Μέρος Β. Στον πηγαιμό προς την Κολχίδα
Μαγνησία-Ελλήσποντος
Όταν όλα πια ήταν έτοιμα, η Αργώ ξεκινά από τις Παγασές, το επίνειο της Ιωλκού, δίπλα στον σημερινό Βόλο. Ο πρώτος που συναντούν οι αργοναύτες μετά τον απόπλου ήταν ο Κένταυρος Χείρων. Έχει κατέβει από το βουνό να τους χαιρετήσει έχοντας μαζί το μικρό Αχιλλέα για να τον δει ο πατέρας του, ο αργοναύτης Πηλέας που του τον έχει εμπιστευτεί (τι φοβερά παιδιά μεγάλωσε κι αυτός ο Κένταυρος!). Πρώτος σταθμός η Λήμνος, σίγουρα επειδή οι άνεμοι ήταν ευνοϊκοί, ίσως και γιατί η εκεί βασίλισα Υψιπύλη καταγόταν και αυτή από την Ιωλκό (μάλλον ήταν και θεία του Ιάσονα). Στο νησί κατοικούσαν μόνο γυναίκες. Δώρο θεού για τους αργοναύτες που δεν ήθελαν να φύγουν από εκεί. Με τα πολλά και με τη βοήθεια του Ηρακλή, ο Ιάσονας κατάφερε να τους πείσει να συνεχίσουν το ταξίδι (στα ορφικά αργοναυτικά, αυτήν την παραίνεση τη θέλει ο Ορφέας για τον εαυτό του). Πολλά παιδιά γεννήθηκαν μετά από την ανάπαυλα των αργοναυτών στο νησί, μεταξύ των οποίων και της Υψιπύλης με τον Ιάσονα.
Αν ήξεραν τι είχε συμβεί, μάλλον δεν θα ήταν τόσο άνετοι. Οι Λημνιές τους είχαν αποκρύψει ότι είχαν μείνει μόνες επειδή είχαν κατασφάξει όλον τον ανδρικό πληθυσμό -συζύγους, αλλά και πατέρες και παιδιά. Από μεγάλο θυμό, γιατί οι άντρες τους τις είχαν παρατήσει και συνευρίσκονταν με ξένες γυναίκες που είχαν φέρει από τη Θράκη. Δεν το γράφει ο Απολλώνιος, αλλά άλλος μύθος λέει πως προηγουμένως είχε θυμώσει πολύ η θεά Αφροδίτη επειδή οι Λημνιές δεν την τιμούσαν δεόντως και τις τιμώρησε κάνοντάς τες να μυρίζουν άσχημα. Γι αυτό τις απέφευγαν οι άντρες τους. Τη σφαγή ξέφυγε μόνον ο πατέρας της Υψιπύλης που τον έβγαλε κρυφά από το νησί. Όταν αυτό αποκαλύφθηκε, την καθαίρεσαν και την πούλησαν ως σκλάβα. Έκτοτε το Λήμνιον κακόν έμεινε να δηλώνει το φριχτότερο κακό.
Μετά τη Λήμνο, οι αργοναύτες έπιασαν Σαμοθράκη, όπου μυήθηκαν στα μυστήρια των μεγάλων θεών, προχώρησαν στον Ελλήσποντο και πέρασαν επιτυχώς τα στενά.
Διαβάστε το 1ο μέρος: Στην Κολχίδα, στον απόηχο των αργοναυτών / Άνδρες, γυναίκες, τέρατα, θαύματα, προφητείες και γεωπολιτική
Προποντίδα: Κύζικος-λατρεία Ρέας
Στην Προποντίδα, δένουν στην Κύζικο, όπου τους υποδέχονται θερμά οι Δολίονες και ο νεαρός βασιλιάς τους Κύζικος. Αυτός τους ρώτησε για τον σκοπό του ταξιδιού τους κι εκείνοι για τι υπήρχε έξω από τη χώρα του. Αλλά σ’ αυτό δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Θα πάνε μόνοι τους να το ανακαλύψουν, παρότι ο δηλωμένος σκοπός του ταξιδιού τους δεν περιείχε εξερεύνηση άλλων τόπων, μόνο στάσεις για προμήθειες ή αναγκαστικές, λόγω καιρού. Στην απόπειρα γνωριμίας με άγνωστα μέρη, θα συναντηθούν με τους φοβερούς Γηγενείς από τους οποίους θα δεχθούν άγρια επίθεση. Θα τους κατανικήσουν, με τον ακαταμάχητο Ηρακλή να έχει τον πρώτο ρόλο. Θα φύγουν αμέσως μετά καθώς άρχισε να πνέει ούριος άνεμος. Δεν θα κρατήσει όμως πολύ και μια τρικυμία θα τους γυρίσει πίσω. Μέσα στη νύχτα, τους επιτίθενται οι Δολίονες που δεν τους αναγνωρίζουν και ακολουθεί αιματηρή συμπλοκή, στην οποία ο Ιάσονας φόνευσε τον φιλόξενο βασιλιά.
Η νεαρή γυναίκα του δεν άντεξε το ολέθριο νέο και αυτοκτόνησε. Οι αργοναύτες πένθησαν επί μέρες μαζί με τους Δολίονες, ύψωσαν ένα μεγάλο τάφο στον αδικοχαμένο Κύζικο και έκαναν τις δέουσες θυσίες. Αλλά μια θαλασσοταραχή που δεν τέλειωνε τους κρατούσε εκεί. Μέχρι που ήρθε θεϊκό μήνυμα για το τι έπρεπε να κάνουν. Ανεβαίνουν στο βουνό, φτιάχνουν βωμό για την παλιά μεγάλη θεά, τη Ρέα, στήνεται μεγάλη γιορτή, ο Ορφέας τραγουδάει κι επιτέλους η θεά ικανοποιείται. Οι άνεμοι κωπάζουν κι οι αργοναύτες ξαναβγαίνουν στη θάλασσα.

Στη Μυσία, κάπου στη μέση της νότιας πλευράς της Προποντίδας, αναγκάστηκαν να σταματήσουν για να αντικαταστήσουν το κουπί του Ηρακλή που είχε σπάσει. Δεν επέστρεψε εγκαίρως ολόκληρη η αποστολή. Με ευνοϊκούς ανέμους να πνέουν, οι αργοναύτες έφυγαν βιαστικά χωρίς να καταλάβουν ότι είχαν αφήσει πίσω τρεις συντρόφους τους. Ο όμορφος Ύλας, σύντροφος του Ηρακλή, εξαφανίστηκε μαζί με μια νύμφη που τον ερωτεύτηκε μόλις τον είδε. Μάταια τον έψαξε ο Πολύφημος που έπρεπε μετά να ανακοινώσει τα φριχτά νέα στον Ηρακλή. Ο Πολύφημος θα μείνει εκεί, θα ιδρύσει μια πόλη και θα γίνει βασιλιάς της. Ο οργισμένος από την απώλεια του Ύλα Ηρακλής θα πάει να συνεχίσει τους άθλους του. Επάνω στην Αργώ, η κατάσταση είναι πολύ κακή καθώς οι αργοναύτες αλληλοκατηγορούνται για την απώλεια των συντρόφων τους. Ηρέμησαν μόνον όταν οι θεοί τους έστειλαν μήνυμα ότι αυτό που έγινε ήταν το θέλημά τους.
Προποντίδα: Βιθυνία-Βέβρυκες
Νέος σταθμός και πάλι στην Προποντίδα προκειμένου να προμηθευτούν τρόφιμα και νερό, στη Βιθυνία όπου κατοικούσαν οι Βέβρυκες. Όμως, εδώ τα πράγματα δεν ήταν καλά. Ο βασιλιάς τους Άμυκος αρνήθηκε κάθε βοήθεια και προκάλεσε, όπως συνήθιζε να κάνει με κάθε νέα άφιξη, να πυγμαχήσει με τον πιο δυνατό. Δέχτηκε ο Πολυδεύκης. Λόγω της υπερφυσικής του δύναμης πάντα νικούσε ο Άμυκος και ακολούθως σκότωνε τον ηττημένο. Όχι αυτή τη φορά. Ο Πολυδεύκης τον κατανίκησε. Νικήθηκαν και όσοι Βέβρυκες τόλμησαν να επιτεθούν. Οι αργοναύτες πήραν τις προμήθειες που ήθελαν και συνέχισαν το ταξίδι.
Προποντίδα και Βόσπορος: Φινέας-Συμπληγάδες πέτρες
Τους περίμενε ο Βόσπορος, αλλά μεγάλη φουρτούνα δεν τους άφησε να τον πλησιάσουν. Αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στη θρακική πλευρά της Προποντίδας. Εκεί βρήκαν τον μάντη Φινέα τυφλό, τιμωρημένο από τον Δία γιατί αποκάλυπτε στους ανθρώπους τις προθέσεις των θεών, να βασανίζεται από τις Άρπυιες, τα φτερωτά και βρωμερά τέρατα με μορφή πουλιών που του άρπαζαν την τροφή (η ορφική εκδοχή για τον Φινέα είναι τελείως διαφορετική, με την τύφλωσή του να μην είναι έργο του Δία αλλά δύο αργοναυτών που εξοργίστηκαν από την κακία του). Οι φτερωτοί γιοι του Βορέα καταδιώκουν τις Άρπυιες και ελευθερώνουν τον Φινέα από το μαρτύριό του.
Σε αντάλλαγμα, αυτός δίνει πολύτιμες πληροφορίες στους αργοναύτες για το ταξίδι τους και αρχικά για το πώς να περάσουν τον Βόσπορο. Γιατί στο άκρο του βρίσκονταν οι Συμπληγάδες (Κυανέες) πέτρες που μπορούσαν να μετακινούνται, έπεφταν η μια πάνω στην άλλη και τσάκιζαν πλοία και πληρώματα. Κατά τις συμβουλές του Φινέα, οι αργοναύτες κωπηλάτησαν δυνατά κρατώντας σταθερή τη ρότα τους και η Αργώ πέρασε ακέραιη, με ελάχιστες ζημιές στην πρύμνη. Μα ήταν και το περιστέρι που τους συμβούλεψε ο μάντης να απελευθερώσουν που πέρασε πριν από αυτούς και τους βοήθησε να καταλάβουν τι έπρεπε να κάνουν. Έκτοτε, δεν μετακινήθηκαν ποτέ ξανά οι πέτρες και έμεινε ανοιχτός ο Βόσπορος. Αυτό το πέρασμα το αναφέρει και ο Όμηρος λέγοντας ότι η Αργώ ήταν το πρώτο πλοίο που πέρασε από εκεί.
Εύξεινος Πόντος: Χώρα των Μαρανδυνών-Σινώπη-απώλειες και προσθήκες αργοναυτών
Στον Εύξεινο Πόντο πια, οι αργοναύτες πάνε κόστα κόστα στη νότια πλευρά του, με πρώτο σταθμό τη χώρα των Μαρανδυνών του βασιλιά Λύκου. Η υποδοχή ήταν και εδώ θερμή, γιατί είχαν μαθευτεί τα νέα της νίκης επί των Βεβρύκων που τους είχαν κάνει μέχρι τότε πολύ δύσκολη τη ζωή. Σε αντάλλαγμα για το μεγάλο καλό, ο Λύκος γέμισε τους αργοναύτες με δώρα και πρόσφερε και τον ίδιο το γιο του να τους συντροφέψει στο ταξίδι κάνοντας ευκολότερη την επικοινωνία τους με τους άλλους λαούς της περιοχής. Όμως, αυτή η ωραία στάση ήταν μοιραία για δυο αργοναύτες που άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Μάλιστα ο ένας ήταν ο κυβερνήτης Τίφυς. Τη θέση του πήρε ο σπουδαίος στη ναυτοσύνη Αγκαίος. Μετά τις εκδηλώσεις για να τιμηθούν όπως τους άξιζε οι νεκροί, οι αργοναύτες φεύγουν για το τελικό κομμάτι της διαδρομής τους έχοντας πάρει καλές οδηγίες και από τον Λύκο.
Όταν φθάνουν στη Σινώπη, ο Ιάσονας αναγνωρίζει εκεί συμπατριώτες του από τα μέρη της Θεσσαλίας. Γίνονται και αυτοί αργοναύτες. Είναι οι Αυτόλυκος, Δηιλέων και Φλόγιος, παλιοί σύντροφοι του Ηρακλή στην εκστρατεία του στη χώρα των Αμαζόνων, δίπλα στη Σινώπη, που ξέμειναν εκεί. Μάλιστα ο Αυτόλυκος (ή και οι τρεις) θεωρείται ο οικιστής της πόλης.
Εύξεινος Πόντος: Άλλα μέρη και συναντήσεις
Πλέοντας στον Εύξεινο Πόντο, οι αργοναύτες περνούν από τη χώρα των Αμαζόνων χωρίς εμπλοκή μαζί τους, τη χώρα των Χαλύβων, όπου οι κάτοικοι ασχολούνταν μόνο με την εξόρυξη σιδήρου και τη μεταλλουργία, βλέπουν από μακριά τον Προμηθέα δεμένο στον Καύκασο και τον ακούν την ώρα του μαρτυρίου του, συναντούν ένα λαό που τα κάνει όλα ανάποδα, δηλαδή χωρίς αιδώ τα εν οίκω εν δήμω και το αντίστροφο και (περιέργως πως) συναντούν εκεί τον Αχέροντα ποταμό και τις πύλες του κάτω κόσμου.
Εύξεινος πόντος: Στυμφαλίδες όρνιθες
Λίγο πριν φθάσουν στον προορισμό τους, οι αργοναύτες αντιμετωπίζουν μια τελευταία πρόκληση. Την επίθεση από τις Στυμφαλίδες όρνιθες -όσες είχαν γλυτώσει από τα χτυπήματα του Ηρακλή στη Στυμφαλία και είχαν βρει καταφύγιο στην περιοχή. Οι αργοναύτες αντιμετώπισαν τα ανθρωποφάγα πουλιά όπως εκείνος, κάνοντας τρομακτικό θόρυβο με τις ασπίδες, τα δόρατα και τις φωνές τους. Μετά το πανικοβλημένο φευγιό των αιμοβόρων πουλιών, ο δρόμος είναι πια χωρίς εμπόδια.

Κολχίδα
Η Αργώ φτάνει στην ανατολικές ακτές του Εύξεινου πόντου, στις εκβολές του ποταμού Φάσι. Μπαίνει μέσα σε αυτόν προκειμένου να ανέβει στην πρωτεύουσα της Κολχίδας, έδρα του βασιλιά Αιήτη. Από τα πρώτα που μαθαίνουμε για την Κολχίδα είναι τα ταφικά έθιμα. Οι γυναίκες θάβονται, οι άντρες κρεμιούνται σε δέντρα, σε ψηλά κλαδιά, και αφήνονται εκεί. Έτσι, γη και αέρας και τα πλάσματά που κουβαλούν έχουν ίσο μεταθανάτιο μερτικό του κολχικού πληθυσμού.
Πλησιάζοντας, η ψυχολογία των αργοναυτών μεταβάλλεται από τη μια στιγμή στην άλλη, καθώς αναλογίζονται πού θα καταλήξει η συνάντηση με τον τρομερό Αιήτη και τι δεινά τους περιμένουν. Η συνάντηση γίνεται στο τεράστιο παλάτι του βασιλιά, όπου ο Ιάσονας εξηγεί ποιοι είναι και τι θέλουν. Θεωρώντας ότι ήρθαν να του πάρουν το στέμμα και τα πλούτη, ο οργισμένος Αιήτης από τη μια τον απειλεί λέγοντας ότι οι Κόλχες είναι ανδρείοι, ενώ οι αργοναύτες ελάχιστοι και μάλιστα χωρίς τον Ηρακλή ανάμεσά τους, από την άλλη του λέει πως αν καταφέρει να δαμάσει δύο άγριους χαλκοπόδαρους ταύρους που βγάζουν φωτιές από τα ρουθούνια, τους ζεύξει στο αλέτρι, οργώσει με αυτούς ένα χωράφι, σπείρει σ’ αυτό δόντια που ο ίδιος θα του δώσει και τέλος αποσπάσει το πολυπόθητο χρυσόμαλλο δέρας από τον άγρυπνο φύλακά του, δεν θα τον εμπόδιζε να το μεταφέρει στην πατρίδα του.
Αυτή τη μεγάλη ώρα, παίρνει τη σκυτάλη η Μήδεια, η κόρη του Αιήτη, ιέρεια της θεάς Εκάτης. Ερωτεύεται τρελά τον Ιάσονα. Έβαλαν το χεράκι τους και οι προστάτιδες θεές σ’ αυτό. Ήρα και Αθηνά ζήτησαν από την Αφροδίτη να πείσει τον γιο της Έρωτα να ρίξει το βέλος του στη νεαρή κοπέλα, γιατί με τη γνώση και τα μαγικά της θα μπορούσε να βοηθήσει τον Ιάσονα να πραγματοποιήσει τους άθλους του. Με χαρά θα το κάνει ο παιγνιώδης μικρός θεός. Η Μήδεια είναι εκεί, στη συνάντηση Ιάσονα Αιήτη, και νιώθει τη φλόγα να την κατακαίει. Μετά θα την τυραννάει το φριχτό δίλημμα: να προδώσει τον πατέρα ή να αφήσει αβοήθητο να χαθεί τον έρωτά της; Θα συνεχίσει να τυραννιέται και αφού πάρει την απόφασή της υπέρ του Ιάσονα. Αρωγός σε αυτήν η αδερφή της Χαλκιόπη που την παρακαλάει να βοηθήσει τον Ιάσονα, καθώς ο Αιήτης έχει δείξει πως κακό τέλος επιφυλάσσει για τους γιους της που είναι μαζί του.
Η αποφασιστική συνάντηση των δύο νέων θα γίνει στον ναό της Εκάτης. Η Μήδεια δίνει μαγικό φίλτρο στον Ιάσονα που θα τον κάνει άτρωτο για μια μέρα ώστε να πραγματοποιήσει τους άθλους του και του αποκαλύπτει ότι ο πατέρας της ποτέ δεν θα τον αφήσει να φύγει με το χρυσόμαλλο δέρας όπως και ότι από τη φοβερή σπορά των δοντιών θα φυτρώσουν άγριοι πολεμιστές, έτοιμοι να τον σκοτώσουν. Τον συμβουλεύει να τους ρίξει μια πέτρα από μακριά. Μη μπορώντας να καταλάβουν από πού τους ήρθε, θα αρχίσουν να χτυπιώνται μεταξύ τους μέχρι που θα σκοτωθούν αυτοί, του λέει. Έτσι και έγινε. Με τον Αιήτη και τους Κόλχες θεατές να παρακολουθούν. Ο αγριεμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων Αιήτης είναι σίγουρος ότι ο Ιάσονας ποτέ δε θα μπορούσε μόνος τους να πραγματοποιήσει αυτούς τους άθλους. Ξέρει ότι οι κόρες του τον βοήθησαν, η μάγισα Μήδεια κατεξοχήν. Δεν την χωράει πια τη Μήδεια ούτε το σπίτι του πατέρα της ούτε η Κολχίδα.
Ο Ιάσονας της δίνει όρκους αιώνιας αγάπης και πορεύονται μαζί για το θριαμβευτικό τέλος. Ο δράκος που φυλάει το χρυσόμαλλο δέρας αντιλαμβάνεται τον ερχομό τους και είναι έτοιμος να ορμήξει. Η Μήδεια ξεκινάει ένα γλυκό τραγούδι. Το τέρας γαληνεύει, αλλά χρειάζεται να του ρίξει κι ένα μαγικό φίλτρο για να αποκοιμηθεί (φυσικά, στην ορφική εκδοχή, αυτό το κάνει ο Ορφέας με τη μουσική του). Επιτέλους, ο Ιάσονας έχει τον αστραφτερό σκοπό του ταξιδιού στα χέρια του. Ολοταχώς στην Αργώ και δρόμο.
Όλη η Κολχίδα είναι στο πόδι από τα μαντάτα και την οργή του Αιήτη. Οι Κόλχοι μπαίνουν στα πλοία και καταδιώκουν την Αργώ με τους φυγάδες. Για την ακρίβεια, δύο στόλοι την καταδιώκουν. Ο ένας ακολουθεί τη διαδρομή που είχε πάρει στον ερχομό, ο άλλος με αρχηγό τον Άψυρτο δοκιμάζει μια εναλλακτική πορεία. Θα τους βρει. Σ’ ένα ιερό νησί. Και θα απαιτήσει τη Μήδεια πίσω. Αν του τη δώσουν, αυτή δεν έχει μέλλον. Δεν της παίρνει πολύ να το αποφασίσει. Και από την προδοσία και κλοπή, αναβαθμίζεται στο έγκλημα. Εκείνη συμβουλεύει να στήσουν ενέδρα στον αδερφό της. Τον ειδοποιεί ότι θα επιστρέψει πίσω μαζί του και όταν πάει μόνος να τη συναντήσει, ορμάει ο Ιάσονας και αρχίζει να τον μαχαιρώνει. Η Μήδεια πετάει ένα χιτώνα πάνω του να μη βλέπει τη σφαγή. Κρύβουν στους θάμνους τον αιματοβαμμένο νεκρό και φεύγουν.

Στο ταξίδι της επιστροφής
Οι αργοναύτες αλλάζουν την πορεία της επιστροφής. Φοβήθηκαν να περάσουν και πάλι τον Βόσπορο και τον Ελλήσποντο; Ξέρουν ότι ένας άλλος δρόμος μέσα από ποτάμια και στεριές είναι καλύτερος ή αποφασίζουν να εξερευνήσουν ξένα μέρη αποφεύγοντας ταυτόχρονα τους διώκτες τους; Όπως κι αν έχει, ενώ ο πηγαιμός ήταν ο αναμενόμενος, η επιστροφή είναι απρόβλεπτη και εντυπωσιακή. Είναι ένα περίεργο ταξίδι μέσα από ποτάμια, θάλασσες και στεριές και στις δύο πλευρές της Μεσογείου που περιλαμβάνει και πεζοπορίες, με την Αργώ να σέρνεται ή να κουβαλιέται στα χέρια.
Συναντήσεις με σημεία και τέρατα
Η επιστροφή περιλαμβάνει και αυτή συναντήσεις με τέρατα και άλλα περίεργα πλάσματα. Πρώτα πρώτα οι Σειρήνες που τραγουδούσαν τα υπέροχα τραγούδια τους κι έκαναν τους ναυτικούς να εγκαταλείπουν μαγεμένοι τα πλοία τους και να προσπαθούν κολυμπώντας να τις πλησιάσουν. Πνίγονταν στην προσπάθεια και τότε αυτές τους έτρωγαν. Το νησί τους ήταν κάπου στη νότια Ιταλία. Τις συνάντησε κι ο Οδυσσέας στην επιστροφή του. Όμως οι αργοναύτες δεν χρειάστηκε να κλείσουν τα αυτιά τους ούτε ο Ιάσονας να δεθεί στο κατάρτι, αφού είχαν μαζί τους τον Ορφέα. Άρχισε να παίζει τη θεϊκή μουσική του και τις νίκησε. Κανείς δε θέλησε να εγκαταλείψει την Αργώ.
Άλλα τέρατα ήταν η Σκύλλα και η Xάρυβδη, στο στενό Σικελίας Ιταλίας, το ένα στο νησί, το άλλο στη χερσόνησο, που έβγαζαν καπνούς και κατάπιναν ναυτικούς και πλοία στα ανταριασμένα νερά. Η Σκύλλα με πλήθος πόδια και κεφάλια άρπαζε τους ναυτικούς, η Χάρυβδη ρουφούσε τα πλοία που δεν κατάφερναν να αντισταθούν στην περιδίνιση του νερού που δημιουργούσε.
Όταν οι αργοναύτες ήταν κοντά τους, εξερράγη το απέναντι ηφαίστειο (να ήταν η Αίτνα, τα μικρά ηφαιστειογενή Αιόλια νησιά ή κάτι άλλο;) και ο καπνός κάλυψε τα τέρατα τόσο που δεν μπορούσαν πια να δουν τίποτα. Φυσικά ήταν και θέλημα θεάς, της Ήρας, που έπεισε τη νηρηίδα Θέτιδα να βοηθήσει τους αργοναύτες να αντιμετωπίσουν τα θεριά. Άλλωστε ήταν κι ο άντρας της Πηλέας ανάμεσά τους.
Άλλο πλάσμα της φαντασίας, ο Τάλως. Αυτός κι αν ήταν περίεργο πλάσμα. Ρομπότ θα τον λέγαμε σήμερα, κατασκευασμένο από τον Ήφαιστο. Εμφανέστατα, ‘πάει μακριά αυτή η βαλίτσα’ -χιλιετηρίδες- του ονείρου του ανθρώπου να φτιάξει μηχανές που να του μοιάζουν. Να ήταν ο Τάλως η περηφάνια μέχρι αλλαζονεία του αρχαίου μεταλλοτεχνίτη, κατεξοχήν του Κρητικού;
Πάντως, αυτός ο χάλκινος γίγαντας ήταν δώρο του Δία στην αγαπημένη του Ευρώπη και προστάτευε την Κρήτη από τους εχθρούς της. Τους άρπαζε, τους κομμάτιαζε και τους πετούσε στη θάλασσα. Ποιος να τολμήσει να αποβιβαστεί στο νησί. Όμως, οι αργοναύτες χρειάζονταν προμήθειες για το ταξίδι τους κι έπρεπε να το κάνουν. Και πάλι η Μήδεια με τα μαγικά της έδωσε τη λύση.
Αυτά και άλλα θαυματουργικά συμβαίνουν στο ταξίδι. Ανάμεσά τους η ανάδυση ενός νησιού, της Καλλίστης, δηλαδή της Θήρας, από ένα μαγικό σβώλο που έριξε στη θάλασσα ο αργοναύτης Εύφημος. Του τον είχε δώσει στα μέρη της Λιβύης ο θεός Τρίτων.
Ιάσων, Μήδεια και αργοναύτες χρειάστηκε να πάνε και στη χώρα της μάγισας Κίρκης, αδερφής του Αιήτη, για να καθαρθούν -άγνωστο πώς- από το αίμα του δολοφονημένου Άψυρτου. Δεν χάρηκε καθόλου με τη συνάντηση μαζί τους η Κίρκη, γιατί βαρύ το κρίμα των δολοφόνων. Δεν τους άφησε να μπουν στο παλάτι της και τους ξαπόστειλε όπως όπως.

Με τα πολλά, οι αργοναύτες έφθασαν στο νησί των Φαιάκων, την Κέρκυρα. Εκεί βασιλιάς ήταν ο Αλκίνοος, γυναίκα του η Αρήτη και κόρη του η Ναυσικά που χρόνια αργότερα θα συναντηθεί με τον ναυαγό Οδυσσέα. Εκεί όμως φθάνει τελικά και ο άλλος στόλος από την Κολχίδα που συνέχισε να τους καταδιώκει. Απαιτούν να τους παραδοθεί η Μήδεια. Με συμβουλές και βοήθεια από τη γυναίκα του, ο Αλκίνοος απαντάει πως αν η Μήδεια ήταν ακόμη παρθένα θα την επέστρεφε, αν όχι θα έμενε με τον Ιάσονα. Δεν βρήκα πώς και από ποιους πιστοποιήθηκε η ύπαρξη ή μη της παρθενίας, αλλά το ζεύγος σώθηκε για άλλη μια φορά, καθώς είχαν παντρευτεί στο πι και φι, εκεί, στο νησί. Ανακοινώθηκε η απόφαση στους Κόλχες, οι οποίοι τη βρήκαν σωστή, όμως, φοβούμενοι την οργή του Αιήτη όταν θα επέστρεφαν με άδεια χέρια, ζήτησαν από τον Αλκίνοο να τους αφήσει να ζήσουν στη χώρα του. Νέο αίμα, λοιπόν, και γονίδια από τον Καύκασο στης Κέρκυρας τα μέρη.
Στη Λιβύη
Το ταξίδι έμοιαζε να τελειώνει. Αλλά διαφορετικά σκέφτονται οι θεοί και ο Δίας είναι ακόμη οργισμένος για τη φριχτή δολοφονία του Άψυρτου. Σηκώνει αγέρηδες και κύματα και η Αργώ θαλασσοδέρνεται για μέρες. Κι από την Κέρκυρα καταλήγει στον αβαθή κόλπο της Σύρτης, στη Λιβύη. Κολλάει στην άμμο. Οι αργοναύτες είναι σε απόγνωση. Διψούν μα δε μπορούν εκεί να βρουν νερό ούτε να προχωρήσουν. Τότε εμφανίζονται τρεις προστάτιδες νύμφες της Λιβύης που τους συμβουλεύουν να βγάλουν το πλοίο και να το μεταφέρουν στα χέρια. Βαδίζουν μια τεράστια απόσταση μέχρι που φθάνουν στην Τριτωνίδα λίμνη και ξεδιψούν από το νερό της. Κοντά ήταν ο κήπος των Εσπερίδων, που τον είχε ρημάξει ο Ηρακλής μια μέρα πριν. Ο τοπικός θεός Τρίτων τους βοηθάει να βρουν, μέσα από τους βάλτους, την έξοδο προς τη Μεσόγειο και χαρίζει στον αργοναύτη Εύφημο ένα σβώλο από λιβυκή γη.
Στο Αιγαίο
Πλέουν πια ανατολικά μέχρι που φθάνουν στην Κρήτη, όπου ο Τάλως πετάει βράχια πάνω τους. Η Μήδεια τους ζητάει να τον αντιμετωπίσει μόνη της. Με τις υπερφυσικές δυνάμεις της κι επικαλούμενη τη βοήθεια σκοτεινών θεοτήτων του κάνει τα μαγικά της κι αυτός σκοντάφτει σ’ ένα μυτερό βράχο, γδέρνει το ευαίσθητο σημείο της φτέρνας του (κάτι θα πρέπει να είχαν με τις φτέρνες οι αρχαίοι Έλληνες), αρχίζει να χάνει το πράσινο αίμα και τη δύναμή του και στο τέλος σωριάζεται νεκρός στην ακτή.
Οι αργοναύτες πλέουν ανάμεσα στα νησιά των Κυκλάδων και σταματούν στην Ανάφη που την ονόμασαν έτσι αφού ανεφάνη, με παρέμβαση του Απόλλωνα, μέσα στην τρικυμία και το σκοτάδι. Βλέπουν τη Σαντορίνη να αναδύεται από το σβώλο που έριξε ο Εύφημος, συνεχίζουν προς τα πάνω και επιτέλους πατάνε το πόδι τους στην Ιωλκό.

Στην Ιωλκό και στην ανυποληψία
Με την άφιξη στην Ιωλκό τελειώνουν τα Αργοναυτικά και του Απολλώνιου και του Ορφέα. Το τι έγινε μετά, μας έφθασε από άλλους συγγραφείς.
Συνοπτικά, στο βασίλειο της Ιωλκού συμβαίνουν καταιγιστικά βίαια γεγονόνα. Έχοντας πραγματοποιήσει τον άθλο, ο Ιάσονας ζητάει τον θρόνο από τον Πελία, αλλά εκείνος βάζει και σκοτώνουν τον πατέρα του οδηγώντας σε χαμό και τη μητέρα του που αυτοκτόνησε αμέσως μετά. Με προτροπή του Ιάσονα, η Μήδεια παρεμβαίνει και πάλι. Κάνει επίδειξη μαγείας. Σφάζει ένα γέρικο κριάρι, το κομματιάζει, το βράζει σ’ ένα καζάνι, ρίχνει τα μαγικά της και, ως άλλη ταχυδακτυλουργός, βγάζει ένα αρνάκι μέσα από αυτό. Η επίδειξη βρήκε το στόχο της. Η Μήδεια πείθει τις κόρες του Πελία να σκοτώσουν τον πατέρα τους βεβαιώνοντάς τες ότι θα τον ξανάφερνε νεότερο στη ζωή -όπερ και έπραξαν αλλά δεν έπραξε (προφανώς) εκείνη. Μετά από αυτά, ο Άκαστος, ο γιος του Πελία, αργοναύτης σύντροφος του Ιάσονα, είναι εχθρός. Καταλαμβάνει τον θρόνο. Ιάσονας και Μήδεια δεν χωράνε στο βασίλειο της Ιωλκού.
Παίρνουν μαζί τους το άχρηστο για τον Άκαστο χρυσόμαλλο δέρας και πάνε στον Ορχομενό όπου το αφιερώνουν στον Δία. Μετά παίρνουν τον δρόμο για την Κόρινθο. Έζησαν εκεί καλά για αρκετά χρόνια. Μέχρι που ο ήρωας, μεγαλωμένος για τα καλά, ερωτεύεται τη μικρή Γλαύκη, την κόρη του βασιλιά Κρέοντα και την παντρεύεται. Η Μήδεια δεν αστειεύεται. Πάει η Γλαύκη, πάει ο Κρέοντας, πάνε και δυο παιδιά της και του Ιάσονα, ο Μέρμερος κι ο Φέρης.
Χάνεται από την Κόρινθο και μεταφέρεται στην Αθήνα. Εκεί, τα καταφέρνει εξαιρετικά και παντρεύεται τον βασιλιά Αιγέα. Όταν ο γιός του Θησέας έρχεται στην Αθήνα από την Τροιζήνα, πατρίδα της μάνας του όπου και μεγάλωσε, τον αναγνωρίζει η Μήδεια αλλά όχι ο πατέρας του που δεν τον έχει ξαναδεί από μωρό. Κατά τα πάθη και τις συνήθειές της, η Μήδεια πρέπει να βγάλει από τη μέση τον ήρωα, γιατί έχει ήδη ένα γιο με τον πατέρα του κι αυτός της χαλάει τα σχέδια διαδοχής. Αιγέας και Μήδεια είναι έτοιμοι να τον δηλητηριάσουν, αλλά την τελευταία στιγμή ο Αιγέας αναγνωρίζει το ξίφος του νεαρού Θησέα. Είναι το δικό του που το είχε αφήσει δίπλα στο μωρό να το έχει όταν μεγαλώσει. Η Μήδεια δεν έχει θέση πια ούτε στην Αθήνα ούτε πουθενά αλλού στον ελληνικό κόσμο. Επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν όλα, στην Κολχίδα.
Παρόλους τους άθλους του, ο Ιάσονας δεν τιμήθηκε ως ήρωας. Ίσως οι άθλοι του να είχαν πολύ βιαιότητα και πολλές πολύ σκοτεινές ώρες. Ίσως η σχέση και τα καμώματά του με την ξένη υπερέβαιναν τα όρια ανοχής, ίσως οι σύντροφοί του να ένιωσαν πως τους πρόδωσε. Ποιος να ξέρει. Κάποια στιγμή πήγε στον ναό του Ποσειδώνα, στην Κόρινθο, όπου είχε αφιερώσει την Αργώ. Δεν έφυγε ζωντανός από εκεί. Έπεσε επάνω του από το ακρόπρωρο το βαρύ ξύλινο κεφάλι της προστάτιδας Ήρας, κατ’ άλλους ένα σαπισμένο κατάρτι. Δεν είχε πια τίποτα καλό να περιμένει. Η Αργώ τον λύτρωσε.
Τι να σήμαινε ο μύθος, το ταξίδι, όλες οι συναντήσεις και τα συμβάντα για τους ανθρώπους του τότε δεν μπορούμε να ξέρουμε. Αυτά που σημαίνουν για μένα μετά τους αιώνες που μεσολάβησαν θα τα βρείτε συμπυκνωμένα στο επόμενο, τρίτο και τελευταίο μέρος του άρθρου.
* Δέσποινα Βώκου, Ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ
Βιβλιογραφία
- Τανασίδης ΣΜ. 2025. Οι Πόντιοι της Τσάλκας: Η περιπέτεια του ελληνισμού της Γεωργίας [https://grevenapress.gr/oi-pontioi-tis-tsalka-i-peripeteia-tou-ellinismou-tis-georgias/]
- Αγτζίδης Β. 2003. H περιπέτεια του Ελληνισμού στη Γεωργία [https://www.kathimerini.gr/society/169316/h-peripeteia-toy-ellinismoy-sti-georgia/ ]
- Γεωργαντάς Δ, Γεωργαντά ΙΘ. 2022. Αργοναυτική εκστρατεία: είναι μύθος; Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας [https://elinis.gr/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B5%CE%BA%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CF%8D%CE%B8%CE%BF%CF%82/#_ftn3]
- Matthews VA.1965. The early history of the myth of the argonauts. McMaster University [https://macsphere.mcmaster.ca/items/92875c55-2bb4-4918-a440-153761339ca5]
- Kalachanis Κ, Preka-Papadema P, Kostikas I, Theodossiou E, Manimanis VN, Panou E, Rotolo SG, Kyriakopoulos Κ. 2017. The Argonautica orphica version for the voyage of the argonauts: a geo-analysis. Mediterranean Archaeology and Archaeometry 17, 75-95 [https://www.epimithion.gr/orphic-argonauts/ σύνοψη στα ελληνικά]
- Bridgman TP. 2000. Apollonius of Rhodes’ “Argonautica”: A mythology of Greek expansion in Celtic lands. Proceedings of the Harvard Celtic Colloquium, 20/21, 203–221 [http://www.jstor.org/stable/41219597]
- ‘Αργοναύτες’. 2008. Η σύγχρονη αργοναυτική εκστρατεία [https://www.argonautes2008.gr/el/argo–argw/new–argo–ship–synxroni–argw.html]
- Αdrimi-Sismani V. 2011. “Well-built” Iolkos and the golden fleece: myth and reality. Στο Proceedings, 2nd International Symposium of Georgian Culture, The Caucasus: Georgia on the Crossroads, Cultural exchanges across the Europe and Beyond, 80-89 [https://dspace.nplg.gov.ge/bitstream/1234/152995/3/The_Caucasus_Georgia_On_The_Crossroads_2011.pdf]
- https://diotima-doctafemina.org/translations/greek/hypotheses-and-selected-scholia-to-euripides-medea/
1 Τα Αργοναυτικά τόσο του Απολλώνιου όσο και του Ορφέα κυκλοφορούν από διάφορους εκδοτικούς οίκους σε μετάφραση και με σχόλια. Στο διαδίκτυο, υπάρχει μεταφρασμένο το πλήρες κείμενο των Αργοναυτικών του Ορφέα [https://www.openbook.gr/argonaytika/]. Του Απολλώνιου υπάρχουν μεταφρασμένα ορισμένα μόνο τμήματα, αλλά υπάρχει το πλήρες κείμενο στα αγγλικά [https://www.gutenberg.org/files/830/830-h/830-h.htm]


