Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ (21 Ιουνίου 1905-15 Απριλίου 1980) φιλόσοφος, λογοτέχνης και κριτικός, ήταν ο βασικότερος εκπρόσωπος του υπαρξισμού τον 20ο αιώνα. Για τον Σαρτρ, η ελευθερία του ενός ανθρώπου απειλείται διαρκώς από την παρουσία του άλλου. Έτσι ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, καθώς ο Θεός δεν υπάρχει και είναι ο ίδιος υπεύθυνος της (ελεύθερης) επιλογής του.

Πολλοί τον θεωρούν ως τον απόλυτο στρατευμένο διανοούμενο που στήριζε τις αριστερές πολιτικές επιλογές του με τη ζωή και το έργο του. Κατ’ άλλους, προσπάθησε να δημιουργήσει μια συγχωνευτική θεωρία του υπαρξισμού με τον μαρξισμό, αλλά απέτυχε παταγωδώς.


 
Πάντως, η αντιφατικότητα ως μέρος της προσωπικότητάς του, ήταν εμφανής στις συνεχείς του παλινωδίες στην πίστη του στον κομμουνισμό και στις γενικότερες ιδεολογικές του τοποθετήσεις, αλλά και στην άρνησή του να παραλάβει το Νομπέλ Λογοτεχνίας που κέρδισε το 1964.


 
Η έννοια της ελευθερίας και η συμφιλίωση του υπαρξισμού με τον μαρξισμό
 
Η ελευθερία για τον Σαρτρ είναι πάντα ελευθερία «εν καταστάσει», δηλαδή εξαρτάται από μια κατάσταση αποτελούμενη από συνθήκες και όρους που προηγούνται της ελεύθερης δράσης.

Έτσι, η ανθρώπινη ελευθερία συνίσταται κατά κύριο λόγο σε ένα σχέδιο για το μέλλον: ο άνθρωπος ορίζεται από το σχέδιό του και είναι ελεύθερος στον βαθμό που προσδίδει μια σημασία στην κατάσταση, για να την αποδεχθεί ή να την τροποποιήσει. Ενώ τα πράγματα είναι, ο άνθρωπος υπάρχει: στη σαρτρική προοπτική η ύπαρξη θεωρείται σημαντικότερη από την ουσία.


 
Η ελευθερία όμως τού ενός ανθρώπου απειλείται διαρκώς από την παρουσία του άλλου, ο οποίος υπάρχει ως υποκείμενο όπως ακριβώς υπάρχει και ο πρώτος. Ο άλλος άνθρωπος με το βλέμμα του καθιστά τον άνθρωπο πράγμα ή τον εκμηδενίζει. Για να μην περιορισθεί η ελευθερία του, ο άνθρωπος πρέπει να δράσει, πρέπει να επιλέξει, αλλά σε τούτη την επιλογή του είναι μόνος: είναι απολύτως υπεύθυνος για την ελευθερία του και μάλιστα είναι υπεύθυνος για όλη την ανθρωπότητα.
 
Φτάνουμε λοιπόν σε μια τη βεβιασμένη συμφιλίωση του υπαρξισμού με τον μαρξισμό κατά την οποία ο Σαρτρ διατυπώνει δύο αντιρρήσεις: α) Ο μαρξισμός υποτάσσει το άτομο σε έναν γενικότερο σκοπό, ο οποίος προκύπτει από μια αφηρημένη ιστορική σύλληψη β) Η μαρξιστική ερμηνεία της ιστορίας επιμένει στις αντιφάσεις που εμπεριέχουν οι οικονομικές συνθήκες και στην αλλοτρίωση του ατόμου, περιγράφοντας εύστοχα την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα· ωστόσο, παραμερίζει την ύπαρξη του ανθρώπου και υποτιμά την αξία της ατομικής ελευθερίας. Άρα, ο μαρξισμός, η μοναδική αξιόπιστη ερμηνεία της ιστορίας, καταλήγει δογματικός και φορμαλιστικός επειδή δεν λαμβάνει υπόψη του τον υπαρξισμό, τη μοναδική συγκεκριμένη προσέγγιση της πραγματικότητας. Ο υπαρξισμός πρέπει λοιπόν να ενσωματωθεί στον μαρξισμό ώστε να υπερβεί την θρησκευτικομυθολογική κατάσταση του δόγματος.
 
Στην κατεύθυνση αυτή ο Σαρτρ πρότεινε μια διαλεκτική διαμεσολάβηση ανάμεσα στην ελευθερία του ατόμου και στις υλικές και οικονομικές συνθήκες που καθορίζουν την κοινωνική πραγματικότητα. Χρησιμοποιώντας στοιχεία από διάφορες γνωστικές περιοχές (ψυχανάλυση, θεωρία της λογοτεχνίας), προσπάθησε να συμπληρώσει τη μαρξιστική θεωρία καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος φτιάχνει την ιστορία του, πλην όμως σε δεδομένες συνθήκες και πλαίσιο.
 
Πηγές:

*Παναγιωτίδης, Μ. 2002, «Ζαν Πολ Σαρτρ: Φιλόσοφος συγγραφέας», Το Βήμα, 9 Ιουνίου 2002, .
*Στυλιανού, Α. 2000, «Η συμφιλίωση του υπαρξισμού με τον μαρξισμό», Το Βήμα, 16 Απριλίου 2000, .
*Τριανταφύλλου, Σ. 2012, «Σημειώσεις για τον Σαρτρ», bookpress.gr, 8 Φεβρουαρίου 2012, .