Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είναι βαριά εκτεθειμένος μετά τη δημοσιοποίηση της μελέτης Τσιόδρα – Λύτρα.

Ads

Πρώτα από όλα γιατί αποκαλύφθηκε ότι έλεγε ψέματα στη Βουλή, όταν κουνώντας το δάχτυλο στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα, υποστήριζε ότι δήθεν δεν γνώριζε αν οι διασωληνωμένοι εκτός ΜΕΘ έχουν περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν, σε σχέση με όσους βρίσκουν κρεβάτι και διασωληνώνονται εντός ΜΕΘ.

Αφού όπως δήλωσε τουλάχιστον ο δεύτερος εκ των δύο συντελεστών της μελέτης που αποδείκνυε τη μεγάλη θνητότητα εκτός ΜΕΘ, η ηγεσία της κυβέρνησης είχε ενημερωθεί εγκαίρως.

Θα ήταν αδιανόητο, άλλωστε, ο βασικός σύμβουλος του πρωθυπουργού και πρόεδρος της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την πανδημία, ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, να έχει εκπονήσει ο ίδιος μια τέτοια μελέτη και να μην έχει ενημερώσει τον πολιτικό του προϊστάμενο.

Ads

Ο πρωθυπουργός είναι βαριά εκτεθειμένος όμως όχι απλώς επειδή είπε ένα, από τα συνήθη στην πολιτική, κατά συνθήκη ψεύδη. Είναι κυρίως εκτεθειμένος γιατί το ψέμα του υπέκρυπτε πολιτική ιδιοτέλεια που είχε σοβαρές συνέπειες στη δημόσια υγεία και επέφερε μοιραία αποτελέσματα σε χιλιάδες νοσούντες που κατέληξαν νοσηλευόμενοι στο επικίνδυνο, όπως αποδεικνύει η μελέτη, περιβάλλον εκτός εντατικής.

Από πέρσι ακόμη ξεκίνησε μια εργώδης κυβερνητική προσπάθεια να πειστεί η κοινή γνώμη ότι δεν χρειάζονταν η κυβέρνηση να επενδύσει περισσότερο στο ΕΣΥ εν μέσω πανδημίας, από όσο το είχε κάνει ήδη. Οι ΜΕΘ βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτής της ατυχούς, όπως σήμερα αποδεικνύεται, προσπάθειας, καθώς η κυβέρνηση επιχείρησε με διάφορα επικοινωνιακά τεχνάσματα να «περάσει» την αντίληψη άλλοτε ότι η επένδυση στις ΜΕΘ, στην οποία επέμενε η αντιπολίτευση, θα ήταν «πεταμένα λεφτά» και άλλοτε το τερατωδώς αντιεπιστημονικό επιχείρημα, ότι οι περισσότερες ΜΕΘ θα σήμαιναν και περισσότερους θανάτους.

Φέτος, με τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης μελέτης ήδη γνωστά, ο υπουργός επικρατείας και στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού προσπάθησε να πείσει την αντικοινωνική θεωρία ότι περισσότερες ΜΕΘ θα σήμαιναν ένα… πολυτελές σύστημα υγείας που θα ήταν άχρηστο μετά την πανδημία.

Ενώ ο ίδιος ο πρωθυπουργός έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ψευδώς στη Βουλή ότι δεν υπήρχε μελέτη που να αποδείκνυε αυτό που τον κατηγορούσε ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, ότι δηλαδή η θνητότητα εκτός ΜΕΘ είναι μεγαλύτερη από ό,τι εντός.

Κι αυτά την ώρα που η μελέτη Τσιόδρα – Λύτρα, ήδη γνωστή στην κυβέρνηση από τον Μάιο, διέψευδε αυτόν τον ισχυρισμό, αποδεικνύοντας ότι η θνητότητα εκτός ΜΕΘ αυξάνεται μέχρι 89%. Με το χειρότερο από όλα να είναι ότι η μελέτη κατέληγε στο αποτέλεσμα – κόλαφο για τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, ότι ένα 39% όσων πεθαίνουν εκτός ΜΕΘ θα μπορούσαν να είχαν σωθεί, αν νοσηλεύονταν σε περιβάλλον εντός ΜΕΘ.

Το εύρημα αυτό αναδεικνύει τις τεράστιες ευθύνες μιας κυβέρνησης που ενώ γνώριζε ότι έπρεπε να ενισχύσει το ΕΣΥ για να μειωθούν οι θάνατοι από την πανδημία, δεν το έκανε.

Και αντ’ αυτού, διέθετε πακτωλό δημόσιου χρήματος για οποιονδήποτε άλλο κομματικό, πελατειακό ή και επικοινωνιακό σκοπό, μοιράζοντας εκατομμύρια ευρώ σε φιλικές της επιχειρήσεις, σε αποζημιώσεις στους εργολάβους για καθυστερήσεις έργων που η ίδια προκάλεσε, καθώς και για την κυβερνητική προπαγάνδα, χρηματοδοτώντας με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ.

Η πολιτική ιδιοτέλεια της κυβέρνησης συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ υπήρχε δημόσιο χρήμα διαθέσιμο και ενώ η ίδια γνώριζε την ανάγκη ενίσχυσης του ΕΣΥ, για καθαρά μικροπολιτικούς, κομματικούς και επικοινωνιακούς σκοπούς, τα διέθετε οπουδήποτε αλλού, εκτός από τη σωτηρία χιλιάδων ανθρώπων που πέθαναν, ενώ μπορούσαν να είχαν σωθεί αν η κυβέρνηση έκανε αυτό που προέκυπτε από τις επιστημονικές μελέτες που ήταν σε γνώση της.

Μια κυβέρνηση πολιτικά ιδιοτελής, που σκέφτεται με πελατειακό τρόπο την επιβίωσή της και χρηματοδοτεί είτε φιλικές της επιχειρήσεις είτε όσους εργάζονται για την προπαγάνδα της και η οποία εν γνώσει της αδιαφορεί για το κοινό καλό και δεν ενισχύει τα δημόσια νοσοκομεία, με αποτέλεσμα να προκαλεί επιπλέον θανάτους, είναι άραγε μια κυβέρνηση δολοφόνων;

Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Διότι όσοι εκτοξεύουν εναντίον της κυβέρνησης μια κατηγορία τόσο υπερβολική και τόσο εξωπραγματική, όπως αυτή του δολοφόνου, ουσιαστικά της παρέχουν σωσίβιο σωτηρίας.

Γιατί μια τόσο υπερβολική κατηγορία είναι εύκολο να απαντηθεί, αφού μπορεί να χαρακτηριστεί άνετα σαν αποτέλεσμα λαϊκισμού. Οπότε, αντί να συζητάμε για το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα με την κυβέρνηση, η συζήτηση περνά στη σφαίρα του αν οι επικριτές της είναι ή όχι λαϊκιστές.

Κι ακόμη, είναι λάθος να αντιπολιτεύεσαι έναν προφανώς αποτυχημένο πολιτικά αντίπαλο, αντιγράφοντας τις μεθόδους του. Η κατηγορία για κυβέρνηση… δολοφόνων, μπορεί να σταθεί πολιτικά μόνο ως προς τη «δολοφονία χαρακτήρων» στην οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη ειδικεύεται, κατασυκοφαντώντας και απαξιώνοντας την τιμή και την υπόληψη όσων την αντιπολιτεύονται.
Με αυτή την έννοια, η στάση του Αλέξη Τσίπρα απέναντι σε αυτό το ζήτημα, υπήρξε άψογη.

Από τη μια κατηγόρησε από το βήμα της συνέλευσης των ευρωσοσιαλιστών στις Βρυξέλλες τον Έλληνα πρωθυπουργό ότι ψεύδεται και μάλιστα σε ένα κορυφαίας σημασίας για τη δημόσια υγεία και τη ζωή των πολιτών ζήτημα. Συμπληρώνοντας ότι οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη αν είχε συμβεί παρόμοιο περιστατικό ψευδόμενου πρωθυπουργού, αυτός θα είχε οδηγηθεί σε παραίτηση.

Και από την άλλη, διέγραψε από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ τον Παναγιώτη Κουρουμπλή, ο οποίος ίσως άθελά του, χρησιμοποιώντας την βαριά και εξωπραγματική κατηγορία των δολοφόνων για την κυβέρνηση, ουσιαστικά της έδωσε πάτημα να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση δια του επικοινωνιακού αντιπερισπασμού.
Η άμεση και αποφασιστική ενέργεια του Αλέξη Τσίπρα έσωσε πολιτικά την κατάσταση. Και όχι μόνο την έσωσε, αλλά έφερε και την κυβέρνηση Μητσοτάκη σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.

Γιατί ο Αλέξης Τσίπρας, ως πρωθυπουργός ο ίδιος, είχε κατηγορηθεί από αυτούς που σήμερα κουνούν το δάχτυλο του λαϊκισμού, ότι «έκαψε 100 ανθρώπους στο Μάτι». Και σήμερα που τα πράγματα αντιστράφηκαν, κρατά ψηλά το πολιτικό του ανάστημα και αντί να ανταπαντήσει εκδικητικά, εξισώνοντας τον εαυτό του με τους κατηγόρους του, τους δίνει ένα σπάνιο μάθημα πολιτικού ήθους.

Η πολιτική ιδιοτέλεια της κυβέρνησης η οποία αντί να ενισχύσει το ΕΣΥ, διέθεσε δημόσιο χρήμα για την πολιτική της επιβίωση και για να στηρίξει την οικονομική ολιγαρχία που κι εκείνη με τη σειρά της τη στηρίζει, η ανεπάρκειά της να προστατέψει τη δημόσια υγεία, η ανικανότητά της να διαχειριστεί αποτελεσματικά την πανδημία, η πολιτική αποτυχία της σε όλα τα επίπεδα, αλλά και τα ψεύδη με τα οποία ο πρωθυπουργός πολιτεύεται και προστατεύει τον εαυτό του και την κυβέρνησή του, είναι κατηγορίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν άνετα για την κυβέρνηση, γιατί είναι απολύτως αντικειμενικές και ρεαλιστικές και γι’ αυτό και πολιτικά και ηθικά αποδεκτές.

Είναι άλλο να ασκείται κριτική και να ζητείται να φύγει μια κυβέρνηση επειδή απέτυχε πολιτικά, είναι άλλο να χαρακτηρίζεται μια κυβέρνηση ακόμη και σαν επικίνδυνη για τη χώρα και τους πολίτες και είναι εντελώς άλλης τάξης ζήτημα να της προσάπτεται η μη ρεαλιστική κατηγορία του δολοφόνου.

Ήρθε η ώρα να επαναφέρουμε τη σοβαρότητα στην πολιτική και να γυρίσουμε οριστικά την πλάτη στον λαϊκισμό και τις χαμηλού επιπέδου, χυδαίες μικροπολιτικές σκοπιμότητες με τις οποίες πολιτεύεται η Δεξιά.

Δεν είναι δολοφόνοι λοιπόν στην αποτυχημένη κυβέρνηση Μητσοτάκη, επειδή οι πράξεις και οι παραλήψεις τους οδηγούν σε περισσότερους θανάτους πολιτών. Όπως αντίστοιχα δεν ήταν προδότες στην κυβέρνηση Τσίπρα, επειδή έφεραν και ψήφισαν μια συμφωνία με την οποία μπορεί πολιτικά κάποιοι να διαφωνούν, έδωσε όμως μια οριστική και δίκαιη, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, λύση σε ένα χρονίζον εθνικό ζήτημα.

Οι αριστεροί και προοδευτικοί πολίτες δεν έχουν ανάγκη ούτε την υπερβολή, ούτε τον συναισθηματισμό, ούτε και τη χυδαιότητα για να κατηγορήσουν μια κυβέρνηση καταφανώς ιδιοτελή, αποδεδειγμένα ανίκανη, εκ του αποτελέσματος αποτυχημένη και τελικά επικίνδυνη για τη χώρα.

Η κυβερνητική πολιτική είναι τόσο κραυγαλέα αντικοινωνική και αποτυχημένη, που δεν χρειάζεται υπερβολές η αντιπαράθεση μαζί της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ αρκεί να λέει τα πράγματα με το όνομά τους και να μην υπονομεύει την πολιτική ορθότητα και την ηθική στάση ζωής που, έτσι κι αλλιώς, τον χαρακτηρίζουν.