Λένε για τους ηθοποιούς πως είναι πλάσματα που θέλουν να επιδεικνύουν  τον εαυτό τους, να αποτελούν το επίκεντρο στις σχέσεις και τις κοινωνικές  δραστηριότητες και ότι χαρακτηριστικά σαν αυτά  τους κάνουν  πλάσματα εγωιστικά, έως   και  εγωπαθή.  Όμως λένε ακόμα πως αν κάποιος ηθοποιός δεν θέλει να δείχνει, να επιδεικνύει   τον εαυτό του, να εκτίθεται επί σκηνής ερμηνεύοντας έναν χαρακτήρα,  δεν είναι ηθοποιός.

Ας δούμε όμως την πρώτη εμφάνιση αυτού του προσώπου  που αργότερα ονομάσθηκε ηθοποιός. Πότε γεννήθηκε; Ποια ανάγκη οδήγησε στην δημιουργία του; Από ποια ομάδα ξεπήδησε;  Η πρώτη παρουσία του, έλαβε χώρα στην αρχαία Ελλάδα και έχει σχέση με τον χορό των μυστών που θρηνούσαν τα πάθη του Διόνυσου στα Ελευσίνια  Μυστήρια. Καθώς ακόμα και οι θρησκευτικές τελετές εξελίσσονταν,  κάποιο μέλος του χορού, αποκολλήθηκε από  το σύνολο, απαντώντας στον χορό και υποδυόμενος έναν δραματικό ρόλο.   Απαντούσε   στα ερωτήματα του χορού και  από  αυτή την  δράση  του,  πήρε και το όνομα του. «Υποκριτής». Πιστοποιεί άραγε αυτή η πρωταρχική στιγμή της εμφάνισης τον  υποκριτή  ή ηθοποιό  ως την προσωπικότητα που θέλει να ξεχωρίζει στη σκηνή και να αυτοπροβάλλεται;  Ίσως. Αλλά εάν  δεν τολμούσε  να ξεχωρίσει, ίσως να μην  υπήρχε θέατρο. Προϋπήρχαν  βεβαίως  του θεάτρου,   μιμικά δρώμενα, ομαδικοί χοροί ή ομαδικά άσματα, αλλά  η δράση του ξεχωριστού προσώπου,  συνετέλεσε στη δημιουργία και εξέλιξη του θεάτρου έως τις μέρες μας. Άνοιξε  άλλον ένα  δρόμο,  για την προσωπική   κατάθεση στην τέχνη, την επιστήμη, τις  κοινωνικές σχέσεις και   έθεσε την   σφραγίδα του ατόμου,  ως συμβολή στην ομαδική προσπάθεια.

Σε απόλυτη σχέση και συνομιλία με την κοινωνία και τις διεργασίες της, θα λέγαμε πως η έννοια «ηθοποιός» συμπίπτει με την έννοια «κοινωνικός ρόλος». Ο ηθοποιός επεξεργάζεται σχέσεις κοινωνικές, συμπεριφορές, ιστορικά δεδομένα, ανθρώπινες ιδιαιτερότητες,  πραγματικά γεγονότα και  πολλές άλλες παραμέτρους  ώστε  να οργανώσει έναν ρόλο, να δημιουργήσει έναν άνθρωπο επί σκηνής, να παρέμβει σε  ότι συμβαίνει στην ζωή, την πολιτική, την κοινωνία. Σε όλη την ιστορική διαδρομή των κοινωνιών, συναντάται η προσδοκία του κοινού για όλα όσα ένας ρόλος εντασσόμενος σε μια παράσταση «υποστηρίζει».  Όμως στο χέρι του ηθοποιού είναι να ανατρέψει τις προσδοκίες αυτές, να αποκαθηλώσει τις παραδοχές και να παρουσιάσει μια νέα θέση ρηξικέλευθη, ή ακόμα και  ανατρεπτική. Θα το κάνει αυτό, ερμηνεύοντας ένα κείμενο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώτος υποκριτής, πρέπει να  ήταν ταυτόχρονα και συγγραφέας και ότι πολλοί ηθοποιοί  υπήρξαν ταυτοχρόνως  και σπουδαίοι θεατρικοί συγγραφείς.

Δεν είναι λίγες εκείνες οι περιπτώσεις σπουδαίων ηθοποιών που επιβάλλουν την προσωπική τους ερμηνεία, πολλές  φορές και ενάντια στο κείμενο του έργου. Έχουμε απολαύσει μεγάλους ηθοποιούς που ενώ δεν είναι πιστοί στο πνεύμα του έργου,  δημιουργούν  έναν ρόλο τόσο γοητευτικό, που θαυμάζει κανείς  την μαστοριά τους, την «βιρτουοζιτέ» τους και ξεχνά  το έργο για το οποίο πήγε  στο θέατρο. Αυτή είναι μια περίπτωση ακραίας ανάγκης να ξεχωρίσει επί  σκηνής κάποιος και να  εκτοξεύσει αυτή την πρώτη εμφάνιση του υποκριτή που αποκολλήθηκε από την ομάδα, σε υψηλότατο επίπεδο. Βεβαίως,  ο ηθοποιός, στον αιώνα μας  έπαψε να είναι απλός ερμηνευτής και έγινε δημιουργός, σε ένα θεατρικό περιβάλλον όπου οι νέες τεχνολογίες, ανατρέπουν παλιότερους περιοριστικούς κανόνες και αποδεσμεύουν μια πρωτόγνωρη ελευθερία δημιουργίας. Και στο νέο αυτό τοπίο όπου τα  σύγχρονα τεχνολογικά θεατρικά μέσα στα χέρια των σκηνοθετών ορίζουν μια νέα θεατρική πραγματικότητα, ο ηθοποιός βρίσκει τρόπους ώστε να επιβάλει δυναμικά την δική του ιδιαίτερη παρουσία.

Όμως για να προτείνει κάποιος  μέσω της υποκριτικής του την δική του διακριτή δημιουργία θα πρέπει μαζί με τις νέες αντιλήψεις να φέρει με ιερή αφοσίωση και την αίσθηση της συμμετοχής στο σύνολο. Οποιαδήποτε υπέροχη  υποκριτική λεπτομέρεια έχει επεξεργασθεί, δεν θα έχει ενδιαφέρον αν δεν ισορροπεί στο σύμπαν μιας παράστασης. Σπουδαίοι θεατρίνοι που αγνοούν το σύνολο μένουν ως σπουδαίοι που ήσαν απλώς εκτός παράστασης ή εκτός έργου. Αντίθετα, όταν θέτουν την προσωπική τους εργασία, ιδιαιτερότητα και λάμψη στην επικράτεια  του συνόλου, τότε η λάμψη γίνεται  δυνατότερη  και  η ιδιαιτερότητα  πιο γοητευτική.

Καλοδεχούμενη  λοιπόν η  πηγαία και πρωτόγονη ανάγκη του ηθοποιού να ξεχωρίζει και να είναι διακριτός επί  σκηνής. Χρήσιμη η προσπάθεια του να   καλλιεργήσει   ιδιαίτερες προσωπικές του  πλευρές,  ώστε να δημιουργήσει ένα  ξεχωριστό  υποκριτικό   στίγμα  που δεν θα μοιάζει με κανένα  άλλο. Η συμμετοχή όμως στο σύνολο, την κοινότητα, την κοινή προσπάθεια είναι αυτή που θα αναδείξει και θα καταστήσει  επιτυχημένη  την όποια ξεχωριστή υποκριτική προσωπικότητα.

Πηγές:

Μιχαήλ Τσέχωφ : «Μαθήματα για έναν επαγγελματία ηθοποιό», Εκδ. «Δωδώνη».
Ζαν Ντυβινιό : « Ο Ηθοποιός», Εκδ. «Νεφέλη».
Πάολο Μποζίζιο: «Ιστορία του Θεάτρου», Εκδ. «Αιγόκερος».
 
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Αυγή