Την πόρτα σε ένα διευρυμένο σύστημα ψηφιακής επιτήρησης για τον έγκαιρο εντοπισμό μεταναστευτικών ροών εξετάζει να ανοίξει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δίνοντας ενδεχομένως στη Frontex μεγαλύτερες δυνατότητες παρακολούθησης της δραστηριότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ads

Στο επίκεντρο βρίσκεται η αξιοποίηση αναρτήσεων και διαδικτυακών τάσεων ως μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης για αιφνίδιες κινήσεις προς τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, με τη σχεδιαζόμενη αναθεώρηση της εντολής της Frontex να εγείρει παράλληλα κρίσιμα ερωτήματα για το πού τελειώνει η ανάλυση δημόσιων πληροφοριών και πού αρχίζει η παρακολούθηση προσώπων και η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.

Ads

Οι υπουργοί Εσωτερικών της ΕΕ αναμένεται να συζητήσουν το θέμα στη συνεδρίασή τους στο Λουξεμβούργο την 1η Οκτωβρίου.

Ads

Στην επίσημη ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου περιλαμβάνεται η ενίσχυση της «επίγνωσης της μεταναστευτικής κατάστασης και των δυνατοτήτων έγκαιρης προειδοποίησης» της Ένωσης, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης.

Ads

Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει ευρύτερη αναθεώρηση του κανονισμού που διέπει τη Frontex.

Στο πλαίσιο της πενταετούς στρατηγικής της για τη μετανάστευση και το άσυλο, οι Βρυξέλλες σχεδιάζουν εντός του 2026 να επανεξετάσουν τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας, τις επιχειρησιακές αναπτύξεις της, τη συνεργασία με τρίτες χώρες, καθώς και τη δομή και τη διακυβέρνησή της.

Η Θέουτα άλλαξε τα δεδομένα

Καθοριστική για την επαναφορά της συζήτησης ήταν η πρωτοφανής μετακίνηση προς τον ισπανικό θύλακα της Θέουτα στις 30 Ιουλίου, όταν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, περίπου 80.000 άνθρωποι πέρασαν από το Μαρόκο στο ισπανικό έδαφος.

Ερευνητικό σημείωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την κρίση ανέφερε ότι στο διαδίκτυο είχαν διαδοθεί ψευδείς πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες τα σύνορα ήταν ουσιαστικά ανοικτά και όσοι έφθαναν στη Θέουτα θα μπορούσαν είτε να ζητήσουν άσυλο είτε να συνεχίσουν προς την ηπειρωτική Ισπανία.

Η περίπτωση αυτή ανέδειξε πόσο γρήγορα μια πληροφορία που κυκλοφορεί online – είτε είναι ακριβής είτε παραπλανητική ή σκόπιμα κατασκευασμένη – μπορεί να μετατραπεί μέσα σε λίγες ώρες σε πραγματική πίεση στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ.

Έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν αργότερα από την Ισπανία έδειξαν ότι υπήρχαν ήδη ενδείξεις για διαδικτυακά καλέσματα πριν από τις μαζικές αφίξεις.

Σε ενημερωτικό σημείωμα των ισπανικών υπηρεσιών πληροφοριών της 29ης Ιουλίου καταγράφονταν ομάδες στο Facebook και μία ομάδα στο WhatsApp, στις οποίες συζητούνταν πιθανές απόπειρες εισόδου στη Θέουτα.

Τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι οι υπηρεσίες είχαν προβλέψει το μέγεθος όσων ακολούθησαν.

Έθεσαν όμως ένα κρίσιμο ερώτημα: θα μπορούσαν οι πληροφορίες που ήταν ήδη διαθέσιμες στο διαδίκτυο να είχαν ενεργοποιήσει εγκαίρως έναν αποτελεσματικότερο ευρωπαϊκό συναγερμό;

Η πρώτη ευρωπαϊκή απάντηση

Το συγκεκριμένο ζήτημα τέθηκε ευθέως στην έκτακτη τηλεδιάσκεψη των υπουργών Εσωτερικών της ΕΕ στις 4 Αυγούστου.

Οι υπουργοί συμφώνησαν ότι απαιτείται καλύτερη κοινή εικόνα της κατάστασης και ισχυρότερο σύστημα προειδοποίησης, στο οποίο, σύμφωνα με τη διατύπωση του Συμβουλίου, θα μπορούσαν να ενταχθούν «πληροφορίες πριν από τα σύνορα και παρακολούθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης».

Η Ισπανία έχει έκτοτε ζητήσει μεγαλύτερη συνδρομή από τη Frontex, τη Europol και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης επιπλέον προσωπικού της Frontex και της στενότερης συνεργασίας για την αντιμετώπιση των δικτύων διακίνησης.

Μετά την πρώτη φάση της κρίσης στη Θέουτα, το βάρος έχει μετατοπιστεί επίσης στους ελέγχους, στη διαχείριση των αιτημάτων ασύλου, στις πληροφορίες για εγκληματικά δίκτυα και στις επιστροφές.


Η ιδέα δεν είναι καινούργια

Η αξιοποίηση των social media για την πρόβλεψη μεταναστευτικών κινήσεων είχε απασχολήσει την Κομισιόν πολύ πριν από τα γεγονότα στη Θέουτα.

Στο σχέδιο δράσης του 2021 κατά της διακίνησης μεταναστών, η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι απαιτείται ενισχυμένη παρακολούθηση ώστε να δημιουργείται εικόνα σε πραγματικό χρόνο για τη δραστηριότητα των κυκλωμάτων και να μπορούν να προβλέπονται μελλοντικές μεταναστευτικές ροές.

Είχε μάλιστα αναφέρει ρητά ότι η Frontex θα μπορούσε να χρησιμοποιεί την παρακολούθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για τη βελτίωση της ανάλυσης κινδύνου σχετικά με μελλοντικές παράτυπες μεταναστευτικές κινήσεις, με την προϋπόθεση ότι θα τηρούνται οι κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Αντίστοιχα, η Europol θα είχε ρόλο στην υποστήριξη των διωκτικών Αρχών απέναντι στη διαδικτυακή δραστηριότητα των δικτύων διακινητών.

Υπάρχει, ωστόσο, σημαντική απόσταση ανάμεσα σε αυτή την πολιτική κατεύθυνση και στις αρμοδιότητες που δηλώνει ότι ασκεί σήμερα η Frontex.

Τον Απρίλιο του 2025, σε ενημέρωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η υπηρεσία ανέφερε ότι «δεν πραγματοποιεί παρακολούθηση μέσων κοινωνικής δικτύωσης». Αντίθετα, περιέγραψε τη δραστηριότητά της ως «παρακολούθηση μέσων ενημέρωσης», χρησιμοποιώντας δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τα σύνορα τηςΕΕ, τη μετανάστευση και το διασυνοριακό έγκλημα.

Παράλληλα, είχε επισημάνει ότι οι περιορισμοί στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επηρεάζουν το είδος των πληροφοριών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις υπηρεσίες του EUROSUR.

Από την παρακολούθηση τάσεων στην παρακολούθηση προσώπων

Εδώ βρίσκεται και το πιο δύσκολο νομικό ζήτημα της σχεδιαζόμενης μεταρρύθμισης.

Άλλο είναι, για παράδειγμα, να εντοπίζει η Frontex ότι εξαπλώνεται ταχύτατα μια δημόσια ανάρτηση που υποστηρίζει πως «άνοιξαν τα σύνορα» σε συγκεκριμένο σημείο και άλλο να ταυτοποιεί χρήστες, να χαρτογραφεί τα δίκτυα επαφών τους ή να μεταφέρει πληροφορίες από προσωπικούς λογαριασμούς σε βάσεις δεδομένων των διωκτικών Αρχών.

Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί υπόκεινται σε αυστηρούς περιορισμούς ως προς τη συλλογή, αποθήκευση, ανάλυση και διαβίβαση προσωπικών δεδομένων.

Τον Ιανουάριο του 2025, μάλιστα, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων επέπληξε τη Frontex, κρίνοντας ότι η υπηρεσία διαβίβαζε συστηματικά στη Europol προσωπικά δεδομένα ατόμων που θεωρούνταν ύποπτα για διασυνοριακή εγκληματική δραστηριότητα, χωρίς να εξετάζει ξεχωριστά εάν κάθε μεταφορά ήταν αναγκαία.

Η Frontex τροποποίησε στη συνέχεια τη συγκεκριμένη πρακτική.

Το προηγούμενο αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε νέα εξουσία διαδικτυακής παρακολούθησης θα πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια όχι μόνο τι επιτρέπεται να βλέπει η Frontex, αλλά και τι μπορεί να καταγράφει, να αποθηκεύει, να επεξεργάζεται και να διαβιβάζει σε άλλες Αρχές.

Θα φανεί βεβαίως εάν η παρακολούθηση των social media θα λειτουργήσει αποκλειστικά ως μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης ή εάν θα εξελιχθεί σε μια σημαντικά ευρύτερη εξουσία ψηφιακής επιτήρησης.