Στη Βουλή των Ελλήνων, συζητιέται το σχέδιο νόμου που απλοποιεί - κι όχι νομιμοποιεί, όπως εκ παραδρομής αναφέρεται - τη διαδικασία επιλογής φύλου. Ανάμεσα σε άλλα, το σχέδιο νόμου δεν θεωρεί πλέον απαραίτητη προϋπόθεση τη σχετική χειρουργική επέμβαση για να επικυρωθεί δικαστικά η αλλαγή φύλου. Με την υπερψήφιση αυτής της πρότασης στη Βουλή, το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο  της χώρας μας προσαρμόζεται στις σχετικές αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, του Συμβουλίου της Ευρώπης, και άλλων διεθνών οργανισμών.

Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία συνάδει με την ύπαρξη του κοσμικού κράτους, αλλά και με τις ακρογωνιαίες παραδόσεις της ορθοδοξίας. Το κοσμικό κράτος οφείλει να κατοχυρώνει τις προϋποθέσεις για την ατομική αναζήτηση στην ευτυχία (μέσα σε ευνόητα όρια), συμπεριλαμβανομένης και της αναζήτησης του θεού με την βοήθεια και συντροφιά της εκκλησίας.

Επιπλέον, ανασύροντας τις αξίες των Ευαγγελίων και των γραπτών των Αποστόλων διαπιστώνουμε ότι και η ορθοδοξία παρέχει ανάλογες προϋποθέσεις. Δεν μπορεί να είναι κάποιος πραγματικός χριστιανός αν δεν είναι ανεκτικός και ελεήμων και δεν έχει αγάπη για όλους τους συνανθρώπους του. Δεν είναι, επουδενί,  επίδειξη ελεημοσύνης να ζητάς από το συνάνθρωπό σου να ακρωτηριαστεί (στην κυριολεξία, σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία και δεδικασμένο) για να του επιτρέψει η Πολιτεία να αναγνωρίζεται ως διαφορετικό φύλο.

Το γεγονός ότι μπορεί κάποιος που είναι Χριστιανός και έχει πρώτιστο καθήκον του τη “σωτηρία” των συνανθρώπων του να δέχεται να υποφέρει κάποιος - κάποια όλη του/της τη ζωή μέσα στη σιωπή και την ενοχή είναι πέρα από τα συνηθισμένα όρια κατανόησης του μέσου ανθρώπου. Ίσως, στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ο πραγματικός του στόχος δεν είναι το βασίλειο του θεού αλλά κάποιο άλλο βασίλειο.

Αν η Εκκλησία του Θεού, δεν επιθυμεί να έχει στα μέλη της συνανθρώπους μας που έχουν αλλάξει φύλο, είναι θέμα της Εκκλησίας. Όμως, μια τέτοια Εκκλησία, που βασίζεται στην οικειοθελή θρησκευτική πίστη των μελών της, δεν πρέπει να βασίζεται στη συνδρομή της “βίας” (νομοθετικής και άλλης) ενός κοσμικού κράτους για να επιβάλλει τις απόψεις της. Ο  ιδρυτής αυτής της Εκκλησίας δεν έστειλε τους Αποστόλους του με τα όπλα αλλά με την πειθώ, το παράδειγμα και την αγάπη για τους άλλους, για να πείσουν τους Εβραίους αρχικά και τους Εθνικούς αργότερα στις αξίες του χριστιανισμού.

Καθένας μας είναι ορθόδοξος για τον εαυτόν του. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των ανθρώπων που αγωνίζονται για να έχουν εξουσία πάνω στους άλλους και να χτίζουν αυτοκρατορίες δεν είναι ίδιον της Εκκλησίας του Χριστού. “Οι Βασιλιάδες των εθνών τα καταδυναστεύουν και εκείνοι που έχουν εξουσία πάνω τους αποκαλούνται ευεργέτες, αλλά εσείς δεν πρέπει να είστε έτσι”, είπε ο Ιησούς στους μαθητές του (Λουκάς 22,25).

Φυσικά κάθε πολίτης έχει δικαίωμα, αν όχι και υποχρέωση, να εκφράζει την άποψή του για κάθε πτυχή της ζωής της χώρας. Όμως, όταν αυτός ή αυτή δεν είναι απλός πολίτης, αλλά από το λειτούργημά του, η θέση του έχει βαρύνουσα σημασία, τότε θα πρέπει να διευκρινίζει πότε μιλά ως πολίτης και πότε ως ιερωμένος. Αλλιώς επιχειρηματολογεί κανείς με έναν πολίτη κι αλλιώς με έναν ιερωμένο.

Ένας ιερωμένος της Εκκλησίας του Χριστού αν επιλέξει να υπερασπιστεί τις επιταγές του Ευαγγελίου, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με την τελευταία νομοθετική πρωτοβουλία για τον αυτο-καθορισμό της ταυτότητας φύλου. Είναι μέσα στα πλαίσια των βασικών αρχών της ελεημοσύνης, της ανεκτικότητας και της αγάπης προς τους άλλους που είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.