Πολύ πριν την εποχή Τραμπ, η απατηλή λάμψη του αμερικανικού ονείρου διαλυόταν σα σκόνη μπροστά στους αγώνες των εργατών, στην υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου και των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη νέα γη της Επαγγελίας. Η κάμερα της Μπάρμπαρα Κοπλ ήταν εκεί για να καταγράψει, να αποδομήσει, να καταγγείλει, να δώσει φωνή στους ανυπεράσπιστους. Κέρδισε δυο Όσκαρ (για τα ντοκιμαντέρ «Harlan County U.S.A.» και «American Dream») και μια θέση στους καλύτερους ντοκιμαντερίστες του σήμερα.

Το παρακάτω κείμενο της κριτικού κινηματογράφου Marjorie Baumgarten (The Austin Chronicle 15/5/1992, μετάφραση Ζωή-Μυρτώ Ρηγοπούλου από την έκδοση του 9ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης) μας ταξιδεύει πίσω στο ’70, το ’80, στην πολιτική Ρίγκαν, στη μεγάλη απεργία της Hormel και στον τρόπο της Κοπλ να είναι παρούσα, και ταυτόχρονα αποστασιοποιημένη τόσο, όσο επιτάσσει η ανεξάρτητη φωνή του δημιουργού.

Το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ της Kopple, «American Dream», αποκαλύπτει το ανθρώπινο κόστος της πολιτικής Reagan. Η ταινία εστιάζει στην απεργία των εργατών στα μέσα της δεκαετίας του 80 στο εργοστάσιο συσκευασίας κρέατος Hormel στο Όστιν της Μινεσότα (η Hormel παράγει ζαμπόν, μπέικον και μια ευρεία ποικιλία άλλων προϊόντων κρέατος). Η ταινία δείχνει τις ολέθριες συνέπειες της οικονομικής πολιτικής της εποχής Reagan σε ατομικό επίπεδο καθώς και τα καταστροφικά αποτελέσματα των μελετημένων στρατηγικών κατά των σωματείων σε πραγματικούς ανθρώπους που παγιδεύτηκαν στη μέση της αναταραχής. Η Kopple είναι άξια να φέρει εις πέρας ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα.

Το ντοκιμαντέρ που γύρισε το 1976, «Harlan County, USA» έλαβε ένα άξια κερδισμένο Όσκαρ ως Καλύτερο Ντοκιμαντέρ και καθιέρωσε την Kopple ως μια από τις κορυφαίες σκηνοθέτιδες της εποχής μας. «Σ’ αυτή τη χώρα επιτρέπεται να απεργούμε, αλλά δεν επιτρέπεται να νικάμε. Εκείνοι μπορούν να αντικαταστήσουν τους ανθρώπους για πάντα,» παρατήρησε η Kopple τον προηγούμενο χρόνο όταν μιλούσε για το «American Dream» πριν την ειδική προβολή του στο Όστιν στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Coast Women. Η δήλωση της εκφράζει την ουσία του τι έγινε στην απεργία του Hormel. Οι εργάτες που κατέβηκαν σε απεργία γρήγορα βρέθηκαν σε αντίθεση όχι μόνο με την διεύθυνση του εργοστασίου αλλά και με τα διεθνή σωματεία που αρνήθηκαν να τους δώσουν την πλήρη τους υποστήριξη. Έτσι, εκτός από τη μάχη ενάντια σε μια μεγάλη εθνική εταιρεία, οι απεργοί εργάτες έπρεπε να αντισταθούν και στο αρχηγείο του σωματείου τους που ευνοούσε ένα συμβιβαστικό συμβόλαιο και μια νέα τοπική ηγεσία. Εκατοντάδες εργάτες άλλων εργοστασίων της Hormel που τίμησαν τη διαδήλωση της Μινεσότα βρέθηκαν κι αυτοί χωρίς δουλειά. Μετά από μισό σχεδόν χρόνο, η απεργία, στην πραγματικότητα, ηττήθηκε όταν η Hormel ανακοίνωσε ότι το εργοστάσιο επανήλθε σε πλήρη δραστηριότητα καθώς επαναπροσέλαβε λίγες δεκάδες από τους αρχικούς εργάτες και εκατοντάδες εξωτερικούς αντικαταστάτες.

Αυτό που θέλει να μάθει το «American Dream» είναι: πως έγινε αυτή η τραγωδία –από όλα τα μέρη του κόσμου στη Hormel, μια εταιρεία με προοδευτική φήμη; Δεκαετίες πριν ήταν ανάμεσα στις πρώτες που παρείχαν στους εργάτες της εγγυημένους ετήσιους μισθούς και συμμετοχή στα κέρδη της εταιρείας. Γενιές οικογενειών δούλευαν στο εργοστάσιο, αντλώντας υπερηφάνεια από τα προϊόντα τους και από τη σχέση τους με την διαδικασία παραγωγής. Η απάντηση που δίνει η ταινία είναι η πολιτική Reagan, το «όσο έχω ό,τι θέλω καρφί δε μου καίγεται για τους υπόλοιπους,» επικρατούσα στάση στη δεκαετία του 1980. Πριν το «American Dream» αρχίσει να ακούγεται σαν μια ανιαρή εργατική ιστορία ή δογματική προπαγάνδα, επιτρέψτε μου να βιαστώ να σας πω ότι τίποτα δε βρίσκεται μακρύτερα από την αλήθεια. Αυτό που η ταινία κάνει καλύτερα είναι ότι αποκαλύπτει τις θλιβερές συνθήκες στις οποίες βρέθηκαν οι εργάτες αυτοί και οι οικογένειές τους. Υπάρχουν βίαιες σκηνές στις οποίες ο αδελφός στρέφεται κυριολεκτικά εναντίον του αδελφού όταν έρχονται αντιμέτωποι με την απόφαση αν πρέπει να σπάσουν ή όχι τον κλοιό των διαδηλωτών. Τα βλέμματα της απόλυτης δυσπιστίας και απογοήτευσης μας μένουν αξέχαστα καθώς οι διαδηλωτές και οι οικογένειές τους βλέπουν γείτονες και ανθρώπους εκτός δουλειάς να σπάνε τον κλοιό τους. Προφανές παντού είναι το μαρτύριο των εργατών που πρέπει να επιλέξουν αν θα μείνουν σταθεροί στις αρχές τις οποίες πιστεύουν ή θα ξανακερδίσουν τα προς το ζην με τη μόνη δουλειά που ξέρουν. Η απώλεια της αυτοεκτίμησης που συνοδεύει την αδυναμία τους να παρέχουν τα απαιτούμενα στις οικογένειές τους είναι ένα άγχος που το «American Dream» καθιστά απτό.

Η επιδεξιότητα με την οποία η Kopple υφαίνει όλα αυτά τα νήματα είναι καταπληκτική. Γυρισμένη κατά τη διάρκεια πέντε περίπου χρόνων, ολόκληρη η ποσότητα του υλικού που έχει μαζευτεί θα τρόμαζε οποιονδήποτε εκτός από έναν πραγματικά εστιασμένο καλλιτέχνη. Αυτό που το «American Dream» έχει σκοπό να κάνει δεν είναι να παρουσιάσει το χρονικό μιας εργατικής ιστορίας αλλά αντίθετα, να αποκαλύψει τα μοτίβα που την κυβερνούν. Λειτουργεί ως εγχειρίδιο οργάνωσης μιας μελέτης των κοινωνικών αξιών και ενός πορτραίτου των Αμερικάνων που έχουν ξαφνικά αποκοπεί από τα όνειρά τους. Δεν υπάρχει χάπι εντ στο «American Dream». Παρ’ ότι το 1991 το ντοκιμαντέρ της Kopple πήρε ένα Όσκαρ και τα τρία μεγαλύτερα βραβεία στο Φεστιβάλ του Σάντανς, είναι εξοργιστικό, πως παρέμεινε στο ράφι για έναν ολόκληρο χρόνο πριν βρει διανομέα για να βγει στις αίθουσες. Οι απεργοί στο εργοστάσιο του Όστιν στη Μινεσότα, μπορεί να έχασαν τη μάχη, αλλά μια τέτοια ολιγωρία σχεδόν διασφαλίζει ότι εμείς, ως κοινωνία, θα χάσουμε τον πόλεμο […]

Πηγή: blog.tiff.gr