Το μεταναστευτικό σύστημα για τη χορήγηση ασύλου έχει αποδυναμωθεί τόσο εντατικά στις ΗΠΑ, ώστε για τη συντριπτική πλειονότητα των φτωχών και εκτοπισμένων ανθρώπων του κόσμου είναι σαν μην υπάρχει καν.
Πρώτον, τα ποσοστά έγκρισης αιτήσεων ασύλου έχουν καταρρεύσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, πέφτοντας κάτω από το 20% το 2025, σε σύγκριση με 55,5% το 2012, σύμφωνα με ανάλυση του Jakobin.
Δεύτερον, η διαδικασία χορήγησης ασύλου είναι πιο αργή από ποτέ. Μια συσσωρευμένη εκκρεμότητα άνω των τριών εκατομμυρίων υποθέσεων αναγκάζει συχνά τους πιθανούς δικαιούχους ασύλου να περιμένουν πέντε ή και περισσότερα χρόνια μέχρι να εμφανιστούν τελικά ενώπιον δικαστηρίου. Το 2012 υπήρχαν μόλις περίπου 300.000 υποθέσεις σε εκκρεμότητα, λιγότερο από το ένα δέκατο του σημερινού αριθμού, ενώ οι χρόνοι αναμονής ήταν μόλις περίπου 1,5 χρόνος.
Αυτή η συσσώρευση έχει οδηγήσει σε ένα τρίτο πρόβλημα. Καθώς οι αιτούντες άσυλο αναγκάζονται να περιμένουν με σταυρωμένα τα χέρια για μισή δεκαετία, η κυβέρνηση Τραμπ έχει επινοήσει όλο και περισσότερους τρόπους για να τους αρνείται την πράσινη κάρτα. Στο μεταξύ, οι αιτούντες άσυλο δεν μπορούν να εργαστούν νόμιμα, ούτε να ταξιδέψουν ελεύθερα στη χώρα στην οποία αναζητούν προστασία. Αυτό αποτελούσε παλαιότερα ένα συνηθισμένο και πρακτικό μέρος της διαδικασίας ασύλου, όμως τώρα οι αιτούντες άσυλο πρέπει επ’ αόριστον να βάζουν τη ζωή τους στον πάγο, κάτι που οι περισσότεροι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν.
Διαβάστε: ΕΕ / Στο τραπέζι η παρακολούθηση των social media από την Frontex
Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, μάλιστα, η κυβέρνηση Τραμπ κινήθηκε για να εμποδίσει το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο να διαμένουν στο εσωτερικό της χώρας όσο εκκρεμούν οι υποθέσεις τους. Αν εφαρμοστεί αυτό το μέτρο θα μπορούσε να αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα για το άσυλο. Η άλλοτε μεγάλη οικουμενική αξία, σύμφωνα με την οποία κάθε άνθρωπος στον πλανήτη έχει το δικαίωμα να αναζητήσει καταφύγιο, ουσιαστικά δεν θα υπάρχει πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για την εξαφάνιση του ασύλου. Ένας είναι η άνοδος της ξενοφοβικής και ρατσιστικής ρητορικής. Ένας άλλος είναι η απροθυμία από το Κογκρέσο. Υπάρχει, όμως, και ένας τρίτος, λιγότερο προφανής λόγος για το τέλος του ασύλου στην Αμερική: η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.
Ένα εργαλείο γεωπολιτικής του Ψυχρού Πολέμου
Η σύγχρονη έννοια του ασύλου θεσπίστηκε μετά το Ολοκαύτωμα, μέσω της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για τους Πρόσφυγες. Κατά την άνοδο του Τρίτου Ράιχ, μεγάλος αριθμός Εβραίων μεταναστών εγκατέλειψε την Ευρώπη, αλλά απορρίφθηκε από άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών. Πολλοί από αυτούς αργότερα πέθαναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δημιουργήθηκε το δίκαιο του ασύλου ώστε να διασφαλιστεί ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ ξανά και ότι κάθε άνθρωπος που διέφευγε για να σώσει τη ζωή του θα είχε εγγυημένο το δικαίωμα να ζητήσει προστασία σε οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο.
Μόνο που στην πραγματικότητα η διαδικασία ασύλου δεν λειτούργησε ποτέ έτσι στην πραγματικότητα. Αντίθετα, το σύστημα ασύλου καθοδηγήθηκε από τη γεωπολιτική του Ψυχρού Πολέμου, με στόχο την προώθηση μιας αντικομμουνιστικής και φιλοκαπιταλιστικής ατζέντας.
Στην πραγματικότητα, η ΕΣΣΔ αρνήθηκε να υπογράψει τη Σύμβαση του 1951 για τους Πρόσφυγες, υποστηρίζοντας ότι αποτελούσε ένα ακόμη ιδεολογικό εργαλείο, «υπαγορευμένο από τις δυτικές χώρες», για να δυσφημούνται τα σοσιαλιστικά κράτη. Από αυτή την άποψη, είχαν ουσιαστικά δίκιο. Από το 1951 έως το 1979, η αμερικανική κυβέρνηση χορηγούσε άσυλο σε ανθρώπους «από οποιαδήποτε κομμουνιστική ή κομμουνιστοκρατούμενη χώρα ή περιοχή». Αυτό περιλάμβανε περίπου 700.000 Κουβανούς, 400.000 «Ινδοκινέζους», ανθρώπους που εγκατέλειπαν το Βιετνάμ, το Λάος και την Καμπότζη μετά τις κομμουνιστικές νίκες, άλλους 400.000 Ευρωπαίους από το Ανατολικό Μπλοκ, 80.000 Σοβιετικούς αντιφρονούντες και σχεδόν κανέναν άλλον.
Οι εγκρίσεις ασύλου ευνοούσαν έντονα τους αιτούντες από κομμουνιστικές χώρες, ενώ απέρριπταν συστηματικά εκείνους που διέφευγαν από βία υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ.
Μόνο μετά την ψήφιση του Refugee Act του 1980 το αμερικανικό σύστημα ασύλου έγινε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα, με τους μετανάστες να υποβάλλουν ατομικές αιτήσεις, οι οποίες εξετάζονται ξεχωριστά. Κυρίως, αυτό το νέο σύστημα ασύλου ήταν διαθέσιμο σε οποιονδήποτε δεν μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή στη χώρα όπου διέμενε τελευταία, λόγω «δίωξης ή βάσιμου φόβου δίωξης εξαιτίας της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της συμμετοχής σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή της πολιτικής άποψης».
Ωστόσο, καθ’ όλη τη δεκαετία του 1980, οι εγκρίσεις ασύλου εξακολουθούσαν να ευνοούν έντονα τους αιτούντες από κομμουνιστικές χώρες, ενώ απέρριπταν συστηματικά εκείνους που διέφευγαν από βία υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ. Ενώ οι πρόσφυγες από την Κούβα και την ΕΣΣΔ είχαν ποσοστά έγκρισης 70 έως 80%, όσοι είχαν εκτοπιστεί από σφαγές και γενοκτονίες από το Σαλαβαδόρ και τη Γουατεμάλα μέσω πράξεων που ήταν χρηματοδοτούμενες από την κυβέρνηση Ρήγκαν, είχαν ποσοστό αποδοχής μικρότερο από 3%.
Εργατικά χέρια και μετανάστευση
Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή οι Ηνωμένες Πολιτείες επανεγκατέστησαν περισσότερους πρόσφυγες από όλες τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου μαζί. Ακόμη και οι πολιτικές του Ρήγκαν για την επιτήρηση των συνόρων μοιάζουν ξένες σε σύγκριση με τη σύγχρονη αντι-μεταναστευτική νομοθεσία, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των συνόρων παρέμενε σχετικά χαλαρά φυλασσόμενο τη δεκαετία του 1980. Ήταν κοινή γνώση εκείνη την εποχή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βασίζονταν σε Μεξικανούς χωρίς νόμιμα έγγραφα για εποχική εργασία στη συγκομιδή των αγροτικών προϊόντων και δεν χρειάζονταν ένα αυστηρά φυλασσόμενο σύνορο για να ελέγχουν την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού.
Αυτό ήταν και πάλι μια υπολογισμένη πολιτική επιλογή και όχι μία πράξη «καλοσύνης». Αφού είχε καταστρέψει μεγάλο μέρος της Κεντρικής Αμερικής στο όνομα της καταπολέμησης του κομμουνισμού, ο Ρήγκαν δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δεχτεί κάποιους από τους ανθρώπους που είχε εκτοπίσει.
Στον πυρήνα του, λοιπόν, το αμερικανικό σύστημα ασύλου υπήρξε ανέκαθεν ένα ιδεολογικό εργαλείο. Από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, και μαζί της τη σταδιακή εξασθένηση της κομμουνιστικής «απειλής», οι Ηνωμένες Πολιτείες το αποκαθήλωσαν αργά.
Και τώρα που ο καπιταλισμός δεν έχει πλέον έναν εμφανή παγκόσμιο ανταγωνιστή και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να νομιμοποιήσουν τον ρόλο τους στον κόσμο, δεν χρειάζεται πλέον να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα που προηγουμένως ισχυρίζονταν ότι προστάτευαν για λογαριασμό του λεγόμενου «ελεύθερου κόσμου».
Η τριακονταετής παρακμή του ασύλου
Η μεγάλη αποδόμηση του ασύλου δεν συνέβη από τη μία στιγμή στην άλλη. Στην πραγματικότητα, τα ποσοστά έγκρισης αιτήσεων ασύλου αυξήθηκαν από το 1991 έως το 2012. Στην αρχή αυτής της περιόδου, το σύστημα λειτουργούσε στο μέγιστο των δυνατοτήτων του, προκειμένου να ασκήσει ιδεολογική πίεση σε μια παραπαίουσα ΕΣΣΔ, οι μετανάστες της οποίας, καθώς έφευγαν από τις τελευταίες ημέρες του σοβιετικού μπλοκ και από τη δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου που συνόδευσε τη μετάβαση στον καπιταλισμό, γίνονταν δεκτοί με ανοιχτές αγκάλες.
Πράγματι, η αύξηση των αιτούντων άσυλο συνέπεσε με την αυξανόμενη αστάθεια ενός κόσμου που μόλις είχε περάσει υπό την κυριαρχία του καπιταλισμού. Μετά το 1991, σημειώθηκε σταθερή αύξηση των εκτοπισμένων ανθρώπων παγκοσμίως λόγω «δίωξης, συγκρούσεων, βίας, παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή γεγονότων που διαταράσσουν σοβαρά τη δημόσια τάξη». Μέχρι το 2013 υπήρχαν πάνω από 50 εκατομμύρια εκτοπισμένοι άνθρωποι παγκοσμίως, πολλοί από τους οποίους αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους εξαιτίας πολέμων δι’ αντιπροσώπων που ξεκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2025 ο αριθμός αυτός είχε ανέλθει σε σχεδόν 120 εκατομμύρια, αντανακλώντας ένα επίπεδο παγκόσμιων συγκρούσεων που δεν είχε παρατηρηθεί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και αυτό δεν περιλαμβάνει καν τα εκατομμύρια ανθρώπων που εκτοπίστηκαν λόγω της κλιματικής αλλαγής, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εξόρυξη πόρων και την κατανάλωση στη Δύση.
Ως απάντηση, αναπτύχθηκε μια διακομματική προσπάθεια υπό πέντε προεδρίες – Κλίντον, Μπους, Ομπάμπα, Μπάιντεν, Τραμπ – να μείνουν εκτός οι άνθρωποι που εκτοπίστηκαν από αποτυχημένες νεοφιλελεύθερες πολιτικές και από την αμερικανική επέμβαση στο εξωτερικό.
Ένα από τα πρώτα χτυπήματα στο άσυλο ήρθε το 1996, επί Κλίντον. Ενώ προηγουμένως οι μετανάστες είχαν εγγυημένο το δικαίωμα να ζητήσουν άσυλο οποιαδήποτε στιγμή, πλέον υποχρεώνονταν να υποβάλουν αίτηση ασύλου μέσα σε ένα έτος από την άφιξή τους στη χώρα. Μετά από αυτό, το οικουμενικό και διαρκές δικαίωμά τους να αναζητήσουν καταφύγιο από τη δίωξη έληγε. Ο Κλίντον υπέγραψε τον νόμο χωρίς δισταγμό.
Μια δεκαετία αργότερα, το 2005, το Κογκρέσο ψήφισε τον REAL ID Act. Με πρόσχημα την αποτροπή «τρομοκρατών από το να κάνουν κατάχρηση των νόμων ασύλου των Ηνωμένων Πολιτειών», ο νόμος απαιτούσε από τους αιτούντες άσυλο να προσκομίζουν συγκεκριμένα έγγραφα που να αποδεικνύουν τη δίωξη στις χώρες καταγωγής τους. Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ότι άνθρωποι που διαφεύγουν για να σώσουν τη ζωή τους διανύοντας χιλιάδες χιλιόμετρα συχνά αδυνατούν να διατηρήσουν τέτοια έγγραφα. Ούτε οι δολοφόνοι συνήθως προειδοποιούν γραπτώς τα θύματά τους ότι πρόκειται να τα σκοτώσουν.
Παρότι δεν υπήρχαν στοιχεία ότι τρομοκράτες είχαν πράγματι κάνει κατάχρηση του αμερικανικού συστήματος ασύλου – κανένας από τους ανθρώπους που συμμετείχαν στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου δεν ήταν αιτών άσυλο – η πολιτική της εποχής Μπους δημιούργησε ένα προηγούμενο σύμφωνα με το οποίο το δίκαιο του ασύλου αποτελούσε πλέον απειλή για την εθνική ασφάλεια. Το άσυλο αποδυναμώθηκε για να προωθήσει έναν νέο ιδεολογικό πόλεμο και οι πρόσφυγες μετατράπηκαν σε δυνητικούς τρομοκράτες.
Όμως το άσυλο συνέχισε να αποδυναμώνεται επί Μπαράκ Ομπάμα. Αφού τα ποσοστά ασύλου έφτασαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα το 2012, οι Ρεπουμπλικανοί αύξησαν την πίεση στην προεκλογική εκστρατεία του Ομπάμα για την επανεκλογή του, υποστηρίζοντας ψευδώς ότι είχε δημιουργήσει πολιτικές «ανοιχτών συνόρων» που πλημμύριζαν την Αμερική με μετανάστες χωρίς έγγραφα. Αντί να παραμείνει σταθερός στη θέση του, ο Ομπάμα υποχώρησε σχεδόν αμέσως, απελαύνοντας περισσότερους από 407.000 ανθρώπους μόνο το 2012 και 3,1 εκατομμύρια μέσα σε οκτώ χρόνια.
Όπως και ο Reagan πριν από αυτόν, ο Ομπάμα στόχευσε ειδικά τους Κεντροαμερικανούς μετά τις αποτυχημένες αμερικανικές επεμβάσεις στην περιοχή, κυρίως το πραξικόπημα στην Ονδούρα που υποστηρίχθηκε από την τότε υπουργό Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον. Επί Ομπάμα, το δικαστικό σύστημα δεχόταν ολοένα μεγαλύτερη πίεση ώστε να μην αναγνωρίζει πλέον ότι οι μετανάστες που διέφευγαν από τη βία των συμμοριών είχαν «βάσιμο φόβο» ότι θα έχαναν τη ζωή τους.
Ίσως όμως η πιο επιβλαβής «καινοτομία» του Ομπάμα ήταν η δημιουργία του Southern Border Program (SBP) το 2014, μέσω του οποίου οι Ηνωμένες Πολιτείες πλήρωναν το Μεξικό για να συλλαμβάνει και να απελαύνει μετανάστες πριν προλάβουν καν να φτάσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η λογική ήταν απλή και σκληρή. Μετά το 1980, για να υποβάλει κάποιος αίτηση ασύλου έπρεπε να βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επομένως, αν αναχαιτιζόταν πρώτα στο Μεξικό, δεν θα είχε ποτέ την ευκαιρία να ζητήσει άσυλο. Κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του, το SBP στέρησε σιωπηλά από εκατομμύρια μετανάστες τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση, χωρίς αυτό να επηρεάζει τα επίσημα στατιστικά στοιχεία ασύλου.
Το 2018, ο υπουργός Δικαιοσύνης Jeff Sessions, διορισμένος από τον Τραμπ, αποφάσισε ότι η βία των συμμοριών δεν συνιστούσε πλέον «βάσιμο φόβο», θεσμοθετώντας αυτό που ο Ομπάμα είχε κάνει αθόρυβα. Το 2019, η κυβέρνηση εγκαινίασε το Remain in Mexico, το οποίο βασίστηκε στη λογική του SBP, απαιτώντας από τους μετανάστες, τρόπον τινά, να «κάνουν πρώτα αίτηση για να μπορέσουν να κάνουν αίτηση» για άσυλο. Οι μετανάστες έπρεπε να δηλώσουν ότι επιθυμούσαν να ζητήσουν άσυλο ενώ βρίσκονταν ακόμη στο Μεξικό και στη συνέχεια να περιμένουν εκεί επ’ αόριστον μέχρι να τους επιτραπεί να εισέλθουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και να υποβάλουν για δεύτερη φορά αίτηση. Για τους περισσότερους, η αναμονή σε μια τρίτη χώρα χωρίς πρόσβαση σε εργασία, κοινωνικές υπηρεσίες ή στέγαση, ιδιαίτερα σε επικίνδυνες συνοριακές πόλεις, ήταν μια αδύνατη απαίτηση.
Η μεταμόρφωση του προγράμματος προσφύγων από ένα σύστημα που παρείχε παροχές, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην αγορά εργασίας σε ένα σύστημα που τις αρνείται, έχει δημιουργήσει μια χύτρα ταχύτητας στα σύνορα, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους συγκεντρωμένους σε μεξικανικές συνοριακές πόλεις. Βασικό στοιχείο της επανεγκατάστασης προσφύγων ήταν η στρατηγική κατανομή τους, ώστε να συμβάλλουν στη σταθεροποίηση αγροτικών και μεταβιομηχανικών περιοχών που έχαναν πληθυσμό.
Η τελευταία πνοή του ασύλου
Το 1990, καθώς γινόταν ολοένα πιο σαφές ότι υπήρχε σοβαρή αστάθεια στη Σοβιετική Ένωση, το Κογκρέσο των ΗΠΑ δημιούργησε ένα νέο νομικό καθεστώς, γνωστό ως Temporary Protected Status (TPS). Σε αντίθεση με το άσυλο, το οποίο αποτελεί εξατομικευμένη διαδικασία και εγγυάται στους δικαιούχους προστασία για το υπόλοιπο της ζωής τους, το TPS — όπως υποδηλώνει και το όνομά του — προοριζόταν να παρέχει προσωρινό καταφύγιο, διάρκειας έξι έως δεκαοκτώ μηνών κάθε φορά, σε ανθρώπους που διέφευγαν από συγκεκριμένους κινδύνους ή καταστροφές στις χώρες τους.
Ωστόσο, μόλις οι συνθήκες στη συγκεκριμένη χώρα κριθεί από τον υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας ότι έχουν βελτιωθεί, το καθεστώς ανακαλείται και όλοι επιστρέφουν. Αυτό το εργαλείο, όπως και το άσυλο πριν από αυτό, χρησιμοποιήθηκε ως ιδεολογικό όπλο εναντίον χωρών που βρίσκονταν σε αντίθεση με την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Για παράδειγμα, το 2021 το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας χορήγησε στους Βενεζουελάνους καθεστώς TPS, επικαλούμενο τη διαφθορά και την καταστολή της κυβέρνησης Μαδούρο. Είναι σημαντικό ότι σύμμαχοι των ΗΠΑ που ήταν γνωστοί για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων – όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ – δεν έχουν ποτέ χαρακτηριστεί χώρες με αρκετά επικίνδυνες συνθήκες ώστε να δικαιολογείται τέτοιο καθεστώς. Το TPS ήταν, με λίγα λόγια, ένας τρόπος να παρακάμπτονται οι ευθύνες και οι εγγυήσεις που συνοδεύουν το άσυλο, διατηρώντας παράλληλα τα ιδεολογικά του οφέλη.
Τώρα ο Τραμπ έχει καταργήσει ακόμη και αυτό. Τον Αύγουστο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ξαφνικά την ακύρωση του TPS για την Αϊτή, θέτοντας περίπου 350.000 Αϊτινούς σε κίνδυνο κράτησης και απέλασης.
Η ανακοίνωση ακολούθησε την κατάργηση του TPS για δώδεκα ακόμη χώρες, μεταξύ των οποίων το Ελ Σαλβαδόρ, η Ονδούρα και το Αφγανιστάν. Η κυβέρνηση Τραμπ ανακάλεσε το TPS για τους Βενεζουελάνους στα τέλη του 2025, λίγους μήνες πριν απαγάγει τον πρόεδρό της προκειμένου να καταλάβει παράνομα τον έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας.
Τώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τον έλεγχο και η κομμουνιστική «απειλή» έχει εξαλειφθεί, εκατομμύρια άνθρωποι παραμένουν «αόρατοι» και χωρίς καταφύγιο.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


