Στη Διάσκεψη Κορυφής της Παγκόσμιας Κυβέρνησης στο Ντουμπάι, ο διευθύνων σύμβουλος της Tesla και της SpaceX, Elon Musk, τόνισε ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να γίνουν cyborgs για να μπορούν να ενταχθούν σε μια εποχή τεχνητής νοημοσύνης. Το σάιμποργκ, (λατινικά «cyborg, cyberneticus organismus») είναι αυτοματοποιημένος τεχνητός οργανισμός ο οποίος ενισχύει ή διευρύνει τις δυνατότητές του χρησιμοποιώντας τεχνολογικά μέσα. Συχνά διαθέτει ένα συνδυασμό οργανικών (ζωτικών) και μηχανικών (συνθετικών) μερών σώματος. Μια εικόνα των σάιμποργκ, με μια δόση κινηματογραφικής υπερβολής, συναντάμε στις ταινίες, όπως το «Blade Runner» και η «Τεχνητή Νοημοσύνη».

Ο Elon Musk δήλωσε μάλιστα ότι ο συνδυασμός της βιολογικής και της μηχανικής νοημοσύνης θα ήταν απαραίτητος για να διασφαλίσουμε ότι θα παραμείνουμε «οικονομικά πολύτιμοι».

Ο γνωστός επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης εταιριών κολοσσών της τεχνολογίας, δημιούργησε τη Neuralink, με σκοπό να συνδέσει τους υπολογιστές απευθείας με τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Στόχος του είναι να εμφυτεύσει μικροσκοπικά ηλεκτρόδια χρησιμοποιώντας τις πιο σύγχρονες τεχνολογίες.

Οι διεπαφές εγκεφάλου-υπολογιστή (BCI), όπως ονομάζονται δεν είναι βέβαια μια καινούρια ιδέα. Διάφορες μορφές BCI είναι ήδη διαθέσιμες, από αυτές που τοποθετούνται πάνω στο κεφάλι και μετρούν τα σήματα του εγκεφάλου, μέχρι συσκευές που εμφυτεύονται στον ιστό του εγκεφάλου, όπως αναφέρει δημοσίευμα του Guardian.

Ειδικότερα, πρόκειται για μια σειρά από τεχνολογίες που ως απώτερο σκοπό έχουν την επίτευξη αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας (αμφίδρομης ή μονόδρομης) μεταξύ του ανθρώπινου νευρικού συστήματος και ενός υπολογιστή. Τέτοιου είδους τεχνολογίες μπορούν να επιτρέψουν για παράδειγμα την κίνηση, με ρομποτικά μέρη, και να προσφέρουν εργαλεία επικοινωνίας για άτομα με εγκεφαλικά τραύματα. Τον Μάρτιο, ένας άνθρωπος που παρέλυσε από το λαιμό και κάτω, κατάφερε να κινήσει το χέρι του χρησιμοποιώντας απλά τη δύναμη της συγκέντρωσης, ενώ σε άλλες περιπτώσεςις μπορούν να βοηθήσουν άτομα με σοβαρά προβλήματα όρασης να αντιλαμβάνονται κάποια βασικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός τους .

Γνωστική βελτίωση σε στιλ Matrix

Αλλά τα σχέδια του Musk είναι ακόμα μεγαλύτερα, αφού θέλει να χρησιμοποιήσει τις διεπαφές εγκεφάλου-υπολογιστή σε μια αμφίδρομη σχέση, έτσι ώστε η σύνδεση να μας κάνει πιο έξυπνους, να βελτιώσει τη μνήμη μας, να μας βοηθήσει στη λήψη αποφάσεων και γενικότερα στην επέκταση του ανθρώπινου νου και τη βελτίωση των δεξιοτήτων του. Εκλαϊκευμένα θα μπορούσε κανείς να φέρει στο νου του τη σκηνή εκπαίδευσης του Neo στο Matrix (δείτε το βίντεο). «Οι στόχοι του Musk για τη γνωστική βελτίωση σχετίζονται με υγιή άτομα που δεν έχουν κινητικά προβλήματα. Κι αυτό επειδή φοβάται ότι η τεχνητή νοημοσύνη και οι υπολογιστές θα γίνουν εξυπνότεροι από τον άνθρωπο και θα τον ξεπεράσουν σε πολλούς τομείς», εξηγεί ο Pedram Mohseni του πανεπιστημίου Case Western Reserve στο Οχάιο και ειδήμων στις διεπαφές εγκεφάλου-υπολογιστή.

Σημειώνεται, ότι ο Musk δεν είναι μόνος που πιστεύει ότι η νευροτεχνολογία θα μπορούσε να είναι από τα πιο σημαντικά επιτεύγματα των τελευταίων χρόνων. Η Silicon Valley ασχολείται ήδη με όλα αυτά καθώς έχει καταλάβει τη σημασία της. Ειδικότερα, ο Bryan Johnson έχει δοκιμάσει την ίδια τεχνική με τον Musk. Ίδρυσε την Kernel, μία startup για την ενίσχυση της ανθρώπινης νοημοσύνης με την ανάπτυξη εμφυτευμάτων εγκεφάλου που συνδέουν τις σκέψεις των ανθρώπων με τους υπολογιστές.

Αλλά και ο Mark Zuckerberg του Facebook, είχε δηλώσει το 2015 ότι οι άνθρωποι θα μπορούν να μοιράζονται αισθητηριακές και συναισθηματικές εμπειρίες online, κι όχι μόνο με φωτογραφίες και βίντεο. Το Facebook έχει προσλάβει νευροεπιστήμονες για ένα έργο που δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί. Ωστόσο, είναι απίθανο η τεχνολογία αυτή να είναι διαθέσιμη στο κοντινό μέλλον και κάποια από τα πιο φιλόδοξα σχέδια μπορεί να μην είναι ρεαλιστικά, σύμφωνα με τον Mohseni. «Κατά τη γνώμη μου, είμαστε τουλάχιστον 10 με 15 χρόνια μακριά από τους στόχους της γνωστικής βελτίωσης σε υγιή άτομα που δεν έχουν αναπηρίες. Ωστόσο φαίνεται ότι ένας από τους πιο άμεσους στόχους της Neuralink είναι να συνεχίσει να εστιάζει σε ασθενείς με διάφορους νευρολογικούς τραυματισμούς ή ασθένειες».

Ο Mohseni υποστηρίζει ότι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα της γνωστικής βελτίωσης είναι το έργο του καθηγητή Ted Berger του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας, ο οποίος εργάζεται πάνω στη μόνιμη μνήμη για να αντικαταστήσει τα κατεστραμμένα μέρη του εγκεφάλου σε ασθενείς που έχουν χάσει τη μνήμη τους σε παθήσεις όπως το Alzheimer. «Στην περίπτωση αυτή, θα εμφυτευτεί ένας υπολογιστής στο συγκεκριμένο μέρος του εγκεφάλου, που θα αντικαταστήσει τη βιολογική λειτουργία. Ο Berger έχει δει αποτελέσματα τόσο σε τρωκτικά και μη ανθρώπινα όντα προσομοίωσης, όσο και σε κάποια πρώιμα ανθρώπινα πειράματα».

«H Υπηρεσία Έρευνας Προηγµένων Αµυντικών Προγραµµάτων (DARPA) της Αμερικανικής κυβέρνησης έχει επί του παρόντος ένα πρόγραμμα που στοχεύει στη βελτίωση της γνώσης στους στρατιώτες της, δηλαδή στην ενίσχυση της εκμάθησης ενός ευρέος φάσματος γνωστικών δεξιοτήτων μέσω διαφόρων μηχανισμών διέγερσης περιφερικών νεύρων που διευκολύνουν και ενθαρρύνουν τη νευρική πλαστικότητα στον εγκέφαλο. Αυτό θα ήταν ένα άλλο παράδειγμα της γνωστικής βελτίωσης σε αρτιμελείς ανθρώπους, αλλά είναι αρκετά ασυνήθιστος και αμφιλεγόμενος ο τρόπος για τον οποίο το κάνει η DARPA», προσθέτει ο Mohseni.

Κατανοόντας τον ανθρώπινο εγκέφαλο

Στη Βρετανία η έρευνα βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Ο Davide Valeriani, ανώτερος ερευνητής στο εργαστήριο BCI-NE του Πανεπιστημίου του Essex, χρησιμοποιεί μια διεπαφή εγκεφάλου-υπολογιστή με βάση το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG) για να αξιοποιήσει το μυαλό των ανθρώπων όταν λαμβάνουν αποφάσεις.

«Με αυτόν τον τρόπο θα διευκολύνεται η λήψη αποφάσεων αφότου πρώτα θα μετριούνται με ειδικά συστήματα τα επίπεδα εμπιστοσύνης για κάθε τι που θέλουμε να κάνουμε. Εκπαιδεύουμε ουσιαστικά τον υπολογιστή, ζητώντας από τους ανθρώπους να λαμβάνουν αποφάσεις χωρίς να γνωρίζουν την απάντηση και στη συνέχεια να τις ‘βρίσκουν’. Σε αυτή την περίπτωση γνωρίζουμε ότι η απόφαση του χρήστη είναι σωστή, αφού σχετίζεται με τα επίπεδα εμπιστοσύνης. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, το μηχάνημα γνωρίζει ποιες απαντήσεις ήταν σωστές και ποιες δεν ήταν. Ο χρήστης δεν μπορεί να τα ξέρει όλα και πολλές φορές βρίσκεται σε σύγχυση», ανέφερε ο Valeriani στον Guardian.

Παράλληλα πρόσθεσε, ότι ελπίζει να υπάρξει μεγαλύτερη χρηματοδότηση για την υποστήριξη αυτού του πολύ υποσχόμενου τομέα έρευνας. Τα BCI δεν είναι μόνο ένα ανεκτίμητο εργαλείο για τα άτομα με αναπηρίες, αλλά θα μπορούσαν να αποτελέσουν θεμελιώδες εργαλείο που θα υπερβεί τα ανθρώπινα όρια, βελτιώνοντας έτσι τη ζωή όλων.

Ηθική και νευροτεχνολογία

Σημειώνει ωστόσο, ότι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις με αυτή την τεχνολογία είναι ότι πρώτα πρέπει να καταλάβουμε καλύτερα πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος πριν αποφασιστεί πού και πώς να εφαρμόσει το BCI. «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί οργανισμοί επενδύουν σε βασικές έρευνες για τη νευροεπιστήμη, για παράδειγμα, την πρωτοβουλία Brain στις ΗΠΑ και το σχέδιο ανθρώπινου εγκεφάλου στην ΕΕ».

Από την άλλη, εγείρονται ηθικά ζητήματα, σχετικά με το που σταματά ο άνθρωπος και που ξεκινά η μηχανή και ποιες είναι οι ηθικές συνέπειες και οι κοινωνικές επιπτώσεις από την ανάπτυξη των νευροεπιστημών και κυρίως της νευροτεχνολογίας. «Κατά τη γνώμη μου, ένας τρόπος για να ξεπεραστούν αυτές οι ηθικές ανησυχίες είναι να αφήσουμε τους ανθρώπους να αποφασίσουν εάν θέλουν να χρησιμοποιήσουν ένα BCI για να αυξήσουν τις ικανότητές τους. Οι νευροεπιστήμονες εργάζονται για να παρέχουν συμβουλές στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής σχετικά με το τι πρέπει να ρυθμιστεί. Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι στο μέλλον θα είμαστε πιο ανοιχτοί στη δυνατότητα χρήσης των BCI, εάν τα συστήματα αυτά προσφέρουν ένα σαφές και απτό πλεονέκτημα στη ζωή μας», καταλήγει ο Valeriani.