Τον ερχόμενο Αύγουστο, με το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής της χώρας, επανέρχονται αυτόματα σε ισχύ δύο από τις θεμελιωδέστερες αρχές του Εργατικού Δικαίου· η αρχή της επεκτασιμότητας των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) και η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Η επαναφορά τους σηματοδοτεί την αποκατάσταση του λειτουργικού -και θεσμικού- σκοπού των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Συγχρόνως, όμως, προκαλεί αντιδραστικές εκδηλώσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις πρόσφατες τοποθετήσεις του ΣΕΒ1.

Η καθολική αναστολή των ανωτέρω αρχών, τον Οκτώβριο του 2011, και η πρόβλεψη για την απόλυτη υπερίσχυση των επιχειρησιακών ΣΣΕ οδήγησαν στην εκτόξευση του αριθμού τους σε 975 το 2012 (αύξηση άνω του 550% σε σχέση με τις 170 του 2011), με μοναδικό σκοπό να «παρακαμφθούν» οι ευνοϊκότερες ρυθμίσεις ισχυουσών για το 2012 κλαδικών ΣΣΕ. Οδήγησαν, επίσης, στην ασφυκτική συρρίκνωση του πεδίου της συνδικαλιστικής δράσης, σε μία ? la carte χρησιμοποίηση της ιδιότητας του μέλους εργοδοτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων και, αναπόδραστα, στην κατάρρευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Αποτέλεσμα: Η κάλυψη των εργαζομένων από ΣΣΕ κατακρημνίστηκε από 80% το 2009 σε 40% το 2015, ενώ ορισμένες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για κάλυψη της τάξης μόλις του 10%.

Από τον ερχόμενο Αύγουστο, η κήρυξη ως γενικώς υποχρεωτικής μιας κλαδικής ΣΣΕ θα είναι και πάλι δυνατή, εφόσον οι δεσμευόμενοι από αυτήν εργοδότες απασχολούν τουλάχιστον το 51% των εργαζομένων του κλάδου. Το αυξημένο αυτό ποσοστό κάλυψης προβλεπόταν πάντοτε από το νόμο ως νομοθετική έκφραση της δημοκρατικής αρχής της πλειοψηφίας, ενώ με την καθολική εφαρμογή της ΣΣΕ επιβεβαιώνεται η εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος από τον θεσμό της επεκτασιμότητας.

Αυτονόητα, η δυνατότητα επέκτασης αφορά και τις διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ), δεδομένης της διαιτησίας ως επικουρικού μεν, αλλά αναγκαίου -και συνταγματικά κατοχυρωμένου- συμπληρώματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η πραγματικά επικουρική λειτουργία της διαιτησίας επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από τα πλέον πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία του ΟΜΕΔ. Για τα έτη 1990-2017, από το σύνολο των συλλογικών ρυθμίσεων που έχουν ισχύσει, η συντριπτική πλειοψηφία του 89% προέκυψε από ΣΣΕ, ενώ μόλις το 11% από ΔΑ. Κατά τα κρισιμότερα έτη προ κρίσης (2000-2010), και ειδικά για τις κλαδικές ρυθμίσεις, το 78% προέκυψε από ΣΣΕ και το 22% από ΔΑ.

Έως το 2011, η Ελλάδα δεν αποτελούσε την εξαίρεση, αλλά εντασσόταν στην ευρεία εκείνη ομάδα κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κύριο χαρακτηριστικό είτε την αρκετά συχνή χρήση του προβλεπόμενου μηχανισμού επέκτασης (Βέλγιο, Φιλανδία, Γαλλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία και, έως το 2011, Ρουμανία, Σλοβακία) είτε την εξασφάλιση της καθολικής εφαρμογής μέσω ισχυρών λειτουργικών ισοδύναμων (Αυστρία, Ιταλία, Σουηδία, Δανία).

Βασικό επιχείρημα για την «μεταρρύθμιση» του Εργατικού Δικαίου το 2011, και ιδίως για την αναστολή των αρχών της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης, αποτέλεσε η ανάγκη ενίσχυσης της οικονομίας και της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας. Η μεθόδευση αυτή έχει ήδη αποδειχτεί ατελέσφορη και η συναφής επιχειρηματολογία θεωρείται πλέον -και ορθά- παρωχημένη.

Πληθώρα μελετών και στατιστικών δεδομένων αποδεικνύουν ότι όχι μόνο η αναστολή δεν συνέβαλε στους ανωτέρω στόχους, αλλά, αντιθέτως, στην εμβάθυνση της οικονομικής ύφεσης. Άλλωστε, το κόστος εργασίας ουδέποτε αποτελούσε τον σημαντικότερο προσδιοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μιας χώρας. Για παράδειγμα, πρόσφατη μελέτη οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποδίδει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ερμηνείας των εξαγωγών των ευρωπαϊκών χωρών στην παγκόσμια ζήτηση. Το σημαντικό αυτό εύρημα υποδηλώνει την αδυναμία της έννοιας της ανταγωνιστικότητας μισθών (μέσω του μοναδιαίου κόστους εργασίας, του λόγου δηλαδή του κόστους της εργασίας προς την παραγωγικότητά της) να ερμηνεύσει τη γενικότερη ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας. Αντίθετα, η παραγωγικότητα της εργασίας, και όχι το κόστος της, είναι το συνθετικό στοιχείο που φαίνεται να διαδραματίζει τον κυρίαρχο ρόλο.

Ιδίως εν μέσω μιας σημαντικής δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, η στεγανοποίηση της έννοιας της ανταγωνιστικότητας και ο εγκλωβισμός σε αναποτελεσματικές μεθόδους ενίσχυσής της είναι σαφές ότι αποπροσανατολίζει από τον στόχο της βιώσιμης ανάπτυξης. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι πολλοί κοινωνικοί εταίροι, αποδεχόμενοι τα ανωτέρω εμπειρικά δεδομένα, αναφέρουν κατηγορηματικά ότι το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας δεν εστιάζεται στο μισθολογικό κόστος.

Στο κατ’ ιδίαν πεδίο των εργασιακών σχέσεων, η αναστολή της επεκτασιμότητας, σε συνδυασμό με την αναστολή της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης, ανήγαγε άνευ άλλου τινός τις επιχειρησιακές ΣΣΕ σε αποκλειστικό παράγοντα καθορισμού των εργασιακών σχέσεων, εκμηδένισε τις συναφθείσες κλαδικές ΣΣΕ και συνέβαλε καθοριστικά στην αποδυνάμωση της συνδικαλιστικής δράσης και στην «εξαφάνιση» των συλλογικών διαπραγματεύσεων ως μηχανισμού καθορισμού των όρων εργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Έως το 2010, ο ΣΕΒ συμμετείχε στην υπογραφή περί των 60 κλαδικών ΣΣΕ. Από την αναστολή, όμως, των ανωτέρω δύο αρχών, ο ΣΕΒ απείχε από τη σύναψη οποιασδήποτε κλαδικής ΣΣΕ.

Με την επαναφορά των αρχών της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης (αρχών αλληλοεξαρτώμενων και αλληλοσυμπληρούμενων) θα ανοίξει ο δρόμος για την ανατροπή των ανωτέρω αρνητικών δεδομένων και την επάνοδο της αγοράς εργασίας σε συνθήκες υγιούς κανονικότητας. Πανθομολογούμενη είναι, άλλωστε, η καθοριστική συμβολή των αρχών αυτών στη δημιουργία βάσεων υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων και στην παροχή κινήτρων για παραγωγικές βελτιώσεις και καινοτομίες. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι και ο ίδιος ο ΟΟΣΑ, στην επικείμενη έκθεσή του για την Εργασιακή Στρατηγική, και παρά τη γνωστή εγγενή αυτοσυγκράτησή του, αποστασιοποιείται από αυστηρές και απόλυτες παραδοχές του παρελθόντος και τάσσεται υπέρ των συντονισμένων συλλογικών διαπραγματεύσεων σε ανώτερο επίπεδο, υπερθεματίζοντας την επέκταση των ΣΣΕ, όταν δεν είναι δυνατό να υπάρχουν οργανωμένα και ισχυρά πρωτοβάθμια σωματεία και εφόσον τίθενται εύλογα κριτήρια αντιπροσωπευτικότητας.

Παρά την -επιτακτικότερη από ποτέ- ανάγκη επαναπροσδιορισμού ανέρειστων αντιλήψεων, εξακολουθεί «παραδόξως» να προβάλλεται το επιχείρημα, ότι οι ανάγκες αναδιάρθρωσης και παραγωγικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας καθώς και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, επιτάσσουν την συνέχιση υπερίσχυσης των επιχειρησιακών ΣΣΕ. Αυτή η συνειδητή επανάληψη αποδεδειγμένα αίολων και αναποτελεσματικών επιχειρηματολογιών δεν μπορεί παρά να καταδεικνύει ιδιοτελή συμφέροντα. Και αυτό, τη στιγμή που αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση στην κοινή συνείδηση εργαζομένων και εργοδοτών ότι αναγκαίο στοιχείο της ανάπτυξης αποτελεί η δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, η αντιμετώπιση της εργασιακής φτώχειας, η εξασφάλιση του αναγκαίου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης, η εξάλειψη των ανισοτήτων, η διαμόρφωση μιας καλώς λειτουργούσας αγοράς εργασίας και η ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, έτσι ώστε τα παραγωγικά οφέλη να μην παραμένουν συγκεντρωμένα στα χέρια λίγων αλλά να διαμοιράζονται στο κοινωνικό σύνολο.

Όλοι οι δείκτες μαρτυρούν ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται ήδη σε τροχιά ανάκαμψης. Η ανάκαμψη αυτή σηματοδοτεί το κρίσιμο χρονικό σημείο για την αναμόρφωση του αναπτυξιακού προτύπου της χώρας σε ένα πρότυπο βιώσιμο, με σαφές πρόσημο κοινωνικής δικαιοσύνης, ερειδόμενο στον δίκαιο διαμοιρασμό του παραγωγικού οφέλους. Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκονται στο επίκεντρο η ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των κοινωνικών εταίρων, η προστασία των εργαζομένων σε περιπτώσεις εργασιακών κρίσεων, η άρση των εμποδίων για την ισότιμη πρόσβαση στην εργασία, η παροχή ποιοτικού, παραγωγικού και υγιούς περιβάλλοντος εργασίας, η παροχή ίσων ευκαιριών και η ουσιαστική αντιμετώπιση της εργασιακής φτώχειας. Προς τον σκοπό αυτό, καθοριστική θα είναι η συμβολή, από τον Αύγουστο του τρέχοντος έτους, της επαναφοράς των αρχών της επεκτασιμότητας των ΣΣΕ και της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Και αυτό πρόκειται σύντομα να αποδειχτεί.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ