Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ είναι ο άνθρωπος που χρεώθηκε τον περίφημο «λάθος πολλαπλασιαστή» - κοινώς, την υποτίμηση των υφεσιακών επιπτώσεων της υπερβολικής δόσης λιτότητας που χορηγήθηκε στο ελληνικό δράμα.

Ο νυν επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου Μορίς 'Ομπστφελντ επιλέγει να πιάσει την εξίσωση από την ακριβώς αντίθετη άκρη: Βγήκε χθες… εξ αριστερών όχι μόνον απέναντι στο δόγμα Σόιμπλε, αλλά και σ’ αυτό καθ’ αυτό το νεοφιλελεύθερο DNA του ΔΝΤ για να δηλώσει ότι «υπάρχουν όρια στον πόνο που μπορεί να αντέξει μια οικονομία».
 
«Οι φτωχοί υποφέρουν δυσανάλογα πολύ»…

Και να διακηρύξει, επίσης, ανοιχτά ότι στις περιπτώσεις σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής «οι φτωχοί υποφέρουν δυσανάλογα πολύ», ότι απαιτείται αυτόματος «κόφτης» στη λιτότητα σε περιόδους οικονομικής κάμψης, κι ότι εδώ που έχει φθάσει, εν προκειμένω, η Ελλάδα η μόνη λύση είναι να αναλάβουν σημαντικό κόστος οι πιστωτές της μειώνοντας δραστικά το χρέος της.
Η εν λόγω διακήρυξη θα μπορούσε άνετα να προέρχεται κι από στελέχη του προ-μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ. Δεν πρόκειται όμως για… ρομαντική στροφή του οικονομικού μοντέλου, δεν καταρρέει ο καπιταλισμός, ούτε υφίσταται ιδεολογική μετάλλαξη το νεοφιλέλευθερο δόγμα.
 
Η Ουάσιγκτον, το Βερολίνο κι η ελληνική αποτυχία
 
Απλώς, το ΔΝΤ πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει και αύριο, και τούτο μπορεί να συμβεί μόνον εάν καταφέρει να αποτινάξει από πάνω του το στίγμα της παταγώδους – διπλής – αποτυχίας στην ελληνική κρίση. Το ΔΝΤ, επίσης, οφείλει να βάλει πλάτη στα συμφέροντα του μεγαλύτερου μετόχου του, των Ηνωμένων Πολιτειών, που προ πολλού πλέον έχουν βγει από τα ρούχα τους με τις γερμανικές αντιπληθωριστικές, μονεταριστικές και ηγεμονικές εμμονές.

Το Βερολίνο επιμένει να παράγει υπερβολικά πλεονάσματα, να εξάγει υπερβολική λιτότητα και να τροφοδοτεί με στρεβλώσεις μια υβριδική νομισματική και οικονομική ένωση που, επί επτά χρόνια τώρα, δοκιμάζει τα όρια του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Κι η Ουάσιγκτον ουδεμία διάθεση έχει να κληθεί να πληρώσει τον λογαριασμό του επόμενου ντόμινο που μπορεί να προκαλέσει το σκάσιμο της όποιας ευρωπαϊκής φούσκας – είτε τραπεζικής, είτε κρατικής.

Ως εκ τούτων, και ανεξαρτήτως του εάν το Ταμείο θα παραμείνει ενεργό ή ημι-ενεργό στο τρίτο ελληνικό Μνημόνιο, τα μηνύματα Ομπσφελντ έχουν την δική τους ιδιαίτερη αξία στη διατλαντική σκακιέρα. Πόσο μάλλον, αφού έρχονται στον θερμό ακόμη απόηχο της ανατρεπτικής έκθεσης τριών οικονομολόγων του ΔΝΤ, των Τζόναθαν 'Οστρι, Πρακάς Λουνγκανί και Νταβίντ Φουρσενί – μιας έκθεσης που συνιστά την πιο δριμεία, έως τώρα, εκ των έσω κριτική στο νεοφιλελεύθερο δόγμα.
 
Neoliberalism: Oversold?

Οι τρεις οικονομολόγοι σαφώς και δεν αποτελούν την πλειοψηφική τάση εντός του Ταμείου, η δημοσίευση όμως της έκθεσής τους στο τεύχος Ιουνίου του περιοδικού «Finance & Development» σηματοδοτεί, εξίσου σαφώς, την πρόθεση να ανοίξει δομικά πλέον μια συζήτηση για τα όρια του δόγματος της λιτότητας.

Και μόνον ο τίτλος της έκθεσης, άλλωστε, ήταν χαρακτηριστικός: «Neoliberalism: Oversold?», ερωτούν τα τρία στελέχη του ΔΝΤ αμφισβητώντας ανοιχτά, και αποδομώντας με στοιχεία και αριθμούς την αποτελεσματικότητα του δόγματος των δημοσιονομικών σοκ.

Το πρώτο, και βασικό συμπέρασμα των τριών είναι ότι οι ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ενίοτε «αντί να οδηγήσουν στην ανάκαμψη διευρύνουν την κοινωνική ανισότητα θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την αειφόρο ανάπτυξη».

Αντλώντας παραδείγματα από τις χώρες στις οποίες εφαρμόστηκαν αυτές οι πολιτικές διαπιστώνουν ότι οι πολιτικές λιτότητας στην πράξη απλώς μετακυλύουν το κόστος από την όποια εξοικονόμηση των δαπανών, καθώς αυξάνουν τις ανάγκες για διάθεση κονδυλίων υπέρ της κοινωνικής πρόνοιας.
 
Το κόστος της «ηρωϊκής» λιτότητας

Και προς απόδειξη τούτου, παραθέτουν τους απλούς αριθμούς: Όπως υπολογίζουν, κατά μέσο όρο μία δημοσιονομική προσαρμογή της τάξεως του 1% του ΑΕΠ, έχει ως συνέπεια την αύξηση της ανεργίας κατά 0,6% και παράλληλη άνοδο κατά 1,5% του δείκτη ανισότητας Gini μέσα σε μία πενταετία. Κοινώς, ό,τι κερδίζεται από τις περικοπές και την λιτότητα, χάνεται στην ανεργία, την πτώση της κατανάλωσης και τις αυξημένες δαπάνες που χρειάζονται για την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

‘Η άλλως, η συνταγή της «ηρωϊκής» λιτότητας  -όπως θα έλεγε και η Κριστίν Λαγκάρντ- που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα και την οποία εξακολουθεί να αποθεώνει η σχολή Σόιμπλε, απλώς δεν λειτουργεί. Και το ΔΝΤ μπορεί και να μην έχει κανέναν λόγο ύπαρξης στο μέλλον, εάν συνεχίσει να εφαρμόζει ένα μοντέλο που απειλεί να εξελιχθεί σε Δούρειο 'Ιππο του νεοφιλελευθερισμού…