Είχα πει ότι το καλοκαίρι θα έχουμε και αρκετές επαναλήψεις παλιότερων άρθρων, αλλά ίσαμε τώρα αυτές μετριούνται στα δάχτυλα. Καθώς λοιπον μου έτυχε κάτι έκτακτο χτες, ανεβάζω σε επανάληψη ένα άρθρο του 2011, ελπίζοντας ότι οι παλιότεροι αναγνώστες θα το έχουν μισοξεχάσει στα έξι (και βάλε) χρόνια που έχουν περάσει.

Φυσικά, το άρθρο περιστρέφεται γύρω από τη λέξη του τίτλου, που ίσως να σας είναι άγνωστη.

Εγώ τη λέξη τη θυμάμαι από τον Καραγάτση· όταν την είχα διαβάσει, έφηβος τότε, είχα υποθέσει το νόημά της από τα συμφραζόμενα· πρέπει να υπάρχει στον Γιούγκερμαν, αλλά δεν παίρνω όρκο, πάντως γίνεται συζήτηση ανάμεσα σε δυο άντρες, κι ο ένας κατηγορεί τον άλλον ότι δεν έπρεπε να συμπεριφερθεί σαν «κουσελιάρικο γραΐδιο». Νομίζω μάλιστα ότι κι άλλη φορά έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη ο Καραγάτσης –αλλά δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, διότι τα βιβλία του δεν φαίνεται να γκουγκλίζονται.

Θα ρωτήσετε, ποια μύγα με τσίμπησε και αποφάσισα σήμερα να αφιερώσω κοτζάμ άρθρο σ’ αυτή τη μάλλον σπάνια λέξη, που δεν υπάρχει στα σημερινά μεγάλα λεξικά μας; Απλώς, μια μέρα που ετοίμαζα το άρθρο με τα πολλά ου, σκέφτηκα τη λέξη κουσκουσούρης και κοιτάζοντας στον Πάπυρο, θυμήθηκα και τον κουσελιάρη, που είναι πολύ κοντά στο λεξικό, και που σημαίνει το ίδιο ακριβώς. Αλλά ακόμα δεν σας είπα τι είναι ο κουσελιάρης (και ο κουσκουσούρης), αν και βέβαια πολλοί θα το ξέρετε.

Κουσελιάρης λοιπόν είναι ο κουτσομπόλης, ο κακολόγος, ο συκοφάντης. Κουσέλι, το κουτσομπολιό, η κακολογία. Το ίδιο σημαίνει και ο κουσκουσούρης. Ο κουσελιάρης υπάρχει στα παλιότερα λεξικά, όχι όμως στο ΛΚΝ, ούτε στον Μπαμπινιώτη, ενώ στο Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη υπάρχει μόνο το κουσέλι. Ο κουσκουσούρης υπάρχει και στον Μπαμπινιώτη, όχι όμως στο ΛΚΝ.

Φυσικά, ο κουσελιάρης και το θηλυκό του, η κουσελιάρα, και το ουδέτερό του, το κουσελιάρικο, ολοφάνερα παράγονται από το κουσέλι, οπότε θα επικεντρωθούμε στη λέξη αυτή. Το κουσέλι, δηλαδή, όπως είπαμε, το κουτσομπολιό, πέρα από τα παραπάνω λεξικά, το βρίσκω και σε μερικά διαδικτυακά γλωσσάρια με τοπικές λέξεις –αλλά στην πραγματικότητα η λέξη, απ’ όσο ξέρω, αν και δεν είναι πανελλήνια, ακούγεται σε αρκετά μέρη: στα νησιά του Αιγαίου εξόν από την Κρήτη, στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια, καθώς και παλιότερα στη Σμύρνη, δηλαδή σε μέρη που υπήρχε ιταλική επιρροή. Ίσως από τους Κασιώτες, ακουγόταν και στην Αίγυπτο. Στη Βόρεια Ελλάδα δεν την έχω συναντήσει, αν τη λέτε και εκεί πάνω να μου το πείτε.

Το κουσέλι το χρησιμοποιεί συχνά ο Μυριβήλης, ενώ και σε σμυρνέικες αναμνήσεις βρίσκω ότι οι κυράδες αφού «ευχαριστιούντοστε με τον καφέ αρχίζανε τότες το κουσέλι ―το κουτσομπολιό». Αλλά και ο  Στρατής Τσίρκας, στο βιβλίο του για τον Καβάφη, λέει ότι η Αλεξάντρεια, από την εποχή του Θεόκριτου κιόλας είναι ξακουστή για τις επιδόσεις της στο κουσέλι.

Το κουσέλι προέρχεται από το βυζαντινό κονσίλιον (από τα λατινικά: consilium) που έχει μπει στη γλώσσα από την εποχή του Μαλάλα, και το οποίο, στα μεσαιωνικά χρόνια, όπως βλέπω στον Κριαρά, δίνει και τον τύπο κουσέλιο. Βέβαια, το κονσίλιον δεν σημαίνει κουτσομπολιό, αλλά συμβούλιο (π.χ. τα οικουμενικά συμβούλια), σύσκεψη. Μάλιστα, το Συμβούλιο των Δέκα που κυβερνούσε τη γαληνοτάτη και θαλασσοκράτειρα Βενετία σε κάποιο κείμενο που παραθέτει ο Κριαράς ονομάζεται κουσέλιο τε Διέζε. Καταγράφεται επίσης με τη σημασία «συμβουλή».

Τώρα, πώς από τις συζητήσεις στα συμβούλια ξέπεσε η σημασία της λέξης στο κουτσομπολιό, μπορούμε να το φανταστούμε: επειδή στις συσκέψεις και στα συμβούλια γινόταν συζήτηση, κάποια στιγμή η λέξη θα πήρε τη σημασία της συζήτησης γενικως και μετά θα ξέπεσε στην κουτσομπολίστικη συζήτηση -κι έτσι, από το «κάνω κουσέλιο» (συσκέπτομαι) να φτάσαμε στο κουσέλι.

Κάτι ακριβώς ανάλογο συνέβη και με μια άλλη λέξη, που επίσης σημαίνει συζήτηση, και μάλιστα όχι πολύ σοβαρή, την κουβέντα, που ανάγεται στο λατινικό conventus («σύναξη, συνέδριο, συνέλευση»), λέξη που βρίσκεται άλλωστε στη ρίζα των διαφόρων convention. Και πάλι, επειδή στις συγκεντρώσεις αυτές γινόταν συζήτηση, η σημασία σιγά-σιγά διολίσθησε.

Θα προσέξατε ίσως μιαν εντυπωσιακή σύμπτωση: ο κουσελιάρης, ο κουτσομπόλης και ο κουσκουσούρης, που είναι συνώνυμα, αρχίζουν όλα από την ίδια συλλαβή! Επιφανειακά κρίνοντας κάποιος, θα μπορούσε να πει ότι αυτό το «κου-» έχει να κάνει με την έννοια της κακολόγας φλυαρίας, με το κουτσομπολιό, ωστόσο πρόκειται για σύμπτωση. Αλλά μη με ρωτήσετε για την ετυμολογία του κουτσομπόλη, διότι είναι άλυτο ετυμολογικό πρόβλημα για το οποίο έχουν γραφτεί σελίδες επί σελίδων. Όσο για τον κουσκουσούρη, δεν νομίζω να ετυμολογείται από το κους-κους (όπως γράφει το λεξικό Μπαμπινιώτη, όχι όμως και το ετυμολογικό του), που μου φαίνεται πολύ αστική λέξη, αλλά δεν αποκλείω να υπάρχει ονοματοποιία στη μέση.

Για να επανέλθω στον τίτλο, γκουγκλίζοντας βρίσκω κείμενο του 2008 σε εφημερίδα, κάτι σαν χρονογράφημα, για κάποιαν που ήταν «κουσελιάρα ο Θεός να σε φυλάει». Στην προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου προ εξαετίας αρκετοί σχολιαστές ανέφεραν πως η λέξη είναι ζωντανή στα μέρη τους. Οπότε, υπάρχουν ακόμα κουσελιάρηδες και κουσελιάρες, παρόλο που τα νεότερα λεξικά δεν έχουν τη λέξη -το κουσέλι είναι παντοτινό.

Πηγή: sarantakos.wordpress