Φέτος, διανύοντας τους τελευταίους μήνες του 2025, η ιστορική μνήμη μάς οδηγεί αναπόφευκτα στο 1945… Το τέλος του πολέμου, η Νίκη, η παράδοση των αντιπάλων… Πέρα όμως από αυτά, θα έπρεπε η σκέψη μας να βρίσκεται και στην μεγάλη, όσο και τραγική επέτειο από την ρίψη των ατομικών βομβών σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι.

Ads

Ογδόντα χρόνια από το αδιανόητο κακό

80 χρόνια από τον μαζικό, ξαφνικό θάνατο για εκατοντάδες χιλιάδες αμάχους. 80 χρόνια από αυτό που απεχθάνεται και απεύχεται ο ανθρώπινος νους να επεξεργαστεί: Τον θάνατο σε μια στιγμή, την καύση του ανθρώπινου κόσμου, την αποτέφρωση της λογικής, τον απρόκλητο και ξαφνικό αφανισμό, την εξαέρωση μιας κοινωνίας, την εξαΰλωση δύο πόλεων.

Ads

Αν σκεφτούμε ότι οι πόλεις αυτές επελέγησαν με βάση τον στρατηγικό σχεδιασμό, αν σκεφτούμε ότι κάποιες άλλες ιαπωνικές πόλεις «γλίτωσαν» την καταστροφή λόγω μιας στρατιωτικής απόφασης και ότι οι κάτοικοι της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι εξαϋλώθηκαν εξαιτίας μιας συγκυρίας και λόγω των μετεωρολογικών υπολογισμών, η επέτειος και ο αναλογισμός της γίνεται ακόμα πιο τραγικός.

Ads

Η Ιαπωνία, λίγα χρόνια πριν το 1945, είχε εξαντλήσει όλη της τη βία και το μιλιταρισμό στην εισβολή της στην Κινέζικη ενδοχώρα (1937). Είχε απλώσει τα στρατιωτικά της νύχια σε όλη τη νοτιοανατολική Ασία. Είχε αναπτύξει τον επεκτατισμό της μέχρι τα σύνορα της Ινδίας, στη Βιρμανίας, στην Ταϊλάνδης, στην Ινδοκίνα, ενώ τα υποβρύχιά της έφταναν μέχρι τις ακτές της Αυστραλίας, της Αφρικής και της Μαδαγασκάρης. Και όλο αυτό, η εμπλοκή της Ιαπωνίας στον μεγάλο πόλεμο, ας μην ξεχνάμε από πού προήλθε. Μια διαδικασία δεκαετιών, εξοπλισμού και πλύσης εγκεφάλου της κοινής γνώμης, με κορύφωση τον νικηφόρο πόλεμο κατά τις Ρωσίας μερικές δεκαετίες πριν, με έκφρασή της την καταπίεση και κατάκτηση της Κορέας με χαρακτήρα γλωσσικής, πολιτιστικής και πραγματικής γενοκτονίας, με αιχμή την διείσδυση στην παραπαίουσα Κίνα, με συμμαχίες και στρατιωτικοποίηση κοινωνίας και οικονομίας.

Ads

Η αφορμή για να υπάρξει η εμπλοκή των Αμερικανών και να οδηγηθούμε στο καλοκαίρι του 1945, είναι γνωστή. Ήταν το αναγκαίο έναυσμα που οι ίδιοι οι Ιάπωνες προκάλεσαν. Ήταν το Περλ Χάρμπορ, στα τέλη του 1941, όταν στη Χαβάη, (υπερπόντιο εξαρτημένο έδαφος των ΗΠΑ, όχι όμως αμερικανικό έδαφος ή πολιτεία ακόμα, το 1941) η παράτολμη επιχείρηση των Ιαπώνων κατάφερε να επιφέρει σημαντικό πλήγμα στον αμερικανικό στόλο.

Βολική εξέλιξη για το βιομηχανικό – στρατιωτικό σύμπλεγμα της Αμερικής και φυσικά έντονη συναισθηματική φόρτιση για τον αμερικανικό λαό, ο οποίος πρόθυμα και μαζικά άρχισε να συμμετέχει εθελοντικά στην στρατιωτική οικονομία και προσπάθεια. Ξεχάστηκαν διεκδικήσεις, συνδικάτα, μισθοί, ωράρια, προβλήματα και όλοι έσπευσαν κι έτρεξαν να βοηθήσουν το κράτος τους να υπερασπιστεί τις αξίες και τις ελευθερίες. Όλοι έτρεξαν πίσω από τα φέρετρα των νεκρών του Περλ Χάρμπορ και ακολούθησαν την παράλογη πορεία του πολέμου με πρόσταγμα, αρχικά, την «εκδίκηση».

Η αρχική εκδίκηση έγινε γενική επέκταση σε ολόκληρο τον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό και προκάλεσε εν τέλει μια ριζική γεωπολιτική αναπροσαρμογή του πεδίου στην Ανατολική Ασία. Άλλωστε, η άμεση εκδίκηση για το Περλ Χάρμπορ ήταν η επιχείρηση Ντούλιτλ, τον Απρίλιο του 1942, μια παράτολμη επιχείρηση βομβαρδισμού του Τόκυο και της Γιοκοχάμα. Οι πιο μεγάλοι, μαζικοί και καταστροφικοί βομβαρδισμοί (μεταγενέστερη κι εκτεταμένη εκδίκηση) έγιναν προς το τέλος του πολέμου, όταν το Τόκυο στην κυριολεξία ισοπεδώθηκε, τον Μάρτιο του 1945, με απώλειες περίπου 100.000 αμάχων.

Αυτή η τακτική συνεχίστηκε ως τον Αύγουστο του 1945 σε πολλές πόλεις, εναντίον πολιτικών αλλά και στρατιωτικών στόχων και πλέον γίνονταν υπολογισμοί για μια πιθανή χερσαία επιχείρηση στα κεντρικά νησιά της Ιαπωνίας και για το πόσο αυτή θα στοίχιζε σε χρόνο, χρήμα και άνδρες. Παράλληλα, η ΕΣΣΔ ανέλαβε το μέτωπο της Μαντζουρίας (βορειοανατολική Κϊνα – ιαπωνικό προτεκτοράτο) και ο κλοιός είχε σφίξει τους Ιάπωνες από κάθε πλευρά. Υπολογιζόταν ότι οι Σύμμαχοι θα ξεκινούσαν μια εισβολή τον Νοέμβριο του ίδιου έτους (1945), αλλά έως τότε, μπορεί οι Σοβιετικοί να είχαν ήδη βρεθεί στα ενδότερα της Ιαπωνίας. Η ρίψη των δύο βομβών σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι επέσπευσε τις εξελίξεις κι ανάγκασε τον Αυτοκράτορα να κηρύξει την παράδοση, σώζοντας τον εαυτό του κι ένα μέρος της ελίτ που θα κυβερνούσε τα επόμενα χρόνια.

Πού βρίσκονται όλα αυτά σήμερα ως πληροφορίες και πώς αποδίδονται σε εμάς; Πόσο κοντά είναι ο άνθρωπος του 2025 στο να κατανοήσει αυτή την εκδοχή ιστορικής μνήμης; Πώς περιγράφονται όλα αυτά και πόσο προβάλλονται άλλωστε;

Τον ρόλο της διατήρησης της μνήμης καλούνται να τον παίξουν, προφανώς, τα βιβλία, οι διαλέξεις – εκδηλώσεις, αλλά και τα μουσεία.

Τόσο στη Χιροσίμα όσο και στο Ναγκασάκι έχουν οργανωθεί μουσεία από τα οποία ο επισκέπτης συνήθως βγαίνει πιο σκεπτικός ή πιο σοφός και σίγουρα σκεπτόμενος. Τι όμως μας δείχνουν αυτά τα μουσεία και πόσο η έκθεση και ο τρόπος παρουσίασης των γεγονότων είναι κατευθυνόμενα προς συγκεκριμένα συμπεράσματα; Προφανώς, όποιος θέλει να διαβάσει τα γεγονότα ή όποιος θέλει να ξέρει την ιστορία δεν θα την μάθει από τη μια στιγμή στην άλλη επισκεπτόμενος μόνο ένα μουσείο, μέσα από μια ξενάγηση δύο ωρών.

Από την άλλη όμως, όσα κι αν ξέρει εξ των προτέρων ο επισκέπτης, όταν επισκέπτεται έναν χώρο ο οποίος κουβαλάει το βάρος τόσων ανθρώπινων ψυχών, όταν ο χώρος αυτός είναι μοναδικό παγκόσμιο μνημείο χρήσης τέτοιων όπλων μαζικής καταστροφής, τότε η μνήμη πρέπει να λειτουργεί και διαφορετικά και μπλέκεται με το συναίσθημα.

Δεν πρόκειται απλώς για ένα ηρώο κάποιων που έπεσαν σε έναν πόλεμο, δεν είναι απλώς ένα κενοτάφιο ή ένα μνημείο ενός στρατιωτικού γεγονότος. Είναι η μνήμη της εξαΰλωσης μιας πόλης – κοινωνίας μέσα σε μερικές στιγμές. Είναι ένα έγκλημα πολέμου κατά αμάχων και κατά της ανθρωπότητας.

Εκείνο λοιπόν που κάνει εντύπωση στον πιο… «καχύποπτο» και διαβασμένο επισκέπτη αυτών των δύο μουσείων είναι ότι το κύριο «βάρος» της έκθεσης, η έμφαση που δίνεται από τους οργανωτές του μουσείου, έχει να κάνει με τις συνέπειες των ατομικών βομβών και όχι τόσο με τις αιτίες ρίψης τους. Ατομικές ιστορίες, δράματα, εγκαύματα, συνέπειες, στατιστικά, πόσες περιουσίες χάθηκαν, πόσοι άνθρωποι, φωτογραφίες από τον τάδε και τον δείνα δρόμο, το πριν και το μετά, μαρτυρίες… Γενικά, αποδίδονται με λεπτομέρεια οι συνέπειες της χρήσης πυρηνικών όπλων.

Αυτό προφανώς και είναι θεμιτό και πρέπει να εκτίθεται για να διδάσκει και να κάνει την νεότερη γενιά πιο ώριμη και πιο σοφή. Κυρίως, ενισχύει τα επιχειρήματα για την πλήρη κατάργηση των πυρηνικών όπλων. Εκείνο που όμως λαμβάνει ελάχιστης προσοχής και σημασίας στα μουσεία τόσο της Χιροσίμα όσο και του Ναγκασάκι είναι το ποιος έριξε τη βόμβα.

Υπάρχει μια σύντομη αναφορά στην αρχή της έκθεσης, υπάρχουν κάποια στοιχεία για το αεροπλάνο, για τον τύπο της βόμβας, για την πολιτική απόφαση. Μάλιστα, υπάρχει και αναφορά για το ότι η βόμβα έπεσε επειδή η Σοβιετική Ένωση ήδη πολεμούσε την Ιαπωνία. Άρα, εμμέσως, το μουσείο μας λέει ότι ήταν δικαιολογημένη η ρίψη της βόμβας για να πάρουν οι Αμερικανοί την Ιαπωνία και όχι οι Σοβιετικοί, ή ότι έγιναν όσα έγιναν για να τελειώσει ο πόλεμος μια ώρα αρχύτερα. Είναι ένας έξυπνος και εύγλωττος τρόπος να κατευθύνει το μυαλό του επισκέπτη προς ένα συγκεκριμένο ιστορικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή η ρίψη της ατομικής βόμβας ήταν μια απαραίτητη, αναπόφευκτη και λογική λύση.

Υπάρχουν λοιπόν μερικές αναφορές στην αρχή της χρονολογικής καταγραφής των γεγονότων, αλλά μετά ο επισκέπτης «χάνεται» στις μαρτυρίες πόνου και στις εικόνες καταστροφής. Το μυαλό του επισκέπτη βυθίζεται στο πένθος του ιδίου του γεγονότος, βυθίζεται στη θλίψη ενός λαού και μιας κοινωνίας και μιας πόλης που μέσα σε λίγα λεπτά χάθηκαν από το πρόσωπο της γης. Ο επισκέπτης δακρύζει μπροστά στις φωτογραφίες, η ψυχή σφίγγεται, ο νους τρέχει σε μαύρα μονοπάτια, γεμάτα πένθος και μακάβριες περιγραφές. Και έτσι πρέπει να είναι. Είναι ένα μουσείο – προσκύνημα. Είναι φόρος τιμής σε ανθρώπους που χάθηκαν και πρέπει όλα να ειπωθούν.

Και πάλι όμως, θα επιμείνουμε: Γιατί λείπει το υποκείμενο της πράξης; Ποιος έριξε τη βόμβα ή από ποιον έπεσε η βόμβα; Πέρα από τις ελάχιστες αναφορές, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι σε κάποια σύντομα κείμενα – λεζάντες ο όρος «έπεσε η βόμβα» ή «ερρίφθη η βόμβα» χρησιμοποιείται χωρίς υποκείμενο ή χωρίς ποιητικό αίτιο. Άρα αποσιωπάται τεχνηέντως αυτός που έλαβε την απόφαση και αυτός που έκανε την πράξη.

Και το ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι δίνεται τεράστια έμφαση, όπως εξηγήσαμε και προηγουμένως, στις συνέπειες χρήσης της πυρηνικής βόμβας, των ατομικών όπλων. Και μάλιστα, στο τέλος της έκθεσης και στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι υπάρχει ένα περίεργο μπλέξιμο και μια διάχυση ευθύνης και κινδύνου :

«Ποιες χώρες έχουν ατομικά όπλα; Η Αμερική, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ρωσία, η Ινδία, το Πακιστάν, η Κίνα, η Βόρεια Κορέα…Ο κίνδυνος είναι μεγάλος, αυτά τα όπλα είναι πολύ επικίνδυνα… Είδατε τι προκάλεσαν εδώ στη χώρα μας; Είδατε τις καταστροφές που προκλήθηκαν, τη θερμότητα, τον τρόμο, τον γρήγορο και ξαφνικό θάνατο, τον απόλυτο μηδενισμό της ανθρώπινης ζωής.»

Όλα αυτά γίνονται στο τέλος της έκθεσης μια «ιστορική σούπα», κάπου εκεί υπάρχει και μια – απαραίτητη για κάθε συγκυρία – φωτογραφία του Στάλιν και αναφορές στις πυρηνικές δοκιμές στο Καζακστάν, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ μαθαίνουμε ότι τα όπλα αυτά είναι επικίνδυνα και όταν τα κρατούν «επικίνδυνοι» (πχ Ρωσία, Βόρεια Κορέα, Ινδία, Πακιστάν), κινδυνεύουμε όλοι. Μόνο που, οι ΗΠΑ και μόνο οι ΗΠΑ, ιστορικά και αποδεδειγμένα, έχουν χρησιμοποιήσει αυτά τα όπλα. Κάποιος αδαής, στο τέλος της επίσκεψης – ξενάγησης, έχει σχεδόν ξεχάσει ποιος έριξε τις βόμβες.

«Οι βόμβες έπεσαν κάποτε, ενώ τώρα κινδυνεύουμε από κάποιους άλλους που έχουν παρόμοιες βόμβες…»

Ο επισκέπτης, ο μαθητής, ο ανυποψίαστος, ο ανιστόρητος, όπως η πλειοψηφία της σύγχρονης κοινωνίας, 80 χρόνια μετά, δεν θυμάται καλά καλά ποιος έριξε τη βόμβα. Θυμάται ότι ήταν μια πράξη δικαιολογημένη και έμαθε ότι η βόμβα είναι κάτι επικίνδυνο και πως όλες αυτές οι χώρες που αναφέρονται στο τέλος της έκθεσης είναι κι αυτές εξίσου επικίνδυνες.
Άρα λοιπόν, ο στόχος επετεύχθη. Τα μουσεία αυτά δεν «καθάρισαν» την ψυχή του ανθρώπου μέσα από την εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά κατήργησαν την ουσία της ιστορικής μνήμης.

Γιατί, το να πενθούμε είναι δίκαιο, αλλά το να ξεχνάμε σιγά-σιγά κατά το πέρασμα των ετών το γιατί πενθούμε και το να μην σκεπτόμαστε ποιός προκαλεί το πένθος, είναι αντιφατικό.

Η μνήμη πρέπει να επιμένει και να εμμένει με όλα της τα χαρακτηριστικά, με την πλήρη ταυτότητά της, με τα υποκείμενα της, με τα θύματα, με τα αίτια, με τα παρακλάδια της, όσο ενοχλητικά κι αν είναι.

Εδώ όμως, για να κλείσουμε, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι τόσο η Ιαπωνία όσο και η Γερμανία, από το 1945 και μετά, επί της ουσίας έχουν πάψει να είναι ανεξάρτητες χώρες, καθότι έχουν εκχωρήσει μέρος της εθνικής τους κυριαρχίας με συνθήκες και φυσικά έχουν περιορίσει στο ελάχιστο τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και διατηρούν στο έδαφος τους δεκάδες χιλιάδες Αμερικανών στρατιωτών. Οπότε, οι χώρες αυτές οι οποίες έχασαν τον πόλεμο, νικήθηκαν κατά κράτος και διαλύθηκαν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έχασαν και το δικαίωμα να λένε την ιστορία του τόπου τους όπως θα έπρεπε να λέγεται. Γιατί η ιστορία θα πρέπει πάντα να είναι αντικειμενικά γραμμένη και να παρουσιάζει τις εκδοχές, τα γεγονότα, τα πρόσωπα χωρίς αυτά να τα υποβαθμίζει και να τα επιβάλλει ο νικητής του πολέμου και ο κατακτητής.

1945 – 2025: 80 χρόνια μετά

Η μνήμη επιμένει και η σκέψη μας ας είναι σε εκείνους τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που έχασαν τα πάντα σε μια στιγμή. Η τύχη των ανθρώπων ορίζει και το πρόσημο ενός ιστορικού γεγονότος. Ένας ναυτεργάτης στον Ναγκασάκι ο οποίος για να διασκεδάσει τη νύστα του έπαιρνε εκείνη την ώρα μια δεύτερη κούπα τσάι και μια γιαγιά στη Χιροσίμα της οποίας τα χείλη σφαλίστηκαν και καψαλίστηκαν την ώρα που έλεγε ένα παραμύθι στα εγγόνια της.

Αυτοί είναι τα θύματα καθώς και οι Hibakusha, οι «επιζήσαντες».
Γιατί αυτούς πρέπει να θυμόμαστε!
Γιατί, αν είμαστε άνθρωποι, είμαστε πάντοτε με τα θύματα!

Η πιο πρόσφατη έρευνα κοινής γνώμης στην Ιαπωνία (αρχές Αυγούστου 2025) δείχνει ότι 67 % θεωρούν την ρίψη των βομβών του 1945 «ασυγχώρητη», ενώ το 20 % «αναπόφευκτη»

Στην Αμερική αντίστοιχα: Το 1945, αμέσως μετά τα γεγονότα, το 85 % συμφωνούσε με τις βόμβες. Κατά την δεκαετία του ‘90, το ίδιο ποσοστό ήταν στο 50 με 55 %, ενώ σήμερα (Ιούλιος 2025) το 35 % δηλώνει ότι ήταν δικαιολογημένη η χρήση αυτών των όπλων και το 31 % το αντίθετο.