Η Documenta, η εμβληματική διοργάνωση σύγχρονης τέχνης που διεξάγεται κάθε πέντε χρόνια στο Κάσελ της Γερμανίας, αποτέλεσε ιστορικά ένα πεδίο ανοιχτού διαλόγου και πολιτικών συγκρούσεων.

Ads

Ωστόσο, οι εξελίξεις μετά την τελευταία της διοργάνωση, το 2022, και η πρόσφατη υιοθέτηση ενός νέου «κώδικα δεοντολογίας» αποκαλύπτουν ένα βαθύ παράδοξο: η καλλιτεχνική ελευθερία αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης αρχή, αλλά με μια σαφή εξαίρεση, την κριτική στο κράτος του Ισραήλ ή την αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό.

Από την αλληλεγγύη στη λογοκρισία

Η 15η Documenta, σε επιμέλεια του ινδονησιακού συλλογικού ruangrupa, είχε επιχειρήσει να ασχοληθεί με την έννοια της διαθεματικής αλληλεγγύης. Να συνδέσει φεμινιστικές, queer και άλλες παρεμβάσεις με εκείνες των κοινοτήτων ιθαγενών  που παλεύουν απέναντι στον αποικιοκρατικό ζυγό. Ωστόσο, η απόφαση να συμπεριληφθούν καλλιτέχνες που εξέφραζαν αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη ή ασκούσαν κριτική στις πολιτικές του Ισραήλ προκάλεσε πρωτοφανείς αντιδράσεις. Οι κατηγορίες περί «αντισημιτισμού», οι απειλές, ακόμα και η ποινικοποίηση της καλλιτεχνικής έκφρασης δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου.

Μετά την κρίση εκείνης της διοργάνωσης, η Documenta αντέδρασε παρουσιάζοντας έναν νέο κώδικα δεοντολογίας που, όπως διακηρύσσει, στοχεύει στην «προστασία από τον αντισημιτισμό, τον ρατσισμό και κάθε μορφή μισανθρωπίας». Στην πραγματικότητα, ο κώδικας αντιγράφει τον ορισμό του IHRA (International Holocaust Remembrance Alliance) για τον αντισημιτισμό – έναν ορισμό που έχει δεχθεί σφοδρή κριτική επειδή συγχέει την εχθρότητα απέναντι στους Εβραίους με την πολιτική κριτική στο Ισραήλ.

Ads

Ακόμα και ο Kenneth Stern, ο βασικός συντάκτης του ορισμού, έχει προειδοποιήσει ότι η χρήση του σε θεσμικό επίπεδο οδηγεί σε φίμωση της φιλοπαλαιστινιακής φωνής. Αντίστοιχες επισημάνσεις έχουν κάνει η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch.

Η «ελευθερία» με όρους

Αν και η Documenta υποστηρίζει ότι η καλλιτεχνική ομάδα δεν υπόκειται άμεσα στον κώδικα, η απαίτηση να αποδεικνύεται σε κάθε βήμα «ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» με βάση τον ορισμό της IHRA περιορίζει δραστικά την έννοια της ελευθερίας. Στην πράξη, κάθε έργο που κριτικάρει το κράτος του Ισραήλ είναι εκ των προτέρων ύποπτο. Έτσι, η ευθύνη των επιμελητών δεν είναι η επιλογή των έργων, αλλά η παράλειψή -με τρόπο πάντα- όσων έργων ενοχλούν.

Αυτή η «σιωπή», όμως, όπως επισημαίνουν πολλοί καλλιτέχνες και θεωρητικοί, συνιστά μια μορφή βίας. Διότι η άρνηση αναγνώρισης ενός εγκλήματος ισοδυναμεί με την παράτασή του, ενισχύει τη λογική του θύτη που επιδιώκει να εξαφανίσει την ύπαρξη και τη μνήμη της ιστορίας του  θύματος.

Ο ρόλος του φύλου και της «διαφορετικότητας»

Η ανακοίνωση ότι η επιμέλεια της Documenta 16 (2027) θα ανατεθεί αποκλειστικά σε ομάδα μη λευκών γυναικών παρουσιάστηκε ως τολμηρή και προοδευτική επιλογή. Ωστόσο, αρκετοί κριτικοί παρατηρούν ότι γυναίκες και καλλιτέχνες από μειονοτικές κοινότητες χρησιμοποιούνται συχνά από το γερμανικό κράτος και τη συγκεκριμένη διοργάνωση ως «Δούρειοι Ίπποι» για να προβάλλεται μια εικόνα πολυφωνίας και συμπερίληψης, ενώ τα πραγματικά όρια της καλλιτεχνικής ελευθερίας παραμένουν ασφυκτικά.

Το παράδειγμα της Μπιενάλε του Βερολίνου το 2025 είναι χαρακτηριστικό. Η επιμελήτρια Zasha Colah συγκέντρωσε  έργα από 40 χώρες, αλλά απέφυγε να αγγίξει τον «ελέφαντα στο δωμάτιο» δηλαδή τη γερμανική κρατική πολιτική καταστολής κάθε φιλοπαλαιστινιακής φωνής. Η ίδια δήλωσε σε συνέντευξη ότι «δεν υπάρχει λογοκρισία στη Γερμανία», αγνοώντας τις μαρτυρίες καλλιτεχνών που έχουν δει καριέρες να καταστρέφονται, εκθέσεις να ακυρώνονται και βίζες να ανακαλούνται.

Η αντίφαση είναι εμφανής: η Γερμανία προβάλλει την πολυμορφία, αναδεικνύει το φεμινιστικό, queer και αντι-αποικιακό αφήγημα, αλλά τραβάει μια σαφή κόκκινη γραμμή όταν πρόκειται για την Παλαιστίνη. Η πολιτιστική πολιτική δεν αφήνει περιθώριο σε καλλιτέχνες που θέτουν υπό αμφισβήτηση την άνευ όρων υποστήριξη στο Ισραήλ.

Όπως σημειώνει ο θεωρητικός Fred Moten, η υπεράσπιση του «δικαιώματος ύπαρξης» του Ισραήλ λειτουργεί τελικά ως υπεράσπιση της ίδιας της έννοιας του έθνους-κράτους, εις βάρος των ανθρώπινων δικαιωμάτων όσων ζουν εκτός των συνόρων του.

Το μέλλον της καλλιτεχνικής ελευθερίας

Η κριτική που ασκήθηκε στη Documenta καταλήγει σε ένα δύσκολο αλλά σαφές συμπέρασμα: όσο οι θεσμοί στον χώρο της τέχνης αποδέχονται αυτό το πλαίσιο φίμωσης, δεν μπορούν να αποτελούν χώρο ριζοσπαστικής πολιτικής σκέψης. Όπως ακριβώς ο πόλεμος στη Γάζα αποκαλύπτει τα όρια του διεθνούς δικαίου και της φιλελεύθερης δημοκρατίας, έτσι και η σιωπή των καλλιτεχνικών θεσμών αποκαλύπτει τα όρια της δήθεν «ριζοσπαστικότητάς» τους.

Η μόνη διέξοδος, που προτείνουν καλλιτέχνες και θεωρητικοί, αναφέρει το hyperallergic.com, είναι η ανάπτυξη ανεξάρτητων δομών αλληλεγγύης και η συνειδητή αποστασιοποίηση από θεσμούς που, κάτω από τον μανδύα της ελευθερίας, αναπαράγουν τον αποκλεισμό.

Η Documenta, αντί να λειτουργεί ως χώρος ανοιχτής αντιπαράθεσης, κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία ως μια διοργάνωση που αποδέχθηκε τον περιορισμό της τέχνης σε πεδίο άνευρων χειρονομιών  όπου όλα επιτρέπονται, εκτός από την Παλαιστίνη.