Ο αγωνιστής της αντίστασης Φοίβος Ιωαννίδης βγήκε από τη φυλακή το καλοκαίρι του 1973, με την αμνηστία του Παπαδόπουλου, στα πλαίσια της «φιλελευθεροποίησης της χούντας».

Ads

Oταν βγήκαμε από τις φυλακές και βγήκε ο Παναγούλης, εμείς ήμασταν φίλοι από πριν από την δικτατορία με τον Αλέκο, ήταν στέλεχος της ΕΔΗΝ, είχε έρθει στην Κρήτη, μαζί είχαμε κάνει παρέες, είχαμε κάνει αγώνες κοινούς πολλούς στο …, πήγα λοιπόν στο σπίτι του στην Γλυφάδα. Είχε έρθει και η Οριάνα Φαλάτσι τότε, εκεί πλέχτηκε και το ειδύλλιο.

Ads

Μου ζήτησε λοιπόν να έρθουμε στην Κρήτη. Το άκουσε αυτό η μάνα του η μακαρίτισσα η Αθηνά και η Φαλάτσι, καταλαβαίνανε τον κίνδυνο διότι ήταν δικτατορία. Το ΄73 που αποφυλακιστήκαμε δεν είχε πέσει η χούντα και με πιάνουν ιδιαιτέρως και μου λένε «πες του ότι δεν μπορείς».

Ads

Λέω, «Μα δεν μπορώ να πω εγώ στον Αλέκο ότι δεν θέλω να έρθει στην Κρήτη μαζί μου, δεν μπορώ να το κάνω αυτό γιατί θα νομίζει ότι φοβάμαι. Πείστε τον εσείς άμα θέλετε».

Ads

Δεν τον έπεισαν βέβαια και έρχεται στην Κρήτη μαζί μου και με την Φαλάτσι. Πάμε στα Χανιά κατ’ αρχήν, εγώ οδηγούσα ένα Volkswagen που είχα, ο Αλέκος καθόταν δίπλα μου και η Φαλάτσι στο πίσω κάθισμα και ερχόμαστε προς Ηράκλειο.


Η Φαλάτσι περιγράφει στο βιβλίο της ότι μας παρακολουθούσαν στενά και με επικίνδυνο τρόπο-αυτό είναι βέβαιο- και ότι προσπάθησαν να μας σκοτώσουν.

Η αλήθεια είναι ότι σε κάποια στιγμή το ένα από τα αυτοκίνητα που μας παρακολουθούσε, ήταν τόσο κοντά στο δικό μου που σχεδόν μας ακουμπούσε και αριστερά μας ήταν γκρεμός. Και μπορούσε πράγματι εάν μας έδινε μια, να μας πετάξει στον γκρεμό.

Δεν πιστεύω λοιπόν ότι θέλανε να μας σκοτώσουν. Απλώς ήταν προκλητικοί στην επιμονή τους να καταλάβουμε ότι είναι από πάνω μας και να μην κάνουμε τίποτα, να μην κινηθούμε.

Και όταν πήγαμε στην Κνωσό που ήθελε να πάει η Φαλάτσι, όπως είχαμε φτάσει μέσα στο Μινωικό Ανάκτορο και προσπαθούσαμε να της εξηγήσουμε κάποια πράγματα, αυτοί είχαν φτάσει τόσο κοντά, δηλαδή ήταν ούτε μισό μέτρο πίσω από τις πλάτες μας, οπότε αγριεύει ο Παναγούλης, γυρνάει, τους κοιτάζει άγρια:

«Παπαδοπουλάκια, αει στο διάολο Παπαδοπουλάκια, θα σας…» και τους αρχίζει… Του λέγαμε Αλέκο, προσπαθούσαμε να τον συγκρατήσουμε, διότι ήταν έτοιμος να τους επιτεθεί να τους δείρει…

Ο Αλέκος είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στην ζωή μου, που δεν ήξερε τι θα πει φόβος.  Ήταν τρομερά τολμηρός και γενναίος. Xάθηκε πρόωρα, αλλά φαίνεται ότι ισχύει πάντοτε ότι the good die young, οι καλοί πεθαίνουν νέοι.

  • Ολόκληρη η αφήγηση στο βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες για τη δικτατορία και την Αντίσταση» (Εκδόσεις Εστία).