Η Γώγου σε μια σκηνή της ταινίας «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» σχολιάζει έναν τελειωμένο «θερμοσίφουνα».

Ads

Ερμηνεύει τις αιφνίδιες μεταστροφές της συμπεριφοράς του με την φράση: «τον έπιασε πάλι το γλυκύ του …». Η πρόσφατη συνέντευξη Μητσοτάκη θύμισε την παραπάνω φράση.

Ads

Ο Πρωθυπουργός κινήθηκε αντιδιαμετρικά από την συνέντευξη στον Σρόιτερ κι επιπλέον υποκατέστησε την live συνέντευξη στον Ν Χατζηνικολάου, με μια «γραπτή». Ακόμη κι ο ειδικός στις αγιογραφίες Μητσοτάκη θεωρήθηκε επικίνδυνος.

Ads

Όποιος καεί στον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι…

Τόσο άντεξε ο «καλός» Μητσοτάκης να δείχνει ότι συμπάσχει στο πένθος και κατανοεί ότι έχει προκαλέσει απογοήτευση, αν όχι απέχθεια, με την στάση του. «Τον έπιασε πάλι το γλυκύ του» και το γύρισε σε γραμμή Αδώνιδος και Καρατζαφύρερ εξυβρίζοντας διαδηλωτές, κατηγορώντας συγγενείς κι απειλώντας Θεούς και Δαίμονες.

Ads

Αν βάλεις απέναντι αυτούς τους δυο Μητσοτάκηδες, τον προφορικό (Σρόιτερ) και τον γραπτό (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ), έχεις έτοιμο μια χαρά ένα ενδιαφέρον πολιτικό  debate. Αν όμως κάποιος προσέξει ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, τότε παράγεται μια εικόνα ασυναρτησίας.

Διαβάστε επίσης: Τέμπη / Προανακριτική: Το Μαξίμου αναζητά «προθύμους»

«Γραπτές» ερωτήσεις αβανταδόρικες (πάρε-βάλε)

  • Στην υπόθεση «ΕΛΛΑΣ-ΓΑΛΛΙΑ-ΣΥΜΜΑΧΙΑ & METEOR στην ΤΟΥΡΚΙΑ!», ο δημοσιογράφος αρκέστηκε στην απάντηση πως τα όσα είπε στον Macron υπόκεινται στο ρητό «τα εν οίκω μη εν δήμω!» Μετέχουμε άραγε κι εμείς του Οίκου των Ηλυσίων Πεδίων;
  • Στην οικονομία μας εξήγησε ότι η αληθινή κατάσταση κρίνεται από τους αντικειμενικούς δείκτες Του διέφυγαν τα θρυλούμενα περί ακρίβειας, αισχροκέρδειας κλπ. Ίσως εδώ να μην πρόκειται για αντικειμενικούς δείκτες αλλά για κάποιες λάθος υποκειμενικές εντυπώσεις. Όπως θα έλεγε κι ο Άδωνις, απλώς νομίζουμε ότι είμαστε φτωχοί
  • Στην υπόθεση Trump δεν ρωτήθηκε αν η οικογένεια Μητσοτάκη συνεχίζει ακόμη να «είναι σε πόλεμο με τους Ρώσους» ή μήπως έκανε ανακωχή. Ούτε ρωτήθηκε για το αν ο απειλητικός αναθεωρητισμός του ανοίγει την όρεξη και του Ερντογάν. Μόνο κάτι για δασμούς όπου απάντησε το αντίθετο από την απάντηση περί ακμάζουσας οικονομίας, ότι δηλ. οι επιπτώσεις, θα είναι μικρές για την μπατίρω Ελλάδα λόγω λιγοστών εξαγωγών.
  • Στο Ουκρανικό μας προειδοποίησε με αυστηρότητα ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να λείπει από το τραπέζι των ειρηνευτικών συνομιλιών για την Ουκρανία κι ότι αυτό αποτελεί θέμα γεωπολιτικής της ενηλικίωσης. Ο δημοσιογράφος αρκέστηκε και δεν επέμεινε, ρωτώντας: Εσάς καλέ γιατί δεν σας φώναξαν στην διάσκεψη των Παρισίων;

Στα περί κυβερνησιμότητας, σταθερότητας κλπ, απέκλεισε κάθε συνεργασία με την ακροδεξιά οπότε απόμεινε force η συνεργασία με τον Ανδρουλάκη, τον οποίο όμως παρομοιάζει με τον Πολάκη! Έχει στρατηγική νέας αυτοδυναμίας και την κρύβει για να μην γελάει ο κόσμος.

Κουτσά στραβά, ας πούμε ότι ανταπεξήλθε στα παραπάνω, γιατί εξετάστηκαν με ανώδυνο τρόπο. Φτάνοντας όμως στο επίδικο, έγινε σαφές ότι τα θεσσαλικά ΤΕΜΠΗ ως τοποθεσία θυμίζουν όλο και περισσότερο το βελγικό Waterloo, ακόμη και στα γραπτά…

Τεμπών «αντιφάσεις»

Μόνο η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις διαδηλώσεις άκουσε το σύνθημα ‘…όχι άλλες αντιφάσεις!’. Δεν ρώτησε λοιπόν για τα αναμενόμενα πορίσματα ή για την πιθανότητα εύφλεκτου υλικού, πράγμα το οποίο δις και διαρρήδην απέκλεισε ο Μητσοτάκης. Ο οποίος, αφέθηκε να δηλώνει μ’ έμφαση: «Εμείς δεν κάνουμε τους δικαστές!» ενώ και πάλι προδίκαζε λέγοντας ότι μια τυχόν γνησιότητα των βίντεο Καπερνάρου καταρρίπτει με κρότο κάθε σενάριο «παράνομου φορτίου» & «συγκάλυψης». Γι’ αυτό κι ο ίδιος παραληρεί προκαταβολικώς, καταλογίζοντας στους «άλλους»: άγνοια, λαϊκισμό, εμμονές, καχυποψία, ψέμα κι αποδίδει χαρακτηρισμούς όπως «οι αλλόκοτοι», τα παράσιτα κλπ.

Για την διαπιστωμένη καταστροφή στοιχείων κατά τις πρώτες ώρες χαρακτήρισε απεχθή τον όρο «μπάζωμα» κι επιχείρησε να διαχωρίσει την αξιολόγηση των επιχειρησιακών χειρισμών στο πεδίο (αυτοφωράκιας Τριαντόπουλος) από τις κατηγορίες για συνειδητό «μπάζωμα»/συγκάλυψη. Τα έκανε δηλαδή απλώς μαντάρα ενας υφυπ αλλά κι αυτό με κάθε καλή πρόθεση κι από την καλή του την καρδιά!

Οπότε ο «κυβερνήτης» δεν θα ανεχθεί, να ξέρετε, θεωρίες συνωμοσίας, λαϊκίστικά συνθήματα, εργαλειοποίηση κλπ. κλπ.

Ανακοίνωσε ότι αναλαμβάνει διπλό χρέος να υψώσει τείχος προστασίας στους λειτουργούς της δικαιοσύνης πράγμα που σε συνδυασμό με την απειλή του περί «Ζούγκλας» αφήνει ανοικτό κάθε ενδεχόμενο απαγορεύσεων, διώξεων και γενικά μιας αυταρχικής στροφής Κι όλα αυτά ενώ μας έλεγε ο πολύς Σκέρτσος ότι ανέτως θα κατέβαινε στις διαδηλώσεις. Ας έρθει τώρα να κάνει τον Ταρζάν!

Δεν εμφάνισε κανένα πειστικό ερμηνευτικό σχήμα για τις πολυπληθείς συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Έχουμε  σου λέει δημοκρατία κι υπάρχει εξάλλου μια ετερογονία των σκοπών αφού δεν κατεβαίνουν όλοι για τον ίδιο λόγο. Θεωρεί την Αντιπολίτευση ημιθανή (ορθόν) και ταυτοχρόνως ότι αυτή εργαλειοποιεί την τραγωδία. Πώς όμως οι ημιθανείς κινητοποιούν εκατοντάδες χιλιάδες;

Το πρόβλημα του είναι ότι ο πραγματικός αντίπαλος του είναι οι γονείς, τους οποίους δυσκολεύεται πολύ να αποδομήσει. Θα τον βόλευε πολύ να είχε απέναντι τον Σπίρτζη κι όχι την Καρυστιανού. Στην οποία, παρεμπιπτόντως,   αυτός που θα έσκυβε τάχα ευλαβικά το κεφάλι μπροστά της, έσπευσε να την προσβάλει βάναυσα στην τελευταία συνέντευξη αποδίδοντας της σχέδια προσωπικής προβολής πάνω από το φέρετρο της κόρης της.

Τα ίδια και τα ίδια, ο άνθρωπος αυτός υποτροπιάζει συνεχώς επί δύο χρόνια. Κάνει τον Κινέζο στα δύσκολα ενώ πριν έχει ανακατευτεί πατερναλιστικά παντού, τα ρίχνει σε άλλους κι οχυρώνεται πίσω από την εικαζόμενη καλή πρόθεση του κάθε κυβερνητικού χειρισμού (πανδημία, υποκλοπές, Πύλος κοκ). Ως «κυβερνήτης» μονοπωλεί δε την υπευθυνότητα, δεδομένου ότι όλοι οι υπόλοιποι βγάζουν άναρθρες κραυγές, διαμαρτύρονται τυφλά, στερούνται δικής τους προοπτικής και προσδιορίζονται με το αντι, ωθούν σε νέες σκευωρίες και διχασμούς …

Αφού λοιπόν η πολιτική σταθερότητα είναι το αίτημα των ταραγμένων καιρών μας κι όσοι και να κατέβουν στον δρόμο αυτοί που θα παραμείνουν στον καναπέ θα είναι σαφώς περισσότεροι, αυτός επιλέγει ν’ απευθυνθεί στους δεύτερους. Δεν είναι δα κι ο Ντε Γκώλ για να κατεβάσει στους δρόμους το δικό του εκατομμύριο.

Η αληθινή απάντηση του λοιπόν στην εντεινόμενη αποδοκιμασία είναι: «Χαμπάρι δεν παίρνω, που να λυσσιάξετε …»