες ερμηνευτικές ζωές.
Στο Berklee, αλλά και γενικότερα στα πανεπιστήμια όπου έχω σπουδάσει και διδάξει στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι φοιτητές κοινωνικοποιούνται με την ιδέα ότι τα μεγάλα έργα της μουσικής υπάρχουν για να μελετώνται, να αναλύονται, να επιτελούνται και να επανερμηνεύονται διαρκώς. Η επιτέλεση δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή αναπαραγωγή του παρελθόντος, αλλά ως μια δημιουργική πράξη ευθύνης απέναντι στο ίδιο το έργο.
Στη διδασκαλία μου βλέπω καθημερινά φοιτητές από δεκάδες διαφορετικές χώρες να εργάζονται πάνω στον Bach, στον Debussy, στον Stravinsky, στον Duke Ellington, στον Charlie Parker, αλλά και στον Χατζιδάκι, προσεγγίζοντάς τους ως δημιουργούς που εξακολουθούν να συνομιλούν με τη δική τους γενιά.
Εκεί συνειδητοποιεί κανείς ότι η πραγματική δύναμη ενός μεγάλου έργου βρίσκεται αφενός στη διαχρονικότητά του και αφετέρου, στην ικανότητά του να συνομιλεί με διαφορετικές εποχές και να εμπνέει διαρκώς νέες δημιουργικές αναγνώσεις.
Τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και σε άλλες χώρες, υπάρχουν βεβαίως συγκρούσεις γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα και συχνά είναι ιδιαίτερα έντονες. Εκείνο όμως που μου έχει κάνει εντύπωση είναι ότι η συζήτηση επιστρέφει συνήθως πολύ γρήγορα στο ίδιο το έργο: στην ποιότητα της ερμηνείας, στη σχέση του με το κοινό και στη θέση του μέσα στη σύγχρονη καλλιτεχνική ζωή. Με άλλα λόγια, η δημιουργική ζωή του έργου παραμένει στο επίκεντρο.
Η εμπειρία όλων αυτών των ετών μου έχει διδάξει ότι οι κοινωνίες που έχουν εμπιστοσύνη στον πολιτισμό τους δεν αισθάνονται την ανάγκη να τον περιχαρακώσουν. Έχουν την αυτοπεποίθηση να τον αφήσουν να συνομιλήσει με κάθε νέα γενιά, γνωρίζοντας ότι τα πραγματικά μεγάλα έργα ενδυναμώνονται μέσα από τον δημιουργικό διάλογο επιβεβαιώνοντας έτσι διαρκώς τη δύναμη και τη διαχρονικότητά τους. Αυτό που απαιτεί μια τέτοια ελευθερία είναι γνώση, ευθύνη και υψηλές καλλιτεχνικές προδιαγραφές.

Σήμερα, στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης και της εισαγωγής των πνευματικών δικαιωμάτων στο χρηματιστήριο, πρέπει ή όχι να διασφαλιστεί το δικαίωμα και με ποιον τρόπο, κατά τη γνώμη σας;
Πιστεύω ότι σήμερα τα πνευματικά δικαιώματα είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Η δημιουργία αποκτά νέες μορφές, νέους τρόπους παραγωγής και νέους τρόπους διάδοσης, που απαιτούν ένα αντίστοιχα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο προστασίας.
Τα πνευματικά δικαιώματα κατοχυρώνουν οικονομικά τον δημιουργό, αναγνωρίζουν τον ιδιαίτερο δεσμό ανάμεσα σε εκείνον και το έργο του και δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε η δημιουργία να μπορεί να συνεχίζεται και στο μέλλον.
Παράλληλα, τα πνευματικά δικαιώματα αποκτούν και νέες μορφές χρηματοοικονομικής αξιοποίησης. Τραγούδια, ολόκληροι μουσικοί κατάλογοι και αρχεία αγοράζονται και πωλούνται ως επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία, συχνά από φορείς χωρίς οργανική σχέση με τη δημιουργία τους.
Πρόκειται ίσως για μία από τις χαρακτηριστικότερες εκφράσεις της πολιτιστικής βιομηχανίας στον ύστερο καπιταλισμό: το έργο τέχνης αποκτά τη μορφή εμπορεύματος, του οποίου η αξία μετριέται με όρους ιδιοκτησίας, απόδοσης και κέρδους.
Εδώ ανακύπτει, κατά τη γνώμη μου, ένα κρίσιμο ζήτημα. Η ιδιοκτησία ενός δικαιώματος δεν μπορεί να ταυτίζεται με την απόλυτη εξουσία πάνω στην πολιτιστική ζωή ενός έργου. Η τέχνη γεννιέται μέσα σε γλώσσες, παραδόσεις, αισθητικές μορφές, ιστορικές εμπειρίες, συλλογικές μνήμες, συνομιλεί με έργα και δημιουργούς που προηγήθηκαν και, με τη σειρά της, γίνεται μέρος της πολιτιστικής εμπειρίας που παραδίδεται στις επόμενες γενιές.
Είναι, με αυτή την έννοια, βαθιά κοινωνική και διακειμενική και, από τη στιγμή που εισέρχεται στη δημόσια ζωή, δημιουργεί σχέσεις και νοήματα που υπερβαίνουν τον εκάστοτε κάτοχο των δικαιωμάτων της.
Τα τραγούδια που μας συγκίνησαν, συγκρότησαν τις ταυτότητές μας και συνόδευσαν τη ζωή μας γίνονται, με μια βαθύτερη πολιτιστική έννοια, και δικά μας: μέρος της συλλογικής μας μνήμης, των εποχών, των κοινοτήτων και των προσωπικών μας ιστοριών.
Η οικονομική αξιοποίηση αποτελεί θεμιτή διάσταση της ζωής ενός έργου. Δεν μπορεί όμως να εξαντλεί το νόημά του ούτε να ακυρώνει τη δυνατότητά του να κυκλοφορεί, να επανερμηνεύεται και να συνεχίζει να παράγει πολιτισμό.
Μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική πρόκληση θέτει η Τεχνητή Νοημοσύνη. Αποτελεί ήδη ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο για την έρευνα, την εκπαίδευση και την καλλιτεχνική δημιουργία.
Τη χρησιμοποιώ και ο ίδιος στη διδασκαλία και στην έρευνά μου και βλέπω καθημερινά τους φοιτητές μου να την ενσωματώνουν όλο και περισσότερο στη δημιουργική τους διαδικασία.
Η δική μου ευθύνη ως δασκάλου δεν είναι να αποτρέψω αυτή τη χρήση – αυτό είναι αδύνατον – αλλά να τους βοηθήσω να κατανοήσουν τα όριά της. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να παραγάγει υλικό και να προτείνει λύσεις. Όμως δεν μπορεί να αναλάβει την αισθητική ευθύνη μιας καλλιτεχνικής απόφασης. Αυτή παραμένει ανθρώπινη.
Η ιστορία της μουσικής μάς υπενθυμίζει ότι καμία μεγάλη τεχνολογική αλλαγή —από τη μουσική τυπογραφία και την ηχογράφηση μέχρι το διαδίκτυο— δεν κατάργησε τη δημιουργία. Κάθε μία μεταμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούμε, διδάσκουμε και επικοινωνούμε τη μουσική. Ελπίζω ότι κάτι ανάλογο θα συμβεί και με την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, είναι πώς θα διαμορφώσουμε θεσμούς ικανούς να προστατεύουν τους δημιουργούς, να ενθαρρύνουν την καινοτομία και να διασφαλίζουν ότι πίσω από κάθε αυθεντικό έργο τέχνης θα εξακολουθεί να αναγνωρίζεται ο άνθρωπος που αναλαμβάνει την ευθύνη της δημιουργίας του. Εκεί, πιστεύω, θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η ποιότητα του πολιτισμού μας τα επόμενα χρόνια.


