Παραθέτω απόσπασμα από το άρθρο του Τάσου Παππά «Η Ευρώπη τους δεν αρέσει»: «...Η ριζοσπαστική Αριστερά τα πάει πολύ καλά στις αναλύσεις και στις διαπιστώσεις, χωλαίνει όμως στο ζήτημα των συμμαχιών και στο διά ταύτα. Ξεχειλίζει από αυτοπεποίθηση για την ορθότητα της κριτικής της, δηλώνει δικαιωμένη στις προβλέψεις της, αλλά δεν βρίσκει ακροατήριο». («Εφ.Συν.», 29/12/2017 – 1/1/2018).

«Οι φιλόσοφοι έχουν απλώς ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους∙ το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε.»1 Φέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ και η διάσημη ενδέκατη θέση του για τον Φόιερμπαχ, την οποία διατύπωσε μόλις στα είκοσι εφτά του χρόνια, φαίνεται ότι επανέρχεται δριμύτερη ως ζητούμενο.

Ο νεαρός Μαρξ ήταν προσεκτικός στη διατύπωσή του. Δεν είπε ούτε υπονόησε πως οι φιλόσοφοι –ή έστω οι διανοούμενοι– ως μεμονωμένες προσωπικότητες πρέπει να αλλάξουν τον κόσμο. Δεν θα τον άφηνε άλλωστε να διανοηθεί κάτι τέτοιο ο υλισμός του, που σημαίνει πρώτα απ’ όλα ο ρεαλισμός του.

Από την άλλη, η μαρξιστική παράδοση αντιμετωπίζει το επαναστατικό κόμμα της Αριστεράς ως «συλλογικό διανοούμενο» - που σημαίνει πως ο εν λόγω πολιτικός φορέας είναι επιφορτισμένος με δύο αλληλένδετα καθήκοντα: το έργο της αλλαγής του υπάρχοντος κόσμου οφείλει να συμβαδίζει με την ανάλυση και κατανόησή του. Το ενδιαφέρον όμως –και μάλλον το πιο κρίσιμο στην παρούσα φάση– είναι πως η σχέση εξάρτησης είναι αμφίδρομη: δεν υπάρχει αληθινή κατανόηση του κόσμου χωρίς πειστική προοπτική για την αλλαγή του.

Ερχόμαστε λοιπόν στην ουσία της μαρξικής ρήσης. Η ενδέκατη θέση δεν μας προτρέπει να κατέβουμε στους δρόμους αφήνοντας τη φιλοσοφία στην απραξία των φιλοσόφων. Είναι μια πρόταση που απευθύνεται στην ίδια τη φιλοσοφία και στην αριστερή κοινωνική και πολιτική σκέψη εν γένει.

Αν τη δεχτούμε, θα πρέπει ταυτόχρονα να παραδεχτούμε πως η σύγχρονη Αριστερά δεν κάνει πολύ καλά τη δουλειά της ούτε στις αναλύσεις της. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι πως η Αριστερά «σκίζει» στη θεωρία και στις αναλύσεις χωλαίνοντας όμως στην πρακτική τους εφαρμογή. Αλλά ότι η πρακτική ανεπάρκεια απορρέει και από την ανεπάρκεια της θεωρίας, που με τη σειρά της συνίσταται ακριβώς στην πολιτική αναποτελεσματικότητά της. Δύο κατά την άποψή μου είναι οι πιθανές ερμηνείες για την τελευταία – ερμηνείες όχι απαραίτητα αλληλοαποκλειόμενες. Ας αρχίσουμε από τη λιγότερο απαισιόδοξη.

Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία λοιπόν, οι αναλύσεις της αριστερής θεωρίας έχουν μείνει προσκολλημένες σε παλαιότερες κοινωνικο-πολιτικές αντιπαραθέσεις και αδυνατούν να παρέμβουν σε νέες μορφές κοινωνικών αγώνων ή να εκμεταλλευτούν πολιτικά τις δυνατότητες που παρέχουν οι νέες ασυνέχειες και τα πρόσφατα ρήγματα που έχουν προκύψει στο σύστημα.

Ασυνέχειες και ρήγματα που δύνανται να ανιχνευτούν μόνο με το έμπρακτο άνοιγμα της Αριστεράς προς τα κινήματα αλλά και προς τις νέες συνθήκες ύπαρξης των φτωχών τάξεων: μαζική ανεργία και μόνιμη εργασιακή επισφάλεια ιδίως των νέων αλλά όχι μόνο, παγκοσμιοποιημένο προλεταριάτο που δημιουργείται από την ασταμάτητη ροή των μεταναστευτικών και προσφυγικών κυμάτων, φτωχοποίηση των μεσαίων τάξεων, και ούτω καθεξής.

Η πιο απαισιόδοξη ερμηνεία τώρα. Η αριστερή θεωρία έχει απολέσει την πολιτική της αποτελεσματικότητα επειδή κατά μέγα μέρος έχει κατ’ ουσίαν πάψει να είναι αριστερή. Και τούτο διότι διαμορφώνει πλέον τις έννοιές της όχι τόσο με σκοπό την κατανόηση του συστήματος και την προοπτική της ανατροπής του όσο επί τη βάσει των κινήτρων που παρέχει το ίδιο το σύστημα: με άλλα λόγια, επί τη βάσει κριτηρίων για το τι «πουλάει» καλύτερα στην αγορά (δηλαδή στο εμπόριο) των ιδεών, τι είναι στη μόδα, ποια θεωρία είναι αρκετά «πιασάρικη» ώστε να ξεκινήσει δική της μόδα.

Το 2018 συμπληρώνονται και εκατό χρόνια από τη γέννηση κάποιου που για αρκετούς ήταν ο σημαντικότερος μαρξιστής θεωρητικός του εικοστού αιώνα: του Λουί Αλτουσέρ. Κάποτε ήταν κι εκείνος «στη μόδα» – πολύ κιόλας. Τώρα πια όχι τόσο.

Κάτι που χαρακτήριζε την προσέγγισή του στον μαρξισμό ήταν η εμμονή του στη μελέτη του ίδιου του Μαρξ. Επρόκειτο για μια εμμονή που ήταν ακριβώς το αντίθετο του δογματισμού – το δόγμα θριαμβεύει με την άγνοια της θεωρίας που σχηματοποιεί, όχι με τη συστηματική και κριτική της ανάγνωση. Θα έλεγα πως στις μέρες μας υπάρχει ένας επί πλέον λόγος για την «επιστροφή στις ρίζες» του μαρξισμού. Η βαρβαρότητα που διακρίνει τον σύγχρονο, νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό μάς φέρνει αντιμέτωπους με τον καπιταλισμό στην πιο γνήσια εκδοχή του. Ο ίδιος ο καπιταλισμός «επιστρέφει στις ρίζες του».

[1] Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840: Μια ανθολογία (επιλογή-μετάφραση: Θανάσης Γκιούρας), Αθήνα: ΚΨΜ, 2014, σ. 362.

*Ο Κύρκος Δοξιάδης είναι καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγή: ΕΦΣΥΝ