Εκφράζεται αυτή η κρίση και στις τοπικές κυρίαρχες ελίτ;

Η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού και του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης τα τελευταία 30-40 χρόνια έγινε βασικά υπό την ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και δευτερευόντως του βιομηχανικού. Αυτό είχε σαν συνέπεια πλεονεκτήματα για την χρηματοπιστωτική οικονομία και τον τριτογενή τομέα, έναντι της πραγματικής οικονομίας του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα.

Οι πολιτικές ηγεμονίας στη διαδικασία παγκοσμιοποίησης οδήγησαν στη διαμόρφωση σιγά –σιγά δύο συγκρουόμενων πόλων

1) Από τη μια τα τμήματα των διεθνών κεφαλαίων που θέλουν να βάλουν φραγμούς στην παγκοσμιοποίηση και να προστατεύσουν την πραγματική παραγωγή στη Δύση-Βορρά(κύρια στις ΗΠΑ) από την μεγάλη απειλή της Κίνας-Γερμανίας, που κυριάρχησαν στο διεθνές εμπόριο μέσω των εξαγωγών των προϊόντων της παραγωγής τους πετυχαίνοντας μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα.

2) Από την άλλη είναι τα κεφάλαια –κυρίως επενδυμένα στη χρηματική οικονομία, τις επικοινωνιακές-ψηφιακές τεχνολογίες αιχμής και στις υπηρεσίες- που επωφελήθηκαν περισσότερο από την παγκοσμιοποίηση -και δεν θέλουν κανένα φραγμό- επειδή κυκλοφορούν πολύ πιο γρήγορα ανά τον κόσμο και κερδοσκοπούν εκτός πραγματικής υλικής παραγωγής και επειδή είναι τοποθετημένα σε παραγωγικές δραστηριότητες που υπερτερούν σε παραγωγικότητα και κερδοφορία.

Ο πρώτος πόλος εκφράζεται σήμερα από τον προστατευτισμό του οικονομικού προγράμματος του Τραμπισμού στην «ηγέτιδα» της παγκοσμιοποίησης, που μπορεί να εξελιχθεί και  σε ένα αμερικάνικου τύπου μερκαντιλισμό. Πολιτικά εκφράζεται στον νέο ακροδεξιό λαϊκισμό-με διαφορετικές μορφές στις διάφορες χώρες- που “πουλάει” στους άνεργους και φτωχοποιημένους την υπόσχεση προστασίας των θέσεων απασχόλησης τους με τον εμπορικό  προστατευτισμό αλλά και τους ρατσιστικούς φραγμούς στα σύνορα.

Ο δεύτερος πόλος προωθεί τις διεθνείς συμφωνίες τύπου TTIP, TISA, CETA, TPP για την άρση κάθε φραγμού στις δραστηριότητές του σε παγκόσμιο επίπεδο[1] και πολιτικά εκφράζεται στην παραδοσιακή κεντροδεξιά σε ΕΕ και ΗΠΑ, τον Μερκελισμό, αλλά και στο νεοφιλελεύθερο κέντρο και την νεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία (Κλίντον, Μπλερ, Σρέντερ, Σουλτς, κλπ).

Αυτή η σύγκρουση αναπαράγεται στο πολιτικό επίπεδο σχεδόν σε κάθε «αναπτυγμένο» κράτος της Δύσης-Βορρά.  Η νέα ακροδεξιά ισχυροποιείται -εκτός από τη Γαλλία, Αγγλία, Αυστρία, Ολλανδία, Ουγγαρία κ.λπ. στην Ευρώπη- και στη Γερμανία. Το όχημα βέβαια και εδώ είναι η ξενοφοβία, αλλά το οικονομικό πρόγραμμα του AfD κινείται περισσότερο προς τη κατεύθυνση της  τρέχουσας γερμανικής πολιτικής του Σόιμπλε(με ακόμη σκληρότερο νεοφιλελευθερισμό και εχθρότητα προς την Ευρωπαϊκή περιφέρεια) και όχι προς τον προστατευτισμό του Τραμπ ή της Λε Πεν.

Ο διεθνής ενοποιητικός παράγοντας της νέας ακροδεξιάς είναι βασικά η ξενοφοβία και ο εθνικισμός [2] και όχι οπωσδήποτε ο προστατευτισμός της πραγματικής οικονομίας σε κάθε χώρα. Μέχρι τώρα αυτό έχει δυσκολέψει και την σύγκλιση γερμανικής και  γαλλικής ακροδεξιάς. Η Λε Πεν προωθεί τον προστατευτισμό της γαλλικής παραγωγικής οικονομίας στα λόγια, όπως ακριβώς το κάνει και ο Τράμπ στα ακροατήριά του, ενώ αντίστοιχα, η Ιταλική Λέγκα του Βορρά είναι το ίδιο προστατευτική. Αντίθετα η Ολλανδική ακροδεξιά δεν κάνει το ίδιο, αφού η «παγκοσμιοποιημένη» λογική του Ολλανδικού κεφαλαίου δεν το επιτρέπει.

Στις ΗΠΑ η εξωτερική πολιτική του Τράμπ φαίνεται να καθορίζεται από το σύνθημά του: «Πρώτα η Αμερική»[3], πράγμα που η «παγκόσμια κοινότητα» φαίνεται να το αντιλαμβάνεται σαν απομόνωση και περιορισμό των ΗΠΑ μόνο στις σφαίρες επιρροής των και ότι θα παραιτηθεί από την «παγκόσμια ηγεμονία». Όμως, υπό το πρίσμα της μειωμένης παραγωγικότητας-ανταγωνιστικότητας των ΗΠΑ, είναι πιθανό –για τη συνέχιση της ηγεμονίας-να χρησιμοποιήσει το χαρτί της στρατιωτικής ισχύος, αλλά θα απαιτήσει-όπως άφησε να διαφανεί σε δηλώσεις του-από την Ευρώπη και ιδίως από Γερμανία να χρηματοδοτήσει τις πρόσφατες εγκαταστάσεις μονάδων του ΝΑΤΟ σε Πολωνία, Βαλτικές χώρες κ.λπ. Στην περίπτωση της Ιαπωνίας μάλλον θα ανταλλάξει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Άπω Ανατολή με επενδύσεις από την Ιαπωνία στις ΗΠΑ, από ότι φάνηκε στην πρόσφατη επίσκεψη του Άμπε στην Ουάσιγκτον.

Σε σχέση με την Κίνα όμως τα πράγματα περιπλέκονται. Ο «απομονωτισμός» των ΗΠΑ δεν συνδυάζεται με τη συγκρουσιακή διάθεση της κυβέρνησης Τράμπ απέναντί της. Αν εννοεί πραγματικά τον απομονωτισμό σαν γραμμή της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής του, τότε μπορεί το πεδίο να γίνει ελεύθερο για την Κινεζική οικονομία  στις περισσότερες περιοχές του πλανήτη και η Κίνα να ηγεμονεύσει, ιδίως στην Ανατολή και τον Ειρηνικό(βλέπε π.χ. αποχή από τη συμφωνία ΤΡΡ), πράγμα που θα είναι ενάντια στις αμερικάνικες πολυεθνικές.

Γενικά, αν την πολιτική που εξαγγέλλει την εννοεί και πραγματικά, τότε αυτή μπορεί να οδηγήσει σε εμπορικό πόλεμο, αλλά και σε κατάρρευση των αγορών χρήματος και κεφαλαίων. Αν επιδιώξει τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ απαιτώντας ακριβότερο ευρώ από την Ευρωζώνη[4] και ακριβότερο Γουάν από την Κίνα, τότε θα διακινδυνεύσει τον ρόλο του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, ενώ θα ανέβουν οι τιμές του πετρελαίου(πέφτει το δολάριο= ανεβαίνει το πετρέλαιο). Επίσης, αν η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ κόψει καινούργια δολάρια για να χρηματοδοτήσει τις κρατικές επενδύσεις που υποσχέθηκε ενώ ταυτόχρονα θα μειώνει τους φόρους των επιχειρήσεων, τότε θα έχει σαν αποτέλεσμα τον πληθωρισμό του δολαρίου.

Σε σχέση με τη Ρωσία η πολιτική του είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό. Είναι πάντως σίγουρο ότι δεν μπορεί για παράδειγμα, ο Τράμπ να μοιράσει την Ουκρανία και την Ανατολική Ευρώπη με τον Πούτιν, χωρίς να αντισταθούν σε αυτό οι διάφορες εθνικιστικές δυνάμεις στην περιοχή και η κοντινή Γερμανία. Η φαινομενικά απλή εξίσωση στη παγκόσμια σκακιέρα, αρχίζει και περιπλέκεται σχεδόν πάντα-όπως συνέβη και συμβαίνει στη μέση Ανατολή και Αφρική- όταν υπάρχουν τρίτες δυνάμεις που ενδιαφέρονται άμεσα ή έμμεσα και εμπλέκονται οι τοπικές δυνάμεις και οι λαοί. Εξάλλου, υπάρχουν παραδοσιακοί Ρεπουμπλικανοί που εξακολουθούν να βλέπουν την Ρωσία σαν τον μεγάλο αντίπαλο και μάλλον θα εναντιωθούν σε παραχωρήσεις προς στον Πούτιν.

Όσον αφορά στην Ευρώπη πιο συγκεκριμένα: η σύγκρουση και η κρίση στο εσωτερικό των ελίτ της είναι κρίσιμης σημασίας και για την χώρα και την ελληνική κυβέρνηση. Οι μέχρι τώρα πολιτικές ισορροπίες αυτής της σύγκρουσης εκφραζόταν πολιτικά από απόψεις τύπου Σόιμπλε ή Φιγιόν που ενώ είναι τάσεις στην παραδοσιακή κεντροδεξιά, οικοδόμησαν και οικοδομούν συγγένειες με τη νέα ακροδεξιά. Ειδικά ο Σόιμπλε, ενώ δεν δέχεται τον «οικονομικό εθνικισμό» του Τράμπ[5], προσβλέπει βασικά σε μια «Γερμανική Ευρώπη», έστω και μικρότερη από τη σημερινή, με πυρήνα Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο( ή σε περίπτωση μη συμμετοχής της Γαλλίας τη δημιουργία καθαρού γερμανικού πυρήνα- με Ολλανδία, Αυστρία, Τσεχία), που θα έστηναν νέα νομισματική ένωση με κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική.

Με μια τέτοια μικρότερη ή μεγαλύτερη «γερμανική Ευρώπη», ο Σοϊμπλισμός(σαν δεύτερο ποδάρι του Μερκελισμού που έτσι και αλλιώς προτείνει τελευταία Ευρώπη δύο ή και περισσότερων ταχυτήτων) θα διαπραγματευόταν σε ισότιμη βάση με τον Τραμπισμό για ένα πακέτο διμερών οικονομικών σχέσεων, αντί του παγκοσμιοποιητικού πακέτου των συμφωνιών τύπου ΤΤΙΡ και TISA, εξισορροπώντας έτσι τη σύγκρουση των ελίτ που προαναφέραμε, αλλά και αμβλύνοντας τις διαφορές δεξιάς και ακροδεξιάς, χωρίς βέβαια να τις εξαλείψει εντελώς.

 Η μεγαλύτερη όμως ανησυχία του Βερολίνου και των γραφειοκρατών των Βρυξελλών είναι-εκτός του ότι οι ευρωπαίοι «από κάτω» απορρίπτουν την ευρωζώνη κάθε φορά που τους δίνεται η ευκαιρία να εκφραστούν με δημοψηφίσματα- ότι έχουν αρχίσει να αμφισβητούν την Ευρωζώνη και σημαντικά τμήματα των οικονομικών ελίτ, εκτός του γερμανικού χώρου. Πρόκειται για τμήματα που συνειδητοποιούν ότι το ευρώ και η ΕΕ μπορεί μεν στην αρχή να τα ευνόησαν με μια αναδιανομή πλούτου από τους φτωχούς προς τις τοπικές ελίτ, αλλά στη συνέχεια βοήθησαν περισσότερο τη γερμανική ελίτ, διαλύοντας τις βιομηχανικές δομές και το εμπόριο όλων των άλλων χωρών. Στα αγγλοσαξωνικά κυρίως ΜΜΕ-αλλά και της Νότιας Ευρώπης και Ελλάδας- αναδείχθηκαν τα μεγάλα οφέλη που είχε από το ευρώ η γερμανική ανταγωνιστικότητα με τα πλεονάσματα που συσσωρεύει και σε αυτό το γεγονός οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και το Brexit.

 Η ελληνική βέβαια ελίτ δεν βλέπει μέλλον για αυτήν εκτός Ευρωζώνης, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ελλήνων «από κάτω», που σιγά-σιγά πείθεται για αυτό. Παραμένει βέβαια το ερώτημα για αυτήν αν η σε ένα βαθμό εξελισσόμενη κρίση μεταξύ των δύο πόλων της παγκόσμιας και των τοπικών ελίτ θα εξελιχθεί και σε σύγκρουση ΗΠΑ-Ε.Ε.(με πεδίο σύγκρουσης και την Ελλάδα και το χρέος της). Με ποιόν πόλο να συνταχθεί; Ένα μέρος της-κύρια το τραπεζιτικό κεφάλαιο-εκφράζεται πολιτικά από τη Ν.Δ. του Μητσοτάκη που πιστεύει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι διαχειρίσιμο και βιώσιμο και έτσι συντάσσεται με την χρημοτοπιστωτική ελίτ, ενώ ένα άλλο μέρος της εκφράζεται από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που πιστεύει ότι πρέπει να γίνει «κούρεμα του χρέους», ώστε να επιστρέψουν οι επενδύσεις στην πραγματική οικονομία της χώρας και να επανέλθει η «ανάπτυξη»[6].

Η συγκρότηση ενός κοινωνικού κινήματος των ελλήνων «από κάτω», που θα απαιτήσει να μην είναι πια τα συνήθη «υποζύγια» της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ενδο-ελιτικής σύγκρουσης, θα είναι και το πρώτο βήμα για μια διέξοδο από την κρίση. Με στάση πληρωμών προς τους διεθνείς «επενδυτές», με έξοδο από το ευρώ, αλλά όχι σύνδεση με το δολάριο(πράγμα που θα είναι το ίδιο) και με στροφή στην ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση. Η επιλογή της στρατηγικής της περιφερειοποίησης-τοπικοποίησης, της άμεσης δημοκρατίας, της κοινωνικής ισότητας και της οικολογικής ισορροπίας, θα είναι ίσως η πολιτική γραμμή που θα δώσει τη βιώσιμη λύση και στη χώρα και στην Ευρώπη και σε όλον τον πλανήτη( http://www.topikopoiisi.eu/902rhothetarhoalpha/brexit-t).

www.topikopoiisi.eu


[1] Πολλοί οι λόγοι για τους οποίους οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας έχουν βάλει στο στόχαστρο την πολιτική Τραμπ π.χ. με τις διαφημιστικές τους καμπάνιες. Ο «οικονομικός εθνικισμός» του, σε συνδυασμό με την bullying  εξωτερική πολιτική , μπορεί να υπόσχεται τεράστια κέρδη σε κατασκευαστικές εταιρείες και την πολεμική βιομηχανία, όχι όμως και στους τομείς της αμερικάνικης οικονομίας που απολάμβαναν τα οφέλη της οικονομικής παγκοσμιοποίησης με επενδύσεις σε χώρες φθηνής εργατικής δύναμης. Οι τελευταίοι τομείς μάλιστα στελεχώνονται βασικά από ξένο προσωπικό υψηλής κατάρτισης και πολύ συχνά παράγουν-όταν παράγουν- σε εργοστάσια κολαστήρια της Κίνας ή του Μπαγκλαντές.
 
[2] Όλοι φοβούνται για το τι νέο φρικώδες θα εξαγγείλει ο Τραμπ, αλλά στην πραγματικότητα πολλές από τις αποφάσεις του τις έχει υλοποιήσει ήδη η Ευρώπη, όπως για παράδειγμα: Τα τείχη της ντροπής έχουν υψωθεί στο Καλαι, στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, επίσης στη Σλοβενία, την Αυστρία και Ουγγαρία και μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα με τον φράχτη στον Έβρο. Το τέλος των εκτρώσεων στη Βόρεια Ιρλανδία ή στην Μάλτα, ενώ η Πολωνία βρίσκεται σε διαδικασία τελικής έγκρισης νομοθεσίας που θα απαγορεύει τις αμβλώσεις ακόμη και για θύματα βιασμού. Το κάψιμο σημαίας διώκεται ποινικά στην Αυστρία, τη Φινλανδία, τη Γερμανία, την Ιταλία και στην Πορτογαλία και φυσικά την Ελλάδα. Στη Γαλλία προβλέπεται πρόστιμο μόνο εάν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια δημόσιας τελετής. Την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ σαν πρωτεύουσας του Ισραήλ, που ανακοίνωσε ο Τραμπ, και που αποτελεί ουσιαστικά αναγνώριση των επεκτατικών πολέμων του Ισραήλ και έχουν καταδικαστεί και από τα Ηνωμένα Έθνη, ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ήδη το έχει κάνει, αφού αναφέρεται στην Ιερουσαλήμ σαν ιστορική πρωτεύουσα του κράτους του Ισραήλ. Τη διακοπή λειτουργίας σε μουσουλμανικά Τεμένη που έχει προειδοποιήσει ο Τραμπ, η Ελλάδα ούτε καν έχει επιτρέψει κάποια λειτουργία τους.  
 
[3] Το χρησιμοποίησε ο Τραμπ στην ομιλία του κατά την ορκομωσία.
 
[4] Έχει δηλώσει ότι το φθηνό ευρώ είναι υπέρ κυρίως της Γερμανίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας της στην εσωτερική αγορά των ΗΠΑ
 
[5] Κατηγόρησε μάλιστα για Τραμπισμό τον νέο υποψήφιο για την καγκελαρία σοσιαλδημοκράτη Σουλτς
 
[6] Αρκετά μέλη της σημερινής ελληνικής ελίτ μάλιστα έχουν προσχωρήσει στη θέση ότι εν ανάγκη αυτό να γίνει και με έξοδο από το ευρώ και σύνδεση της νέας δραχμής με το δολάριο, τώρα που στα πράγματα της υπερδύναμης έχει έλθει ο Τραμπ.