Η ψηφοφορία της Κυριακής για τον (την) επικεφαλής της κεντροαριστεράς έχει διπλό ενδιαφέρον: πρώτα επικοινωνιακό και μετά πολιτικό. Αντίθετα με τα θριαμβευτικά πρωτοσέλιδα για την «Φωνή Λαού», η συμμετοχή δεν ήταν τόσο υψηλή: στις εκλογές του 2012 όταν πρόεδρος εκλέχθηκε ο Ε. Βενιζέλος ήταν μεγαλύτερη κατά 25 περίπου χιλιάδες. Και τότε ψήφιζε μόνο το ΠΑΣΟΚ, ούτε το Ποτάμι ή οι οπαδοί του Γ. Καμίνη,  ενώ ο Βενιζέλος δεν είχε αντίπαλο, άρα η αναμέτρηση δεν είχε ενδιαφέρον.

Όμως ευφυώς ο κ. Αλιβιζάτος και  οι διοργανωτές της προχθεσινής αναμέτρησης φρόντισαν να βάλουν χαμηλά τον πήχυ («πάνω από 100 χιλιάδες θα είναι επιτυχία») ώστε η συμμετοχή των 210.000 που τελικώς ψήφισαν να πάρουν τον χαρακτήρα θριάμβου. Δεν απέμεναν παρά ένα fake ρεπορτάζ για την τρομάρα που έχει πέσει στου Μαξίμου («Τα Νέα») και ένας βουλευτής της ΝΔ που το παπαγάλισε (μπορεί να την πίστεψε κιόλας, κανείς δεν ξέρει με τους σημερινούς νεοδημοκράτες) ώστε η συμμετοχή να σημάνει την αρχή της επανεκκίνησης μιας παράταξης, σύμφωνα με τον Γ. Πρετεντέρη, «χωρίς δεξιές ή αριστερές ιδεοληψίες, χωρίς αντιδεξιές ή αντιαριστερές παπάρες» (sic). Το πρώτο δίδαγμα λοιπόν είναι: βάζε χαμηλά τον πήχυ.

Το δεύτερο είναι πολιτικό. Παρά την φθορά του χρόνου, τα σκάνδαλα στα οποία εμπλέκονται βασικά στελέχη του και ένα απίστευτο κομματικό δάνειο που θα είχε διαλύσει οποιοδήποτε άλλο κόμμα στην Ευρώπη, το ΠΑΣΟΚ διατηρεί έναν συμπαγή κομματικό μηχανισμό που κινητοποιείται σε κρίσιμες στιγμές. Ένα κομμάτι του δεν προσδοκά, παρά την επιστροφή στην εξουσία, από εδώ και το φλερτ με την ΝΔ που προηγείται στις δημοσκοπήσεις καθώς και το μίσος κατά του ΣΥΡΙΖΑ, που του την άρπαξε από τα χέρια.

Ένα δεύτερο όμως κομμάτι συνδέεται με την αυτοδιοίκηση, στην οποία το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά ερείσματα. Μόνο σφυρηλατώντας δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες και τις κοινωνικές δυνάμεις που την στηρίζουν, μπορεί μια παράταξη να περάσει τις δοκιμασίες που επιφυλάσσει πάντα η ιστορία.