Γιάννης Ρίτσος: Ο ποιητής που εμπνεύστηκε από την Αριστερά και την ενέπνευσε

tvxs.gr/node/26200

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση και δεκαεννέα από το θάνατο του Γιάννη Ρίτσου - του ποιητή που έταξε την έμπνευση του στην Αριστερά και συνδέθηκε όσο λίγοι με τους εργατικούς αγώνες, την εθνική αντίσταση και τον αγώνα κατά της δικτατορίας.

Ένα σύντομο βιογραφικό

Γεννήθηκε στη Μονεμβάσια την Πρωτομαγιά του 1909 και πέθανε στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1990, αφήνοντας πίσω του πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα πεζογραφήματα, τέσσερα θεατρικά, πολλές μεταφράσεις, και χρονογραφήματα καθώς και 50 ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.

Ήταν γιος κτηματία που ξέπεσε οικονομικά. Νέος ήρθε στην Αθήνα όπου πέρασε δύσκολα χρόνια γεμάτα στερήσεις και κακουχίες. Μόλις τέλειωσε τις εγκύκλιες σπουδές του γράφτηκε στη σχολή χορού Μοριάνοβ και για ένα διάστημα συμμετείχε σαν χορευτής στη Λυρική Σκηνή. Η από τις στερήσεις κλονισμένη υγεία του τον ανάγκασε να αφήσει το χορό και να ασχοληθεί μονάχα με την ποίηση, ενώ για τα προς το ζην εργαζόταν σε διάφορους εκδοτικούς οίκους.

Το 1921 άρχισε να συνεργάζεται με τη «Διάπλαση των Παίδων». Συνεισέφερε επίσης ποιήματα στο φιλολογικό παράρτημα της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» του Πυρσού. Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τρακτέρ», ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στο «Ριζοσπάστη» τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο». Την ίδια χρονιά γίνεται μέλος του ΚΚΕ στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορούν οι «Πυραμίδες», το 1936 ο «Επιτάφιος» και το 1937 «Το τραγούδι της αδελφής μου». Το 1956 λαμβάνει το Α´ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», ενώ ακολουθούν λαμπρά έργα όπως η «Ρωμιοσύνη», τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», ο «Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο», η «Η Κυρά των Αμπελιών», κ.α.

Ο Γιάννης Ρίτσος γράφει ασταμάτητα και η αναγνώριση έρχεται η μία μετά την άλλη. Τα έργα του μεταφράζονται σε πολλές ξένες γλώσσες και ο Ρίτσος γίνεται ευρύτερα γνωστός. Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ ενώ έλαβε πλήθος διεθνών βραβείων. Ενδεικτικά: «Μέγα διεθνές βραβείο ποίησης» (Βέλγιο, 1972), διεθνές βραβείο «Γκεόργκι Δημητρώφ». (Βουλγαρία, 1975), μέγα βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινύ» (Γαλλία, 1975), διεθνές βραβείο «Αἴτνα-Ταορμίνα» (Ἰταλία, 1976), «βραβείο Λένιν για την ειρήνη» (ΕΣΣΔ, 1977), διεθνές βραβείο «Μποντέλο» (1978).

Ο Γάλλος ποιητής Αραγκόν θα πει ότι ο Ρίτσος είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του αιώνα, ενώ ο Χιλιανός Νερούντα τη στιγμή της βράβευσης του με το Νόμπελ θα πει ότι ο Ρίτσος είναι καλύτερος από αυτόν.

Ο Γιάννης Ρίτσος φυλακίστηκε, εξορίστηκε και εκτοπίστηκε πολλές φορές για τα πολιτικά του πιστεύω. Συγκεκριμένα συλλαμβάνεται τον Ιούλιο του 1948 και εξορίζεται στη Λήμνο, κατόπιν στη Μακρόνησο (Μάης 1949) και το 1950 στον Άι Στράτη. Τον Αύγουστο του 1952, αφήνεται τελικά ελεύθερος και γίνεται μέλος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς, αφού,το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε τεθεί εκτός νόμου.

Ο λαός σε όποια πολιτική παράταξη κι αν ανήκει δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος από το έργο του Ρίτσου. Ο ποιητής μιλάει για ειρήνη, για κοινωνική δικαιοσύνη, για ανθρωπιά. Δεν μπορεί παρά να συγκινεί και να συγκινείται...

Οι μεγάλοι αγώνες μέσα από το έργο του

Τεράστιο και σημαντικό το έργο του. Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πει «Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στην απέραντη εκτίμηση, στον θαυμασμό και στην αγάπη που τρέφω για τον Γιάννη Ρίτσο. Ο Ρίτσος μας δίδαξε ότι η μεγάλη ποίηση και οι μεγάλοι ποιητές μπορούν να ταυτιστούν με τη ζωή του πολίτη. Ο «Επιτάφιος» συνδέθηκε με τους εργατικούς αγώνες του λαού, η «Ρωμιοσύνη» με την εθνική αντίσταση, τα «Λιανοτράγουδα» με τους αγώνες κατά της δικτατορίας. Εγώ πρόσφερα απλώς το "όπλο" για να σπάσουμε τα τείχη της μπουρζουαζίας και να μπούμε σε κάθε σπίτι. Ήταν από μέρους μου μια ηθελημένη επαναστατική πράξη, με στόχο να δοθεί ένα άλλο νόημα στο τραγούδι, αλλά και μια ελπίδα στο λαό. Τελικά, επηρεάσαμε και την αισθητική του, ενώ η επικοινωνία της τέχνης με το λαό όχι μόνο επετεύχθη, αλλά πήρε αργότερα διαστάσεις ανέλπιστες...».

«Επιτάφιος»

«Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,

πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω

καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,

Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα

καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη

πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω

καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει

κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω

καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω».

Είναι 9 Μαίου του 1936, στη Θεσσαλονίκη. Μια μάνα μέσα στη μέση του δρόμου θρηνεί πάνω από το σώμα του σκοτωμένου γιου της ενώ γύρω της βουίζουν τα πλήθη των απεργών καπνεργατών. Η απεργία που κηρύττουν οι καπνεργάτες ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων σύντομα αποκτά πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης κι έπειτα από τη σύγκρουση διαδηλωτών και αρχών, 12 νέοι χάνουν τη ζωή τους και δεκάδες τραυματίζονται. Η διαδήλωση γίνεται εξέγερση και οι εργάτες πετυχαίνουν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Η φωτογραφία της μητέρας του δολοφονημένου διαδηλωτή Τάσου Τούση να μοιρολογεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της δημοσιεύεται στον Ριζοσπάστη και ο Γιάννης Ρίτσος γράφει σε 3 μέρες τα πρώτα 14 άσματα από τα 20 του «Επιταφίου», για να δει στην πορεία μεγάλο αριθμό αντιτύπων του να λογοκρίνονται και να καταστρέφονται από τη δικτατορία Μεταξά.

«Ρωμιοσύνη»

«Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,

αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,

αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,

αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,

σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,

σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.

Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.

Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.

Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.

Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.

Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,

μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους

σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.

Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι

τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους

τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους -

ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ

κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους

σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.

Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο

ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένειά τους

ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους

ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα».

Η Ρωμιοσύνη γράφτηκε στο διάστημα 1945-47, μέσα στον εμφύλιο κι ενώ ο Γιάννης Ρίτσος ήταν εξόριστος. Αποτελεί έναν ύμνο στο πνεύμα αντίστασης του ελληνικού λαού, που σύμφωνα με τον ίδιο συνιστά τη διαχρονική ουσία του ελληνικού τόπου και των ανθρώπων. Η Ρωμιοσύνη μελοποιήθηκε το 1966. Ανήμερα των Θεοφανείων ο Μίκης Θεωδωράκης ξυλοκοπείται βάναυσα από χωροφύλακες στον Πειραιά. Γυρίζει σπίτι του και κλειδώνεται στο δωμάτιο του για να μελοποιήσει μέσα σε ένα βράδυ τη Ρωμιοσύνη.«Οταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο "Κεντρικό", που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη "Ρωμιοσύνη"», θα δηλώσει αργότερα ο συνθέτης.

Το έργο παρουσιάζεται το καλοκαίρι του 1966 στο γήπεδο της ΑΕΚ, στη Ν. Φιλαδέλφεια, στην πρώτη λαϊκή συναυλία σε ανοιχτό χώρο και γίνεται ύμνος ενός λαού που ασφυκτιά κάτω από τη δικτατορία.

«18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας»

Εξόριστος στη Λέρο, ο Ρίτσος γράφει τα 16 από τα 18 «Λιανοτράγουδα το 1968. Ο ίδιος γράφει για το έργο του: «Τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, εκτός απ' το 16 και 17, γράφτηκαν σε μια μέρα - στις 16 του Σεπτέμβρη του 1968 - στο Παρθένι της Λέρου, ύστερ' από μήνυμα του Μίκη Θεοδωράκη με την παράκληση να μελοποιήσει κάτι δικό μου ανέκδοτο. Τα ξαναδούλεψα στο Καρλόβασι της Σάμου το Νοέμβρη του 1969. Το 16 και 17 γράφτηκαν την Πρωτομαγιά του 1970. Το 7 αλλάχτηκε ριζικά το Γενάρη του 1973. Δε σκόπευα να δημοσιεύσω τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα κι είχα ζητήσει να μη μεταφραστούν και εκδοθούν, παρά μόνο να τραγουδηθούν. Αλλά, να, που τα περισσότερα δημοσιεύτηκαν κιόλας σε διάφορα ντόπια και ξένα περιοδικά κ' έχουν γίνει δύο γαλλικές μεταφράσεις (...) και δεν ξέρω σε πόσες άλλες γλώσσες... Έτσι, δεν υπάρχει πια λόγος να επιμείνω στην αρχική μου απόφαση. Και τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα είναι αφιερωμένα στον Μίκη Θεοδωράκη»

Πρόκειται για το πρώτο έργο του Μίκη που κυκλοφορεί αμέσως μετά τη δικτατορία. Εχει προηγηθεί η πρώτη του εκτέλεση, 17 Ιανουαρίου 1973, στο Albert Hall του Λονδίνου με ερμηνευτές τους Μαρία Φαραντούρη, Πέτρο Πανδή, Αφροδίτη Μάνου, Αχιλλέα Κωστούλη και τον ίδιο τον συνθέτη. Η πρώτη ηχογράφηση του έργου έγινε το 1973 στο Παρίσι με τους ίδιους τραγουδιστές και κυκλοφόρησε στην Γαλλία την ίδια χρονιά από την EMI France. Παράλληλα ηχογραφήθηκε και στην Ελλάδα, κρυφά κατά τη διάρκεια της Χούντας, με τον Γιώργο Νταλάρα και την Άννα Βίσση. Με την πτώση της χούντας κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα πρώτα η έκδοση με τον Νταλάρα και μετά η έκδοση με Φαραντούρη, Πανδή, Μάνου και Κωστούλη. Λίγους μήνες αργότερα κυκλοφόρησε και τρίτη έκδοση του έργου με την Μ.Δημητριάδη, Ε.Βιτάλη, Κ.Καμένο, Σ.Πασπαράκη και Σ.Κρυστάλη.

Links:

http://www.ekebi.gr/ Νέο παράθυρο

http://ritsosgiannis.blogspot.com/ Νέο παράθυρο