Η   εικόνα   είναι   γνώριμη,   αρκεί   να   ανοίξει   κανείς   σιγά   σιγά   ένα εφηβικό δωμάτιο σε ένα μέσο ελληνικό σπίτι, αργά το βράδυ. Εκεί σκυμμένο πάνω σε βιβλία, τετράδια, βοηθήματα και με μια οθόνη υπολογιστή  ανοιχτή,   σχεδόν  κρυμμένο   από  τον  έξω  κόσμο  ένα παιδί γύρω στα 18, υποψήφιο της Γ΄ Λυκείου για τις Πανελλαδικές εξετάσεις.

Μετά από μια κοπιαστική ημέρα,  αφού ήχησε το τελευταίο σχολικό κουδούνι, αφού τέλειωσε το ιδιαίτερο στα Αρχαία, αφού έφυγε ο μαθηματικός   για   το   επόμενο   μάθημά   του,   αφού   σχόλασε   το βραδινό   τμήμα   στο   συνοικιακό   φροντιστήριο,   αφου…,   αφού…,αφού βγήκε το φεγγάρι. Για πολλούς από όσους βίωσαν την ίδια βάσανο, καθώς τα χρόνια έχουν   περάσει,   το   ερώτημα   είναι   πια   ρητορικό:   πόσες   ώρες εφηβικής   μοναξιάς   για   ένα   «Άριστα»;  

Πόσα   γέλια,   παιχνίδια, βόλτες, ερεθίσματα χαμένα στο βωμό της βαθμοθηρίας. Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, δεν ήταν η αριστεία ο αυτοσκοπός. Το πρόβλημα, δυστυχώς, είναι κοινωνικό, βαθύ και χειρότερο. Ο ανηλεής  ανταγωνισμός   μεταξύ   ανέμελων   εφήβω νήταν,  για  το   ποιος   τελικά   θα   καταλάβει  μια  από  τις  θέσεις  στο Πανεπιστήμιο της επιλογής του. Ο κανιβαλισμός   μεταξύ   συνομηλίκων   για   μια   θέση   στις«περιζήτητες Σχολές» ήταν, όμοιος –αν όχι και σκληρότερος- από όσα εξελίσσονται στα τηλεπαιχνίδια του συρμού.

Η αριστεία ερχόταν μετά και σχεδόν φυσικά ως αποτέλεσμα, αφού στο μεταξύ η πλειοψηφία των παιδιών βίωνε σχεδόν μαρτυρικά την εισαγωγή   στην Τριτοβάθμια   εκπαίδευση   μετά   από   έναν τουλάχιστον   χρόνο   απομόνωσης,   μονομέρειας,   απουσίας   από κάθε κοινωνικό, πολιτιστικό και πνευματικό γεγονός, με ελάχιστη έως καθόλου γυμναστική και διασκέδαση. Ποια άμιλλα, όταν ο διπλανός σου στη Θετική κατεύθυνση είναι ο εν δυνάμει αντίπαλός σου στην Ιατρική Σχολή, ποια κατάκτηση της γνώσης,   όταν   ο   συμμαθητής   σου   μπορεί   να   γράψει 300  μόρια περισσότερα από σένα για την Νομική; Μια   συστηματική   εκπαίδευση   των   εφήβων   στον   κυνισμό,   που αντιμετωπίζεται   σήμερα   με   κυνική   υποκρισία.  

Γιατί,   ποια επιβράβευση προσέφερε μέχρι τώρα η πολιτική τάξη της χώρας στους αριστούχους των ελληνικών Πανεπιστημίων; Για την ιστορία και μόνο, οι αριστούχοι των Τμημάτων των ΑΕΙ της Ελλάδας δεν διορίζονται αριστίδην στον δημόσιο τομέα στον κλάδο της ειδικότητάς τους, δεν εισάγονται απευθείας στο μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών της αρεσκείας τους, δεν ανταμείβονται αυτόματα με   κάποιου   είδους   υποτροφία   από   οποιονδήποτε  φορέα   και  ας αφιέρωσαν   ατελείωτες   ώρες   για   τουλάχιστον   τέσσερα   χρόνια, υπηρετώντας με πίστη και αφοσίωση την επιστήμη τους.

Στην   καλύτερη   περίπτωση,   βρίσκουν   μια   θέση   ημιαπασχόλησης ό,τι είδους στην αγορά, για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, μέχρι να προκηρυχθεί κάπως, κάπου, κάποτε μια θέση Λέκτορα ή ΠΔ407/80, την οποία ίσως (;) κατακτήσουν. Στο   μεταξύ,   όλοι   αυτοί   οι   εσχάτως   διαπρύσιοι   κήρυκες   της αριστείας, δεν  εισηγήθηκαν   επί  δεκαετίες   ούτε   μία   πολιτική,   δεν έκαναν νόμο του Κράτους ούτε μία ρύθμιση, δεν έφεραν έστω ούτε μια   τροπολογία   που   να   αποκαθιστά   ηθικά   πρωτίστως   όλους αυτούς,   για   τους   οποίους   «ενδιαφέρονται»,   την   ώρα   που πανεπιστημιακά   ιδρύματα   του   εξωτερικού   τους   απορροφούν ομαδικά και ακαριαία. Για   τα   μάτια   του   κόσμου,   οι   «σημαιοφόροι   της   Αριστείας»   ας αναζητήσουν πρώτα τους αριστούχους των διακυβερνήσεών τους στα μητρώα του ΟΑΕΔ. Θα εκπλαγούν περισσότερο, από την τύχη που τους επιφύλαξαν.