Κάθε μεγάλη επανάσταση εντός του υπάρχοντος κοινωνικού μοντέλου δημιουργεί νέες δυνατότητες, αλλά και νέες ανισότητες. Ποιες δουλειές θα επιβιώσουν; Ποιες δεξιότητες θα γίνουν απαραίτητες; Πόσο ισότιμη θα είναι η πρόσβαση και η αξιοποίηση των εργαλείων; Και πόσο κοντά βρισκόμαστε σε μια κοινωνία όπου η πρόσβαση στη γνώση και την τεχνολογία θα καθορίζει ακόμη περισσότερο τις ζωές μας; Επιμέλεια αφιερώματος: Βέτα Μεγάλου, Μαριάνθη Πελεβάνη

Ads

Η μαζική ανάπτυξη και εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης (AI) θέτει τους οικονομολόγους αντιμέτωπους με μια πρωτοφανή συνθήκη. Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μια τεχνολογία γενικής χρήσης και οι επιπτώσεις της είναι εξαιρετικά δύσκολο ή ακόμη και αδύνατο να προβλεφθούν.

Ads

Αν κάποιος αναρωτιέται για το αν η επικράτηση της AI θα οδηγήσει σε αύξηση της ανεργίας, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να απευθυνθεί σε οικονομολόγους. Οι ειδικοί στην αγορά εργασίας μπορούν ίσως να απαντήσουν αν μια συγκεκριμένη τεχνολογία θα προκαλέσει ανεργία ή αν μια ενδεχόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού θα καταστήσει ορισμένους εργαζόμενους περιττούς. Δεν μπορούν όμως να απαντήσουν στο ερώτημα των επιπτώσεων μιας νέας τεχνολογίας γενικής χρήσης, επειδή τόσο η έκταση της εφαρμογής της, όσο και οι συνέπειές της στη ζήτηση εργασίας παραμένουν άγνωστες.

Ads

Η νέα τεχνολογία γενικής χρήσης μπορεί να αποδειχθεί αντίστοιχη του ηλεκτρισμού και να ενσωματωθεί στο 90% των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Είναι όμως πιθανό να αποτύχει και οι ελπίδες, αλλά και οι φόβοι που σήμερα συνδέουμε με την τεχνητή νοημοσύνη να διαψευστούν.

Ads

Αυτό σημαίνει ότι, αντί να αναζητούμε συγκεκριμένες απαντήσεις, είναι προτιμότερο να διατυπώσουμε ένα ουσιαστικό σύνολο ερωτημάτων σχετικά με τις πιθανές επιδράσεις της AI και στη συνέχεια να σκιαγραφήσουμε τον νέο κόσμο που ενδέχεται να δημιουργήσει.

Το πρώτο ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσο η AI θα οδηγήσει σε αύξηση της συνολικής παραγωγής ή αν θα διατηρήσει τη συνολική παραγωγή περίπου στα ίδια επίπεδα, ανακατανέμοντας απλώς τους ρόλους μεταξύ των μηχανών (συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της τεχνητής νοημοσύνης η οποία μπορεί να θεωρηθεί μηχανή) και της ανθρώπινης εργασίας.

Με άλλα λόγια, πρόκειται να αποτελέσει η AI μια τεχνολογία που αυξάνει την παραγωγή ή μια τεχνολογία που απλώς μεταβάλλει τη σύνθεση των παραγωγικών συντελεστών;

Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του δοκιμίου το υπαγόρευσα και δεν το έγραψα όπως συνήθως στον επεξεργαστή κειμένου Word, αλλά ούτε με το χέρι, όπως έκανα πριν από είκοσι χρόνια. Ωστόσο, ούτε η τεχνολογία επεξεργασίας κειμένου, ούτε η υπαγόρευση μέσω υπολογιστή με οδήγησαν στο να γράψω περισσότερα δοκίμια. Πιθανότατα υπήρξε κάποια αύξηση της παραγωγικότητας, με την έννοια ότι ένα ευανάγνωστο δοκίμιο ολοκληρώθηκε σε λιγότερο χρόνο, αλλά όχι κάτι περισσότερο.

Παρ’ όλα αυτά, η τεχνολογία έκανε το παρόν δοκίμιο πολύ πιο προσιτό σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Υπό αυτή την έννοια υπήρξε αύξηση της συνολικής κοινωνικής ωφέλειας (υποθέτοντας, φυσικά, ότι η ανάγνωση αυτού του άρθρου στο Substack δεν προκαλεί θυμό και δυστυχία σε πολλούς από τους αναγνώστες του).

Το δεύτερο, συναφές ερώτημα είναι αν η AI θα οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγικότητας. Εδώ, τόσο η κοινή λογική σύμφωνα με την οποία η AI υποκαθιστά την ανθρώπινη εργασία όσο και το προηγούμενο παράδειγμα μας επιτρέπουν να υποθέσουμε με σχετική ασφάλεια ότι η AI θα αυξήσει την παραγωγικότητσ. Και σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα η αύξηση αυτή μπορεί να είναι θεαματική.

Για να καταλήγαμε στο αντίθετο συμπέρασμα, θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι η συνολική παραγωγή θα μειωνόταν, εξαιτίας της εφαρμογής της AI. Μια τέτοια υπόθεση φαίνεται εξαιρετικά απίθανη. Επομένως, μπορούμε με αρκετή βεβαιότητα να προβλέψουμε ότι η παταγωγικότητα θα αυξηθεί.

Το τρίτο ζήτημα είναι κατά πόσο η AI θα δημιουργήσει έναν σημαντικό πλεονάζοντα πληθυσμό (surplus population). Προτιμώ τον όρο «πλεονάζων πληθυσμός» αντί του πιο ουδέτερου όρου «υψηλότερη ανεργία», επειδή αποδίδει καλύτερα τις πιθανές συνέπειες μιας τεχνολογίας γενικής χρήσης. Είναι πιθανό να δημιουργήσει ανθρώπους που θα είναι ουσιαστικά μη απασχολήσιμοι και των οποίων οι δεξιότητες θα ανήκουν σε μια εποχή που θα έχει πλέον παρέλθει.

Αυτό μπορεί να αφορά δεξιότητες και γνώσεις που θα καταστούν εντελώς περιττές λόγω της εξάπλωσης της AI ή ανθρώπους των οποίων οι δεξιότητες θα απαιτούν μια εκτεταμένη «αναβάθμιση» (retooling) ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της νέας οικονομίας, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει πέντε ή και περισσότερα χρόνια. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν με οικονομικούς όρους «πλεονάζοντα πληθυσμό».

Εάν ο πλεονάζων πληθυσμός γίνει μεγάλος – αν για παράδειγμα φτάσει το 15% ή το 20% του εργατικού δυναμικού – θα δημιουργηθούν σοβαρά πολιτικά προβλήματα.

Το ερώτημα τότε θα είναι πώς θα μπρούσε να αντιμετωπιστεί αυτή η πολιτική πρόκληση.

Μια λύση θα μπορούσε να βρεθεί μέσα από το υφιστάμενο σύστημα επιδομάτων ανεργίας, με τη διαφορά ότι, στην περίπτωση του πλεονάζοντος πληθυσμού, τα επιδόματα θα διαρκούν για χρόνια και όχι για έξι ή εννέα μήνες, όπως συμβαίνει σήμερα. Μια άλλη λύση θα ήταν η καθιέρωση ενός καθολικού εγγυημένου εισοδήματος. Και οι δύο επιλογές θα απαιτούσαν σημαντικές αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης και χρηματοδότησης του κράτους πρόνοιας.

Θα έπρεπε, ουσιαστικά, να αποδεχθούμε την πιθανότητα ύπαρξης ανθρώπων που δεν θα εργάζονταν ποτέ στη διάρκεια της ζωής τους ή θα εργάζονταν μόνο για πολύ μικρά χρονικά διαστήματα σε κατώτερες θέσεις εργασίας.

Ωστόσο, οι χρηματικές μεταβιβάσεις δεν εξαλείφουν το πολιτικό πρόβλημα. Θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς ότι η απλή παροχή χρημάτων, ώστε οι άνθρωποι να επιβιώνουν, αρκεί για να τους κάνει ευτυχισμένους.

Ένας μεγάλος πληθυσμός ανέργων θα μπορούσε να δημιουργήσει μια μόνιμη δεξαμενή δυσαρεστημένων ανθρώπων, πολιτικά δύσκολων στη διαχείριση και εύκολα χειραγωγήσιμων από πολιτικούς δημαγωγούς. Η ίδια η ύπαρξη μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων που διαθέτει άφθονο ελεύθερο χρόνο για να οργανώνει κοινωνικές διαμαρτυρίες θα αποτελούσε από μόνη της παράγοντα πολιτικής αποσταθεροποίησης.

Το επόμενο ζήτημα αφορά τα κέρδη. Ελάχιστοι αμφιβάλλουν ότι το συνολικό ύψος των κερδών θα αυξηθεί όταν η AI εφαρμοστεί σε μεγάλη κλίμακα. Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μια μορφή κεφαλαίου, όπως κάθε άλλη, και όσοι την κατέχουν θα αποκομίσουν φυσικά οικονομικά οφέλη. Θα γίνουν πλουσιότεροι.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να αποκτήσουν εξαιρετικά μεγάλο πλούτο και τεράστια πολιτική επιρροή. Ο συνδυασμός του υπερβολικού πλούτου και της πολιτικής ισχύος λίγων ανθρώπων με την ταυτόχρονη ύπαρξη ενός μεγάλου άνεργου πληθυσμού θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα εξαιρετικά εκρηκτικό πολιτικό μείγμα.

Δεν είναι βέβαιο ότι οι νέοι «τεχνολογικοί άρχοντες» θα λειτουργούν πάντοτε ως ενιαία κοινωνική τάξη. Ορισμένοι από αυτούς μπορεί να φιλοδοξούν να ηγηθούν του στρατού των δυσαρεστημένων και να εκτοπίσουν άλλους τεχνολογικούς ολιγάρχες από τις θέσεις ισχύος τους.

Το ερώτημα που με ενδιαφέρει εδώ, όμως, είναι αν το ποσοστό κέρδους θα αυξηθεί ή όχι.

Η μεγαλύτερη μάζα κερδών που θα προκύψει από την AI δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη υψηλότερο συνολικό ποσοστό κέρδους, διότι το νέο κεφάλαιο που θα επενδυθεί στην τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να είναι τόσο μεγάλο ώστε να αυξάνεται ταχύτερα από τα συνολικά κέρδη.

Θα μπορούσαμε έτσι να βρεθούμε μπροστά σε μια κατάσταση που αρχικά μοιάζει παράδοξη, δηλαδή ο μέσος συντελεστής κέρδους σε μια οικονομία όπου η AI έχει εφαρμοστεί εκτεταμένα ενδέχεται να μειωθεί.

Υπάρχουν όμως αντισταθμιστικές δυνάμεις.

Η AI μπορεί να καταστρέψει την αξία μεγάλου μέρους του ήδη υπάρχοντος κεφαλαίου, το οποίο δεν θα είναι πλέον αξιοποιήσιμο.

Έτσι, η AI θα κάνει στο κεφάλαιο ό,τι κάνει και στην εργασία, δηλαδή θα δημιουργήσει πλεονάζον κεφάλαιο, όπως δημιούργησε και πλεονάζουσα εργασία.

Το πλεονάζον κεφάλαιο δεν θα περιλαμβάνεται πλέον στον υπολογισμό του μέσου ποσοστού κέρδους.

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αυτή η διαδικασία συνεπάγεται μεγάλες κεφαλαιακές απώλειες για όσους κατέχουν το «λάθος» κεφάλαιο. Επομένως, οι δυσαρεστημένοι μπορεί να μην είναι μόνο οι άνεργοι και μη απασχολήσιμοι εργαζόμενοι, αλλά και οι πρώην καπιταλιστές που έχουν πλέον φτωχοποιηθεί.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υπάρξει αύξηση του μεριδίου του εθνικού εισοδήματος που κατευθύνεται προς τους κατόχους κεφαλαίου, επειδή η ποσότητα του χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου θα έχει αυξηθεί, ενώ το μέσο ποσοστό κέρδους θα παραμείνει λίγο-πολύ σταθερό. Αντίθετα, το μερίδιο του εισοδήματος που αντιστοιχεί στην εργασία θα μειωθεί.

Εφόσον γνωρίζουμε εμπειρικά ότι το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου βρίσκεται στα χέρια των ανθρώπων που ανήκουν στα ανώτερα στρώματα της εισοδηματικής κατανομής, η αύξηση του μεριδίου του κεφαλαίου είναι πιθανό να επιδεινώσει τις ανισότητες τόσο στο εισόδημα όσο και στον πλούτο.

Αυτό είναι το πιθανότερο, αλλά όχι απολύτως βέβαιο, ενδεχόμενο. Τεχνολογικές αλλαγές τόσο μεγάλης κλίμακας θα μπορούσαν πράγματι να αυξήσουν τα εισοδήματα, όχι μόνο για όσους βρίσκονται ήδη στην κορυφή της κατανομής του πλούτου, αλλά και για άτομα που ανήκουν στα μεσαία στρώματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα ήταν πλέον τόσο προφανές ότι η αύξηση του μεριδίου του κεφαλαίου θα οδηγούσε από μόνη της σε μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος παράγοντας που θα ωθούσε με βεβαιότητα την ανισότητα προς τα πάνω και είναι ο πλεονάζων πληθυσμός. Τα νέα κρατικά επιδόματα που θα λάμβανε θα ήταν σημαντικά χαμηλότερα από τους μισθούς που λάμβαναν προηγουμένως οι άνθρωποι αυτοί ως εργαζόμενοι.

Τελικά φτάνουμε στο κεντρικό ερώτημα, το οποίο στην πραγματικότητα είναι ένα κοινωνικό ερώτημα. Πώς θα διαμορφωθεί η νέα κατανομή του εισοδήματος;

Η κοινωνία αυτή θα ήταν μια τετραταξική κοινωνία (tetra society), δηλαδή μια κοινωνία αποτελούμενη από τέσσερις κοινωνικές τάξεις.

Στη βάση της πυραμίδας θα βρίσκεται ο πλεονάζων πληθυσμός, δηλαδή το λούμπεν προλεταριάτο ή οι αδρανείς «είλωτες», άνθρωποι χωρίς εργασία και χωρίς ουσιαστική απασχόληση. Θα πρέπει να διατηρούνται ήρεμοι και πειθήνιοι μέσω της παροχής «άρτου και θεαμάτων». Στη σύγχρονη εποχή, ο «άρτος και τα θεάματα» σημαίνουν προφανώς κάποιο είδος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ή επιδόματος ανεργίας εφ’ όρου ζωής, σε συνδυασμό με συνεχή πρόσβαση σε φθηνή διαδικτυακή ψυχαγωγία όλο το εικοσιτετράωρο.

Αμέσως πιο πάνω θα βρίσκεται η εργατική τάξη του τομέα των υπηρεσιών, απασχολούμενη σε δραστηριότητες που δεν μπορούν -τουλάχιστον προς το παρόν- να αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη.

Οι εργαζόμενοι αυτοί θα επιβιώνουν με χαμηλούς έως μέτριους μισθούς και θα ζουν διαρκώς υπό την απειλή ότι και οι δικές τους θέσεις θα αντικατασταθούν από την AI.

Η τρίτη τάξη θα αποτελείται από ανθρώπους που θα συνδυάζουν, όπως συμβαίνει ήδη σήμερα, υψηλά εισοδήματα από εργασία και υψηλά εισοδήματα από κεφάλαιο.

Πρόκειται για αυτό που έχω ονομάσει «τάξη διπλά προνομιούχων», η οποία σήμερα αντιπροσωπεύει περίπου το 3% του πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανθρώπους που ανήκουν ταυτόχρονα στο ανώτερο 10% των κατόχων κεφαλαίου και στο ανώτερο 10% των μισθωτών ως προς τις αποδοχές τους.

Η συγκεκριμένη ομάδα ενδέχεται να διευρυνθεί. Ακόμη και αν σήμερα δεν κατέχει μετοχές στις νέες επιχειρήσεις της AI, τα υψηλά εργασιακά και κεφαλαιακά εισοδήματά επιτρέπουν στα μέλη της να αυξάνουν συνεχώς τη συμμετοχή τους στις κερδοφόρες επιχειρήσεις, διατηρώντας τη θέση τους αλλά και βελτιώνοντάς την.

Στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας θα βρίσκονται οι εξαιρετικά πλούσιοι άνθρωποι, οι οποίοι υπάρχουν και σήμερα. Δεν θα πρόκειται απλώς για πέντε, έξι ή δέκα ακραίους μεγιστάνες του πλούτου, θα μπορούσαν να υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι με πραγματικά ασύλληπτη περιουσία.

Μια τέτοια κοινωνική πυραμίδα θα θύμιζε τις πυραμίδες των προ-βιομηχανικών κοινωνιών, τόσο λόγω της απότομης αύξησης των εισοδημάτων, όσο και λόγω της ισοπέδωσης των εισοδημάτων στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού που βρίσκεται στη βάση. Πρόκειται για κοινωνίες που δεν κατάφεραν ποτέ να δημιουργήσουν μια επαρκώς ισχυρή μεσαία τάξη.

Φυσικά, αυτή η εικόνα αφορά μόνο τις πιο προηγμένες και πλούσιες κοινωνίες. Άλλες χώρες, λιγότερο ανεπτυγμένες ως προς την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης, ενδέχεται να διατηρήσουν μια περισσότερο οικεία κοινωνική και ταξική δομή.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι πιο προηγμένες τεχνολογικά και πλουσιότερες κοινωνίες ενδέχεται να στερούνται μεσαίας τάξης και να είναι πιο «ταραχώδεις» από τις λιγότερο ανεπτυγμένες κοινωνίες.

Ένα από τα βασικά δόγματα του εικοστού αιώνα είναι ότι η οικονομική ανάπτυξη (δηλαδή το υψηλότερο συνολικό εισόδημα) και η εκπαίδευση δημιουργούν μια ισχυρή μεσαία τάξη, η οποία με τη σειρά της αποτελεί εγγυητή της πολιτικής σταθερότητας. Ίσως, όμως, αυτό το δόγμα να ίσχυε μόνο για έναν συγκεκριμένο τύπο βιομηχανικών, φορντικών κοινωνιών.

Αυτό που θα μπορούσε κατ’ αρχήν να χαρακτηριστεί ως μεσαία τάξη στις κοινωνίες όπου η τεχνητή νοημοσύνη θα έχει εκτεταμένη παρουσία θα είναι οι εργαζόμενοι στον τομέα των υπηρεσιών, οι οποίοι δεν θα έχουν ακόμη αντικατασταθεί από την AI.

Ωστόσο, δεν μπορούν να θεωρηθούν πλήρως μεσαία τάξη, επειδή τα εισοδήματά τους θα είναι σχετικά χαμηλά σε σύγκριση με εκείνα των δύο ανώτερων τάξεων -της τάξης των διπλά προνομιούχων και των τεχνολογικών αρχόντων- ενώ η κοινωνική τους θέση θα είναι εξαιρετικά επισφαλής, καθώς θα βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωποι με τον κίνδυνο να χάσουν τη δουλειά τους και να διολισθήσουν στο λούμπεν προλεταριάτο.

Υπάρχουν ελάχιστες αμφιβολίες ότι μια κοινωνία όπως αυτή που μόλις σκιαγραφήσαμε θα παρουσίαζε έντονα δυστοπικά χαρακτηριστικά.

Η ουτοπική υπόσχεση ότι οι μηχανές θα αναλάβουν μεγάλο μέρος της εργασίας που σήμερα εκτελείται από τους ανθρώπους, επιτρέποντάς μας να απολαμβάνουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο και αναψυχή, θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική.

Αντί να δημιουργήσει κοινωνίες αφθονίας, η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να παράγει κοινωνίες με πολύ μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες και πολύ μεγαλύτερη πολιτική αστάθεια από εκείνες που οι σημερινοί υποστηρικτές της «εποχής της αφθονίας» που υπόσχεται η AI μάς καλούν να φανταστούμε.

Με πληροφορίες από: branko2f7.substack.com