Το Μακεδονικό ήρθε ξανά στην επιφάνεια με την προοπτική λύσης του προβλήματος  ​και κινητοποιεί όσους επενδύουν στη μη λύση και επιδιώκουν την αναβίωση μιας εθνικιστικής έξαρσης με κραυγές ανέξοδης δημαγωγίας και αποκορύφωμα το γραφικό συλλαλητήριο. Η κρίση του Μακεδονικού υπήρξε προϊόν μιας εποχής τυφλού μίσους στα Βαλκάνια όταν η Ελλάδα​  ​υποστήριζε τις θηριωδίες του Γιουγκοσλαβικού εμφυλίου. Όσοι ονειρεύονται να αναβιώσουν το κλίμα ​ και το πλαίσιο​  του ’90 ίσως έχουν ξεχάσει ότι οι «χασάπηδες» των Βαλκανίων, που αυτοί τότε υμνούσαν,​ κατέληξαν στον τάφο ή τη φυλακή.

Η ΝΔ που δημιούργησε και κληροδότησε το πρόβλημα στη χώρα, σήμερα δεν έχει εκφράσει επίσημη θέση αλλά κατηγορεί τους κυβερνητικούς εταίρους ότι δεν έ​χουν​  ενιαία θέση. Ίσως να είναι και έτσι αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά:

Η ΝΔ είναι το κόμμα που ως κυβέρνηση το 1992 προσήλθε στην κρίσιμη συνεδρίαση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών με δύο διαφορετικές θέσεις, μία του τότε Πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη και μία του τότε Υπουργού Εξωτερικών Α. Σαμαρά! Ο οποίος αποπέμφθηκε επί τόπου με τη συναίνεση και του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Καραμανλή αλλά το Συμβούλιο αναγκάστηκε  να ακολουθήσει την ακραία γραμμή του γιατί κανείς δεν ήταν σε θέση, βγαίνοντας από το Προεδρικό Μέγαρο, να μιλήσει με νηφαλιότητα στον αλαλάζοντα, ήδη τότε, ελληνικό λαό. 

Αν και το θέμα ξεσπά στην ελληνική κοινή γνώμη το Γενάρη του 1992 έχει προηγηθεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 1991 όπου η γειτονική χώρα αναγνωρίζεται ως Μακεδονία. Εκεί δεν βρίσκεται ο Μητσοτάκης αλλά ο Σαμαράς, η στάση του οποίου εν συνεχεία και η έκρηξη του εθνικισμού εκτιμάται ως απόπειρα να συγκαλυφθεί η ανεπάρκειά του στην επίμαχη συνεδρίαση. Πράγματι με μια προσεκτική διατύπωση στα συμπεράσματα και ένα συνετό πολιτικό χειρισμό τις επόμενες μέρες, ίσως αυτό το πρόβλημα «να είχε ξεχαστεί» σε λιγότερο από 10 χρόνια.

Η Ελλάδα απορρίπτει στη συνέχεια το πακέτο Πινέιρο με σύνθετη ονομασία, αντίστοιχο της σημερινής δέσμης Νίμιτς, με τον Κων/νο Μητσοτάκη να παραδέχεται ότι ήταν η καλύτερη δυνατή λύση αλλά σύρεται εκβιαζόμενος πολιτικά ότι θα πέσει η κυβέρνησή του εν μέσω του εθνικιστικού παροξυσμού. Στον οποίο είχε επίσης προσχωρήσει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου που προσμένει σε εξουσία ενώ στη συνέχεια θα επιβάλλει το καταστροφικό και ανεξήγητο εμπάργκο που θα απομονώσει τη χώρα πλήρως και θα «εξασφαλίσει» την αδιαλλαξία των γειτόνων για δεκαετίες. Ο Σαμαράς με όχημα το Μακεδονικό διασπά τη ΝΔ και παρά την άρνηση Μητσοτάκη στο πακέτο Πινέιρο θα τον ανατρέψει το 1993, θα διευκολύνει τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές ενώ θα συμμαχήσει στη συνέχεια μαζί του για να αποκόψει τη ΝΔ από την εξουσία.

Η απομόνωση και οι πιέσεις των διεθνούς παράγοντα θα οδηγήσουν τη χώρα στην ενδιάμεση συμφωνία του 1995. Η Ελλάδα αποδέχτηκε την προσωρινή ονομασία  πΓΔΜ,  που περιέχει σύνθετη ονομασία ήδη από τότε και όπου ο όρος «πρώην Γιουγκοσλαβική» δεν σημαίνει πρακτικά τίποτε με αποτέλεσμα να επικρατεί σε όλο τον κόσμο το όνομα «Μακεδονία» ακόμη και στις χώρες που για λόγους τακτικής δεν αναγνώρισαν τη χώρα με το συνταγματικό της όνομα. Ήδη η Ελλάδα ήταν περιθωριοποιημένη εξαιτίας της φαιδρής προσέγγισής της στον Γιουγκολασβικό Εμφύλιο και το Μακεδονικό αποτέλεσε «κερασάκι στην τούρτα». Είναι η εποχή του άκρατου εθνικισμού που θα λήξει άδοξα με το φιάσκο του Οτσαλάν και την κρίση των Ιμίων.  

Το 2008 η Ελλάδα με τον Κώστα Καραμανλή ως Πρωθυπουργό και τη Ντόρα Μπακογιάννη ως Υπουργό Εξωτερικών απειλεί με βέτο στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι αποτρέποντας την εισδοχή της πΓΔΜ πριν την επίλυση του ονοματολογικού. Η Ελλάδα καθορίζει την εθνική της γραμμή για πρώτη φορά σε ρεαλιστική βάση για «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις» και το πολιτικό παρασκήνιο κάνει λόγο για σφοδρή ενόχληση της αμερικανικής διπλωματίας για τον Καραμανλή και διάσταση απόψεων μεταξύ του ίδιου και της Υπουργού του για το ζήτημα του βέτο.

Ο Σαμαράς έχει ανακάμψει στη ΝΔ και με τη βοήθεια Καραμανλή,  μετά την πτώση του το 2009, παίρνει την ηγεσία του κόμματος από τη Μπακογιάννη, την οποία στη συνέχεια διαγράφει. Ο Σαμαράς θα καταφέρει να γίνει Πρωθυπουργός, θα αποφύγει οποιαδήποτε εμπλοκή με το ζήτημα της πΓΔΜ, ενώ μετά την πτώση του θα συμπράξει με τον αδερφό της Ντόρας, Κυριάκο, προκειμένου να τον αναδείξει στην αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας.

Το 2018 το θέμα επανέρχεται και ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφεύγει να πάρει θέση την ώρα που η Ντόρα Μπακογιάννη επισημαίνει ότι η θέση της ΝΔ έχει καθοριστεί από την ίδια ως ΥΠΕΞ και είναι η εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου.  Όμως ο αδερφός της φαίνεται ότι προ του πολιτικού αδιεξόδου δεν αποκλείεται να προσχωρήσει στην εθνικιστική γραμμή Σαμαρά και της ακροδεξιάς πτέρυγας του κόμματός του, εξαιτίας της οποίας ανετράπη η κυβέρνηση του πατέρα του !

Φαίνεται ως ένα είδος πολιτικής πατροκτονίας αλλά και απόδρασης. Άλλωστε κάποιοι στη ΝΔ, εκτιμούν ότι μια πιθανή έξαρση των εθνικισμών είναι δυνατόν να προκαλέσει προβλήματα στον κυβερνητικό συνασπισμό και να ανοίξει το δρόμο για εξουσία, που αρχίζει να απομακρύνεται σε συνθήκες ομαλού πολιτικού σκηνικού. Φυσικά υπάρχουν και νηφάλιες φωνές στο χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης αλλά δεν πλειοψηφούν με αποτέλεσμα η ΝΔ να αντιμετωπίζει αμήχανα τους δύο πόλους που διαμορφώνονται  και αρκείται στον ετεροκαθορισμό.

Την ίδια ώρα γραφικοί εθνικιστές, εκκλησιαστικοί κύκλοι αλλά και Χρυσή Αυγή βλέπουν την ευκαιρία να επανακάμψουν μέσω της καλλιέργειας ενός νέου «εθνικού» παραληρήματος, αρχής γενομένης από το συλλαλητήριο. Παρότι η ιστορία επαναλαμβάνεται  κυρίως ως φάρσα, κάποιοι ακροδεξιοί κύκλοι φιλοδοξούν να δημιουργηθεί ένα νέο εθνικιστικό κόμμα που θα διεμβολίσει το συντηρητικό χώρο με «καύσιμα» από την μακεδονική υστερία που καλλιεργείται στη συμπρωτεύουσα. Αυτό δείχνει και η προώθηση του συλλαλητηρίου δια της οπαδικής ποδοσφαιρικής οδού.

Το ασθενικό κράτος της πΓΔΜ, που ταλαιπωρήθηκε επίσης από ακραίες κυβερνήσεις, που επένδυσαν στη δαιμονοποίηση της Ελλάδας, σήμερα διαθέτει μια συνετή κυβέρνηση που αντιλαμβάνεται τις ισορροπίες, πλην όμως δεν είναι ισχυρή. Η απειλή για τη συνοχή του κράτους θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στα συμφέροντα της Ελλάδας που ήδη έχει χάσει την ευκαιρία να παίξει το σταθεροποιητικό ρόλο που της αναλογούσε στα Βαλκάνια.

Το ξέσπασμα της κρίσης του Μακεδονικού από το 1992 υπήρξε παράγων που επιβράδυνε όχι μόνο την εξέλιξη και διεθνή παρουσία αλλά και τον ίδιο τον εκσυγχρονισμό της χώρας και του πολιτικού συστήματος. Αναβίωσε χονδροειδείς εθνικισμούς που επικρατούσαν στα Βαλκάνια στις αρχές του 20ου αιώνα, προκειμένου να χτιστούν πολιτικές καριέρες και να αποκτήσουν δημόσια παρέμβασή ακραίοι κύκλοι. Το δε όνομα που υπάρχει σήμερα είναι χειρότερο από τη σύνθετη ονομασία που προωθείται ως λύση. Αλλά ποιος ασχολείται με την πραγματικότητα;

Το Μακεδονικό ως «εθνικό ζήτημα» έχει εξαντληθεί αλλά παραμένει μια υπόθεση μικροπολιτικής όπως μαρτυρούν και οι μετακινήσεις των πρωταγωνιστών και των απογόνων τους, δημαγωγικά και κόντρα στα συμφέροντα της χώρας. Όσοι δεν έχουν πολιτικά γραμμάτια από το ένοχο παρελθόν έχουν την ευκαιρία να λύσουν το πρόβλημα, οι υπόλοιποι όμως θα κληθούν να πάρουν θέση. Ο ενδοιασμός τους δεν αφορά μόνο το εσωτερικό ακροατήριο αλλά και το διεθνή παράγοντα αφού ξέρουν ότι αργά ή γρήγορα το παλιό πολιτικό προσωπικό θα είναι αναγκασμένο να ψηφίσει τη λύση που αναβάλει 25 χρόνια. Και χειρότερη, αν δεν συνέλθουν.