Στη Γαλλία από τις αρχές Μαρτίου εξελίσσεται το σημαντικότερο κοινωνικό κίνημα που έχει γνωρίσει η χώρα από το 2010. Τότε, υπό την προεδρία Σαρκοζύ, στόχος ήταν να αποφευχθεί η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης κάτι που τελικά δεν επιτεύχθηκε. Σήμερα το κίνημα προσπαθεί να ακυρώσει την απορρύθμιση των εργασιακών (Loi Travail) από την κυβέρνηση των Βαλς και Ολάντ. Η δυναμική αντίσταση των εργαζόμενων και της νεολαίας δείχνει ικανή να ακυρώσει το πιο ακραίο σενάριο της απορρύθμισης. Όμως η πολιτική προοπτική που διαγράφεται για τη συνέχεια δεν είναι καθόλου ελπιδοφόρα.

Το περιεχόμενο της απορρύθμισης

Το περιεχόμενο του νόμου προβλέπει νεοφιλελεύθερης έμπνευσης αλλαγές συγκρίσιμες με αυτές που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα μέσω των Μνημονίων. Η σημαντικότερη ίσως ανατροπή είναι η αλλαγή της ιεράρχησης μεταξύ συλλογικών συμβάσεων και συμφωνιών σε επίπεδο επιχείρησης. Ο νέος νόμος προβλέπει ότι η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενων σε ότι αφορά τις συνθήκες και το χρόνο εργασίας, το επίπεδο αμοιβών κλπ. επικρατεί των συλλογικών συμβάσεων.

Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς ο συσχετισμός δυνάμεων σε επίπεδο επιχείρησης είναι σαφώς ευνοϊκότερος για τους εργοδότες, ειδικά σε επιχειρήσεις με μικρή ή καθόλου συνδικαλιστική αντιπροσώπευση, απ’ ότι είναι σε επίπεδο συλλογικής διαπραγμάτευσης. Ο νέος νόμος προβλέπει επίσης την διευκόλυνση των απολύσεων, τη μείωση της αμοιβής για τις υπερωρίες κλπ. Με άλλα λόγια αποτελεί την κερκόπορτα μέσω της οποίας η εργοδοσία θα μπορέσει να χαμηλώσει το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων, να ελαστικοποιήσει το χρόνο εργασίας και τις αμοιβές και σε τελική ανάλυση να αυξήσει τα κέρδη της. Κι αυτό συμβαίνει σε μια συγκυρία με υψηλή ανεργία κατά την οποία η επισφάλεια και οι χαμηλές απολαβές αποτελούν ήδη τον κανόνα στους χώρους εργασίας. 

Το πολιτικό πλαίσιο

Το πολιτικό πλαίσιο είναι εξίσου σημαντικό με το περιεχόμενο της απορρύθμισης των εργασιακών για να κατανοήσει κανείς τις συνθήκες και τα διακυβεύματα της διελκυστίνδας μεταξύ κυβέρνησης και κινήματος. Καταρχάς αυτό που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι αν και η πρωτοβουλία της απορρύθμισης ανήκει στην γαλλική κυβέρνηση αυτή αποτελεί απαίτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Απασχόλησης και οι Κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση απαιτούν εδώ και χρόνια από τα κράτη μέλη να επιβάλλουν τα μέτρα που προβλέπει ο γαλλικός νόμος. 

Το δεύτερο σημείο που έχει σημασία σε πολιτικό επίπεδο είναι η στρατηγικές των Ολάντ και Βαλς η οποίες, αν και δεν ταυτίζονται, έχουν κάποια κοινά σημεία. Σκοπός τους είναι να αποτελειώσουν τη νεοφιλελεύθερη στροφή του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας στην εξουσία, στα χνάρια του Μπλερ και του Σρέντερ. Το βασικό τους πρόβλημα όμως σε αντίθεση με αυτούς είναι ότι η κοινή γνώμη, και δη οι ψηφοφόροι τους, δεν υποστηρίζουν αυτή την αλλαγή πορείας. 

Έτσι η δημοφιλία της κυβέρνησης και του προέδρου έχει καταρρεύσει σε σημείο που τίθεται υπό αμφισβήτηση η υποψηφιότητα του Ολάντ για τις εκλογές του 2017 αλλά και το πολιτικό μέλλον του Βαλς. Η σκληρή στάση στο εργασιακό έχει ως στόχο να απευθυνθεί στους κεντρώους και δεξιούς ψηφοφόρους και να δώσει στην κυβέρνηση «μεταρρυθμιστικό» αέρα. 

Οι καινοτομίες του κινήματος 

Όμως η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μια εχθρική κοινή γνώμη και ένα πολυσύνθετο κοινωνικό κίνημα. Οι μετρήσεις δείχνουν ότι 70% των Γάλλων αντιτίθεται στην απορρύθμιση και ένα μεγάλο κομμάτι τους υποστηρίζει το κοινωνικό κίνημα. Πρωταγωνιστές στην πρώτη φάση της κινητοποίησης ήταν οι νέοι (μαθητές, φοιτητές) και το κίνημα των Πλατειών (Nuit Debout). Τις τελευταίες εβδομάδες το βάρος έχει πέσει στους συνδικαλιστές της CGT.

Ο γενικός γραμματέας του μεγαλύτερου συνδικάτου της χώρας Philippe Martinez έχει υιοθετήσει ριζοσπαστική γραμμή για λόγους που έχουν να κάνουν με την νομιμοποίηση του στο εσωτερικό της οργάνωσης αλλά και την προσπάθεια να ξεπεράσει η CGT την κρίση που την ταλανίζει τα τελευταία χρόνια. Σε επίπεδο στρατηγικής το κοινωνικό κίνημα στη Γαλλία φαίνεται να συμπέρανε, εν μέρει κι από την ελληνική εμπειρία, ότι οι πορείες διαμαρτυρίας δεν αρκούν για να εισακουστεί. 

Το σύνθημα που επικρατεί είναι το «Τα μπλοκάρουμε όλα» (On bloque tout), μια στρατηγική που εμπνέεται από τη θεωρητική ανάλυση του Comité Invisible, μια συλλογικότητα αναρχικής προέλευσης με όλο και μεγαλύτερη επιρροή στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η στρατηγική αυτή θέτει ως προτεραιότητα το μπλοκάρισμα της οικονομίας μέσω καταλήψεων, απεργιών και άλλων άμεσων δράσεων που έχουν σαν στόχο να εμποδίσουν τις οικονομικές συναλλαγές και να σαμποτάρουν τα δίκτυα ενέργειας, μεταφορών και επικοινωνιών.   

Η έκρηξη της καταστολής

Η ζωτικότητα και η μακροβιότητα του κινήματος σε συνδυασμό με το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που έχει εγκατασταθεί μόνιμα στη χώρα μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του Παρισιού δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Σε μια κλιμάκωση που γνωρίσαμε στην Ελλάδα μεταξύ 2011 και 2013 η καταστολή γίνεται όλο και πιο βίαιη και ανεξέλεγκτη, ωθώντας το κίνημα στη ριζοσπαστικοποίηση. 

Η αστυνομία χρησιμοποιεί σε μαζική κλίμακα όπλα όπως το φλάσμπολ το οποίο εκτοξεύει μπάλες καουτσούκ και χειροβομβίδες κρότου λάμψης με τον αριθμό των θυμάτων να μεγαλώνει κάθε εβδομάδα. Μέλη της Bac (Brigade anti-criminalité) με πολιτικά κυκλοφορούν με κρυμμένα διακριτικά και βιαιοπραγούν με συμμορίτικες μεθόδους. Οι δικαστικές αρχές καταδικάζουν σε ποινές φυλάκισης διαδηλωτές που συνελήφθησαν στο σωρό με μόνο στοιχείο μαρτυρίες αστυνομικών. Οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν το κίνημα δέχονται όλο και συχνότερα βίαιες επιθέσεις από την αστυνομία με αποκορύφωμα τον φωτογράφο που έπεσε σε κώμα όταν χτυπήθηκε από χειροβομβίδα κρότου λάμψης στο Παρίσι στις 26 Μαΐου. 

Όπως είναι φυσικό η έκρηξη της καταστολής έχει αυξήσει εντυπωσιακά το μίσος ενάντια στην αστυνομία και έχει ριζοσπαστικοποιήσει τους διαδηλωτές. Το πιο δημοφιλές σύνθημα αυτή την εποχή είναι πλέον το «Όλοι μισούν την αστυνομία» (Tout le monde deteste la police), μόλις λίγους μήνες μετά από την καθολική υποστήριξη που είχε εκφράσει η γαλλική κοινωνία λόγων των τρομοκρατικών επιθέσεων. Όλο και συχνότερα βλέπουμε στο Παρίσι, στη Ρεν ή στη Ναντ οργανωμένα μπλοκ με μάσκες, λοστούς και μολότοφ, κάτι που ήταν σχετικά σπάνιο στη Γαλλία μέχρι πρόσφατα. 

Το πολιτικό αδιέξοδο του «Λαού της Αριστεράς»

Η τακτική της κυβέρνησης αυτή τη στιγμή είναι να σβήσει τα παράλληλα μέτωπα με κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που διαμαρτύρονται για διαφορετικούς λόγους (σιδηρόδρομοι, ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, δάσκαλοι). Αυτό ούτως ώστε να αποφύγει τυχόν έμφραγμα της χώρας λόγων απεργιακών κινητοποιήσεων κατά τη διάρκεια του Euro που αρχίζει στις 10 Ιουνίου. 

Το δεύτερο επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Βαλς κι οι υπουργοί μοιάζει πολύ με τη λογική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ουσιαστικά αυτό που λένε είναι ότι αν δεν περάσει τώρα αυτός ο νόμος, η απορρύθμιση των εργασιακών θα γίνει με πολύ χειρότερη μορφή όταν η αντιπολίτευση έρθει στην εξουσία σε ακριβώς ένα χρόνο. Πράγματι όλες οι μετρήσεις δίνουν συντριπτική πλειοψηφία στη δεξιά στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2017. Όσον αφορά τις προεδρικές εκλογές του Μαΐου, με δεδομένη την διάλυση της κεντροαριστεράς και τη μη εκπροσώπηση της στο δεύτερο γύρο, το καλύτερο σενάριο που προδιαγράφεται είναι να κερδίσει ο δεξιός υποψήφιος τη Μαρίν Λεπέν ώστε να αποφευχθεί η άνοδος του Εθνικού Μετώπου στην εξουσία...

Φαίνεται λοιπόν ότι έστω κι αν η μαζική αντίσταση στην απορρύθμιση των εργασιακών είναι μια υγιής και θετική αντίδραση του «Λαού της Αριστεράς» (δηλαδή των παραδοσιακών ψηφοφόρων των Σοσιαλιστών και των άλλων αριστερών κομμάτων), δεν είναι παρά μια αμυντική τακτική για την αποφυγή των χειρότερων. Δεν μένει παρά ένας χρόνος ούτως ώστε αυτή η δυναμική να μεταφραστεί ενδεχόμενα σε μια πολιτική προοπτική με τη δύναμη να αλλάξει το ρου των γεγονότων. Κάτι το οποίο είναι δύσκολο έως απίθανο. 

* Ο Νίκος Σμυρναίος είναι καθηγητής ΜΜΕ στη Γαλλία