Μερικοί επιστήμονες μελετούν τα ενεργά ηφαίστεια για να αποκρυπτογραφήσουν τα πετρώματα. Άλλοι μελετούν τα σήματα που μας έρχονται από το διάστημα ή αναλύουν πως συμπεριφέρονται τα ζώα. Κι έπειτα υπάρχουν οι κυβερνο - εθνολόγοι που αφιερώνονται στη μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι συμπεριφέρονται στο διαδίκτυο. 

Τα εκατέρωθεν επιχειρήματα κυβερνούν τον διαδικτυακό κόσμο κι αυτό μερικές φορές μπορεί να είναι διασκεδαστικό, ωστόσο, κάποιες φορές δεν παίρνει πολύ για να ολισθήσει σε ένα κυκεώνα προσβολών, παρενοχλήσεων ή και χειρότερα. Αυτός είναι ο τομέας που κυριαρχούν τα τρολ, το σκοτεινό διαδικτυακό περιβάλλον που οι κυβερνο - εθνολόγοι επιχειρούν να «διαβάσουν». 

Αυτό το Μάιο κλείνουν δέκα χρόνια από την απαγωγή της τριών ετών Μαντλίν ΜακΚαν από το σπίτι που έκανε διακοπές με την οικογένειά της στην Πορτογαλία. Η υπόθεση καλύφθηκε από όλα τα μίντια παγκοσμίως, ενώ αποτελούσε πρώτο θέμα για παρά πολύ καιρό στα βρετανικά ταμπλόιντ. Η υπόθεση θεωρείται άλυτη έως και σήμερα.

Ωστόσο, ακόμη και μια δεκαετία αργότερα, μια ομάδα από τρολ του twitter, που λειτουργούν με ψευδώνυμα και είναι πεπεισμένοι ότι έχουν αποδείξει την ενοχή των γονιών αναφορικά με την εξαφάνιση του παιδιού τους, ανταλλάσσουν περίπου 100 μηνύματα την ώρα για την υπόθεση, συζητώντας σε απευθείας σύνδεση κάθε ημέρα. 

Ο Τζον Σίνοτ, λέκτορας ερευνητικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάντερσφιλντ στη Βρετανία, ενδιαφθηκε για την ομάδα αυτή από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε το 2012. «Ήταν κάπως οργανωμένη κι επαναλαμβανόμενη αλλά ο όγκος των πληροφοριών ήταν πραγματικά περίεργος», δήλωσε ο Σίνοτ στην Whashington Post

Ο Σίνοτ και οι συνεργάτες του αποφάσισαν να ρίξουν φως στη λειτουργία αυτής της ομάδας στο διαδίκτυο και κατ’ επέκακταση στο τρόλινγκ. Το τρόλινγκ συγκεντρώνει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον αυτή τη στιγμή, ωστόσο, το σώμα εργασίας της επιστημονικής κοινότητας είναι πολύ μικρό. Αυτό ήταν που παρακίνησε τον Σίνοτ. 

Την έρευνα της ομάδας του για την «ανθρώπινη συμπεριφορά και τους υπολογιστές» παρουσίασε το Nature σε σχετικό editorial. Κατά την έρευνα οι ψυχολόγοι προσπάθησαν να εμπλακούν ενεργά στην κοινότητα των τρολ για να μελετήσουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους. 

«Ως ψυχολόγοι θα πρέπει να διερευνήσουμε τη συμπεριφορά αυτή και να δούμε πώς μπορούμε να συμβάλουμε στην κατανόηση της», δηλώνει ο Σίνοτ. «Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι τα τρολ προσεγγίζουν τη δραστηριότητά τους με συστηματικό τρόπο, λειτουργούν στο πλαίσιο υποστηρικτικών κοινοτήτων, ακολουθούν ρουτίνες και δεν είναι ανοιχτοί στην αλλαγή αυτής της συμπεριφοράς επειδή δεν καλωσορίζουν αντίθετες απόψεις». 

Το τρόλινγκ είναι δύσκολο να καθοριστεί γιατί δεν είναι πάντα το ίδιο. Περιλαμβάνει έναν συνδυασμό ανειλικρίνειας, προκλητικότητας και προκαλεί ζημιά αλλά όχι πάντα με αυτή τη σειρά ή με την ίδια ισορροπία. Στην περίπτωση της ομάδας ΜακΚαν, αναφέρει η Washington Post, θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι οι πιο αφοσιωμένοι από τους συμμετέχοντες έχουν στόχο τη διασκέδαση σε βάρος κάποιου άλλου. 

«Αυτό που με ενδιαφέρει είναι κάτι που οι άνθρωποι βλέπουν ως μέρος της ταυτότητάς τους», λέει ο Σίνοτ και εξηγεί ότι τα βασικά μέλη της ομάδας ΜακΚαν «ξυπνούν για να συμμετάσχουν σε αυτό». Πολλοί συμμετέχουν ανώνυμα. Αυτή η ανωνυμία, σύμφωνα με τον Σίνοτ, τους παρέχει ένα επίπεδο προστασίας ώστε να καταργούν τα όρια αυτού που θα μπορούσε να θεωρηθεί μια εποικοδομητική συζήτηση. 

Η ομάδα ΜακΚαν ορίζεται τόσο από την πίστη της στην ενοχή των γονέων του κοριτσιού όσο και από τη συμπεριφορά απέναντι σε εκείνους που διαφωνούν μαζί τους. «Είστε είτε μαζί τους, είτε εναντίον τους. Αν είστε εναντίον τους, τότε θα τα ακούσετε». Στην πραγματικότητα, περιγράφει ο Σίνοτ, εντοπίζουν όσους κάνουν σχόλια για την υπόθεση και τους ποστάρουν προσβλητικές εικόνες και μηνύματα με σκοπό να πάρουν «κεφάλι» από τους αντιπάλους, δηλαδή, αυτούς που υπερασπίζονται τους γονείς της Μαντίλ και πιστεύουν ότι δεν συμμετείχαν στο θάνατο της κόρης τους. 

Προκειμένου να έχουν πραγματική εμπειρία από τη λειτουργία του γκρουπ ο Σίνοτ και η ομάδα του αποφάσισαν να ενσωματωθούν σε αυτή. Όταν η παρουσία τους έγινε αντιληπτή από τα μέλη της αντί - ΜαΚαν κοινότητας το πιο ευγενικό μήνυμα που εστάλη ως απάντηση στις ερωτήσεις των φοιτητών ψυχολογίας που μελετούσαν τα τρολ ήταν «χρειάζεται καλύτερα αγγλικά για να πάρεις ντοκτορά, φίλε». 

Τα πράγματα πήραν πιο άσχημη τροπή όταν οι επιστήμονες προσπάθησαν να εισάγουν κάποια επιστημονικά δεδομένα στην συζήτηση. Μεγάλο μέρος της καχυποψίας ενάντια στην οικογένεια ΜακΚαν ξεκίνησε από έναν ισχυρισμό της πορτογαλικής αστυνομίας ότι τα σκυλιά είχαν εντοπίσει αποδείξεις για μια σορό στο σπίτι που έκαναν διακοπές. Δεν ασκήθηκαν διώξεις. 

Όταν ένας από τους ψυχολόγους δημοσίευσε μια αναφορά σε ένα ακαδημαϊκό έγγραφο που έλεγε ότι τα σκυλιά κάνουν συχνά λάθη όταν ο καιρός είναι ζεστός και κάλεσε τους άλλους σε συζήτηση, τα τρολ απάντησαν με ύβρεις και επιθέσεις κατά του ερευνητή, τον επισήμαναν ως «δόλωμα» και τον απέκλεισαν όταν προσπάθησε να κατευθύνει τη συζήτηση πίσω στα ευρήματα. «Δεν ενδιαφέρομαι για το ηλίθιο άρθρο», ήταν μια από τις απαντήσεις που έλαβε, ο ψυχολόγος ερευνητής. 

Προηγούμενη έρευνα για τα τρολ εντόπισε ότι χρησιμοποιούν συγκεκριμένες εκφράσεις που λειτουργούν ως «τηλεκάρτες» για να αυξήσουν τη δραστηριότητά τους. Η λέξη «δόλωμα» - που σημαίνει ότι ο ερευνητής είχε ‘σταλεί’ από την οικογένεια ΜακΚαν για να προστατεύσει τη φήμη της - λειτούργησε σαν κόκκινο πανί και οδήγησε όλο και περισσότερα τρολ να συμμετέχουν στη συζήτηση. 

Σύμφωνα με το Nature, που παρουσίασε την έρευνα ένα βασικό θέμα των μηνυμάτων της κοινότητας αντι - ΜακΚαν είναι η μητρότητα και η πατρότητα. Τα τρολ υποστηρίζουν ότι θα είχαν συμπεριφερθεί διαφορετικά, τόσο πριν, όσο και μετά την απαγωγή. Αυτό οι ψυχολόγοι το αποκαλούν αποσύνδεση και θα μπορούσε να προκύπτει από μια παράλογη πεποίθηση ότι οι γονείς που απομακρύνουν τον εαυτό τους από τα δεινά της οικογένειας ΜαΚαν, με κάποιο τρόπο κρατούν τα παιδιά τους ασφαλή. Ένα πιο ταπεινό κίνητρο είναι το να μπορείς να εξαπολύεις ύβρεις ανώνυμα. 

Καταλήγοντας, ο ίδιος ο Σίνοτ, δήλωσε στην Washington Post, ότι η έρευνα της ομάδας του απλά ξύνει την επιφάνεια του φαινομένου και των ερωτημάτων που τον ώθησαν σε αυτή. «Είναι  ένα όχημα για να τεθούν πολύ μεγαλύτερα ζητήματα. Τι αντιπροσωπεύει πραγματικά η online ταυτότητά μας; Τι αντιπροσωπεύει η ανωνυμία; Και πως μπορούμε ως ψυχολόγοι να κατανοήσουμε το φαινόμενο;»