Το πρώτο κρίσιμο ζήτημα που κλήθηκε να διαχειριστεί η νέα Κυβέρνηση μέσα σε ευαίσθητες ισορροπίες είναι αυτό της απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών.

Το αυτονόητο είναι ότι για την απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών αρκεί η επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης, όπως ακριβώς ίσχυε επί ημερών της - υπερσυντηρητικής κατά τα άλλα - κυβέρνησης Σαμαρά η οποία μόλις δύο μέρες πριν τις εκλογές του Γενάρη διολίσθησε στην υποχρέωση παραδοχής θρησκευτικής ετερότητας από το γονέα. Δύο μέρες πριν την αποχώρησή του από το Υπουργείο, η εγκύκλιος του Λοβέρδου «φωνάζει» ότι συνιστούσε μια πολιτική παγίδα που είχε σαν στόχο να εγκλωβίσει την επόμενη κυβέρνηση σε μια συζήτηση για το αυτονόητο με εύκολη και ανέξοδη κριτική από ένα πρόθυμο ακροατήριο. Και έτσι έγινε, επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανακάλεσε εξαρχής μια εγκύκλιο που εξεδόθη στις 23 Ιανουαρίου 2015 αλλά τη διατήρησε σε όλη τη διάρκεια της πρώτης θητείας Τσίπρα.

Το λάθος που καλείται να διορθώσει

Αυτή η  αναβλητικότητα της προηγούμενης ηγεσίας του Υπουργείου, υπερθεματίζει αχρείαστα σε σχέση με την, ομολογουμένως, ξεκάθαρη επιλογή του Πρωθυπουργού να αποφύγει συγκρούσεις και να διαχειριστεί με τρόπο διακριτικό τα ζητήματα θρησκευτικής πίστης. Τόσο γιατί η χώρα είχε και έχει πολύ σοβαρότερα προβλήματα να διαχειριστεί, όσο και γιατί έχει εξαρχής αναγνωρίσει ότι έχοντας απέναντί του μια μετριοπαθή ηγεσία στην Ελλαδική Εκκλησία είναι διατεθειμένος να αποφύγει την ένταση και να μην ανοίξει τα ζητήματα που η αριστερή ατζέντα έχει περίπου στην πρώτη θέση. Ενδεχομένως να θεωρηθεί και υποχώρηση ή υπερβολικό «στρογγύλεμα» των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ αλλά σύμφωνα με μια άλλη θεώρηση είναι μια ρεαλιστική εκτίμηση των συνθηκών. Το μέλλον θα δείξει.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως υπήρχε κάποια υποχρέωση, η προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου να φτάσει στο άλλο άκρο διατηρώντας ένα μέτρο, που όχι μόνο είναι ασύμβατο με τις θεμελιώδεις αρχές του βασικού κυβερνητικού εταίρου αλλά είναι και πιο συντηρητικό σε σχέση με την κυβέρνηση Σαμαρά! Θύμα αυτής της οπισθοχώρησης είναι η νέα Αν. Υπουργός, Σία Αναγνωστοπούλου που εκφράζοντας το αυτονόητο για την προτεραιότητα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, έγινε το εύκολο θύμα για όλους αυτούς τους γνωστούς κύκλους. Βρέθηκε να απολογείται για την κυβέρνηση Σαμαρά (!) – περίπου ― και για την ελευθερία στη σφαίρα της ατομικής συνείδησης, μερικούς  αιώνες μετά το Διαφωτισμό.  Και στοχοποιείται με τα ίδια ταπεινά σεξιστικά επιχειρήματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για αρκετές γυναίκες στην πολιτική και την ακαδημαϊκή ζωή, μέχρι και πολύ πρόσφατα.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα

Είναι όμως ώρα, καθώς η Αριστερά στην εξουσία  ωριμάζει, να αντιληφθεί τη αναγκαία σύνδεση πολιτικών αλλαγών και κοινωνίας και να αποφεύγει να δέχεται αχρείαστη κριτική και να «πλακώνεται» όταν το επιλέγουν οι αντίπαλοί της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ζήτημα-κλειδί για τον κόσμο της Αριστεράς του «Χωρισμού Κράτους - Εκκλησίας». Φυσικά, είναι ερμητικά κλειστό για την ατζέντα αυτής της κυβέρνησης και θα συνεχίσει να είναι για πολύ καιρό. Όχι επειδή η ηγεσία οπισθοχωρεί υποχρεωτικά αλλά επειδή η ίδια η Αριστερά πρέπει να αντιληφθεί πως οι  αλλαγές δεν επέρχονται εξαιτίας της δικής της ιδεολογικής καθαρότητας αλλά λόγω των γενικότερων κοινωνικών και πολιτικών ισορροπιών. Έτσι λοιπόν, στη χώρα με την πλέον συντριπτική θρησκευτική υπεροχή δεν θα ανοίξει μια τέτοια συζήτηση επειδή μια μερίδα των πολιτών έχει διαφορετικές πεποιθήσεις, ακόμη και αν σε επίπεδο στελεχιακό κυριαρχεί στην διακυβέρνηση της χώρας !

Θα ανοίξει, αν ποτέ οι συνθήκες θα είναι ώριμες στην κοινωνία με όρους πολιτικούς εκτός αν κάποιος περιμένει ότι στη χώρα με τις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας η κοινωνία τέμνεται με τη μαρξιστική ανάλυση.  Αν στο δυτικό κόσμο, ο διαχωρισμός έχει επιτευχθεί σε ένα στάδιο, δεν είναι επειδή μειοψηφούν οι θρησκείες και πλειοψηφεί η Αριστερά αλλά επειδή οι κοινωνίες ωρίμασαν πολιτικά και η Εκκλησία συγκατατέθηκε έστω με κάποιο τρόπο. Αστικά ήταν τα κόμματα που οδήγησαν τις χώρες τους σε κάποιο χωρισμό, ενώ και ο βαθμός αυτού του χωρισμού της  οργανωμένης θρησκείας από το κράτος είναι ένα ζήτημα σύνθετο.

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της  πολιτικής ονοματοδοσίας, η οποία νομοθετήθηκε από το Κ. Καραμανλή  το 1976  χωρίς «να ανοίξει μύτη», πολύ πριν ο Α. Παπανδρέου θεσμοθετήσει τον πολιτικό γάμο, εν μέσω σφοδρών αντιδράσεων ...

Ζήτημα πολιτικής και ισορροπιών

Άρα είναι αναγκαίο να αντιληφθεί κανείς πως ο χειρισμός αυτών των υποθέσεων δεν απαντά σε ζητήματα θρησκευτικής συνείδησης ή αθεΐας αλλά πολιτικής σκέψης και επιχειρημάτων.  Αν κάποιος επιθυμεί να αποτρέψει την οπισθοδρόμηση σε μικρά και καθημερινά ζητήματα και να απαντήσει και στις σύγχρονες και αλλαγμένες  κοινωνίες, ειδικά στα αστικά κέντρα, δεν θα το καταφέρει επειδή διαφημίζει τη διαφοροποίησή του από τους θρησκευόμενους αλλά επειδή θα διαμορφώσει πολιτικά επιχειρήματα  χωρίς να θίξει.  Να αποφύγει δηλαδή τον τίτλο της Αριστεράς που χάνει το δίκιο της, επειδή πιστεύει τόσο πολύ σε αυτό...

Τέλος, καθήκον της πολιτείας, για να αποδειχθεί  αν διακατέχεται από πολιτική συνέπεια, είναι να εξασφαλίσει ότι οι όποιες προϋποθέσεις τεθούν, θα ισχύουν και για τους γονείς των μαθητών, οι οποίοι έχουν υποχρεωθεί  από ένα άλλο ― αμφιλεγόμενο κατά τα άλλα ― νομοθέτημα της  κυβέρνησης Σαμαρά,  να παρακολουθούν το μάθημα του Κορανίου. Και αυτό είναι εξόχως σημαντικό.

ΥΓ

Με αφορμή το Υπουργείο Παιδείας, ίσως η γελοιοποίηση με τις αλλαγές του ονόματος κάθε Υπουργείου σε κάθε ανασχηματισμό, ώρα είναι να τελειώνει με την κυβέρνηση της Αριστεράς στο τιμόνι. Οι εποχές που οι τίτλοι των υπουργείων μπορούσαν να αλλάξουν τις πολιτικές, έχει παρέλθει. Επιπρόσθετα, οι ιστοσελίδες των υπουργείων συνεχίζουν να μαρτυρούν με την παρατεταμένη ανακατεύθυνση από τις αρχικές  ονομασίες, την ματαιότητα, τη γελοιότητα αλλά  και την απίστευτη και αχρείαστη γραφειοκρατία που δημιούργησαν οι αλλαγές όλα αυτά τα χρόνια. Με ένα ΠΔ μπορεί αυτή η κυβέρνηση να αποφύγει σπατάλη εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Ευκαιρία είναι...

Γιάννης Σιδηρόπουλος
isidister@gmail.com